30 Απριλίου, 2026

Ναι είμαι επιστήμονας.. Δεν ζω, επιβιώνω, κυλιέμαι ανάμεσα σε εκβιασμούς κι αδιέξοδα...






Κυκλοθυμικός
16 ώρ. ·

Πέρασες όλα τα παιδικά χρόνια και την εφηβεία μπροστά από ένα βιβλίο, έπαιρνες βαθιές ανάσες ανάμεσα από φροντιστήρια και δραστηριότητες. 
Τα βιογραφικά σου έλεγαν πρέπει να χτίζονται από την αρχή της ζωής σου. Ίσως τελικά να μην είναι και ζωή, να είναι μόνο βιογραφικό. Δεν ήξερες ακόμα ποιος είσαι, μάθαινες όμως ποιος θέλει η κοινωνία να είσαι. Πρώτα να έχεις βούλες σε σειρά και μετά επιθυμίες.
 Πόσα ζεστά ανοιξιάτικα απογεύματα αφιέρωσες σε ένα διαγώνισμα, σε εξετάσεις, σε επαναλήψεις, ενώ άκουγες τις φωνές από τα άλλα παιδιά να παίζουν στα προαύλια των εκκλησιών και των σχολείων; 
Πόσες στιγμές παράδωσες σαν όπλα στην Βάρκιζα πάνω σε έναν βωμό από μεγαλόστομες υποσχέσεις; Καλή ζωή, πολλά ταξίδια, κοινωνική αναγνώριση, ταξική άνοδο.
Κι ύστερα τα πανεπιστήμια, τα μεταπτυχιακά, η συλλογή πτυχίων και κάδρων. Στα καλύτερα χρόνια της ζωής σου, εκεί που το σώμα σου και το μυαλό σου πιάνουν το πικ εσύ να χάνεις εκδρομές, ταξίδια, συναυλίες, θέατρα, ραντεβού, βόλτες, βουτιές, ποδηλατάδες για να μια αναρρίχηση βαθμών, μια πλουσιότερη βιβλιογραφία, μια ακόμα διόρθωση της πτυχιακής, μια επανεξέταση των δεδομένων του εργαστηρίου, ένα ατέλειωτο κυνήγι θησαυρού για περισσότερες και καλύτερες σημειώσεις. 
Άλλες φορές παράλληλα με μεροκάματα, με ξενύχτια, με εκμετάλλευση από γραφικά αφεντικά, σε δουλειές άσχετες που σου ρουφούσαν την ψυχή, σε δουλειές σχετικές, που δεν έδιναν ένα ευρώ πίσω «για να μάθεις», «για να αποκτήσεις εμπειρία», «για να κάνεις κύκλο γνωριμιών».
Κι άλλες φορές που έφυγες κι έξω για πιο ποιοτικές κι εξειδικευμένες σπουδές, για πιο πλούσια επαγγελματική εμπειρία σε νέες ιδέες, σύγχρονες μονάδες, καλύτερες τεχνολογίες, πιο καταρτισμένους συναδέλφους. 
Και μόνο εσύ ξέρεις τι μοναξιά έφαγες, τι ρατσισμό κατάπιες, πόσο σου έλειπαν αυτοί κι αυτά που αγαπούσες, πόσα βράδια σου έκανε παρέα μόνο μια κλήση στο Skype, μια εξάδα από μπύρες, ένα τσαλακωμένο βιβλίο. 
Μόνο εσύ ξέρεις πόσο πολύ κουράστηκες για να καταξιωθείς εκεί που ήσουν πάντα ο ξένος, σε μια γλώσσα που μπορεί να σου έπιανε σα φαρυγγίτιδα τον λαιμό, σε μια κουλτούρα που μπορεί να μη σου ταίριαζε, να παλεύεις να αφομοιωθείς με το ζόρι, να ξαπλώσεις στο κρεβάτι του Προκρούστη να κόψεις κάτι από την ψυχή σου, να τραβήξεις κάτι από την καρδιά σου. 
Να μην θες να κάνεις παιδιά γιατί δεν τα θες να σου να πάνε στα ξένα σχολεία, να μοιάζουν σε αυτούς, να μη μπορείς να τους πεις «σ’ αγαπώ» στη γλώσσα σου, να μην καταλαβαίνουν τον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι. 
Να βιώνεις σχέσεις και χωρισμούς από απόσταση, συμβατικές φιλίες και παγωμένα ραντεβού με ανθρώπους που σε κανονικές συνθήκες δε θα έλεγες καν καλημέρα, να συγκατοικείς με τυχαίους ξένους, να βρίσκεις ξερατά τους στο μπάνιο, να σου λείπει το φαγητό σου από το ψυγείο. 
Να κλαις γοερά μέσα σου και να απαντάς στους γονείς σου «όλα καλά» κι αυτοί να καμαρώνουν στα καφενεία για το τι ωραία που είναι έξω και τι ευτυχισμένα που ζούνε τα παιδιά τους που έφυγαν και σώθηκαν.
Και να γυρίζεις πίσω στην Ιθάκη σου. 
Γιατί όσο κι αν δε μπορείτε να το καταλάβετε κάποιοι οι άνθρωποι είναι πιο σημαντικοί από το νούμερο που θα γράφει το app της τράπεζας όταν ανοίγεις το κινητό, γιατί μια καλημέρα αν είναι από την καρδιά ενός σημαντικού άλλου είναι η πραγματική ποιότητα ζωής κι όχι οι φωτογραφίες που θα ανεβάσεις στο Instagram από το κάθε τουριστικό φέρετρο που πήγες ή κάθε γκουρμέ φούσκα που έφαγες από τον κάθε ριαλιτζί μάγειρα για να φλεξάρεις την βλαχογκλαμουριά σου, γιατί το να είσαι κάπου που μπορείς να μιλάς τη γλώσσα σου και να καταλαβαίνουν την κουλτούρα σου είναι οξυγόνο, γιατί αν θεωρείς ότι η κουλτούρα σου έχει μόνο στραβά κι οι κουλτούρες των ισχυρών είναι διαμάντι 24 καρατίων, είσαι ραγιάς κι απόγονος ραγιάδων, γιατί αν θεωρείτε ότι στην Ελλάδα έχουμε τον κακό καπιταλισμό ενώ στη Δύση έχουν τον καλό καπιταλισμό και μου το παίζετε κι Αριστεροί είστε πολιτικά αναλφάβητοι. 
Στην Ελλάδα της κρίσης άρχισε να ξυπνάει η ταξική μου συνείδηση, στην Αμερική και στην Αγγλία έβγαλε ρίζες, εκεί δικαιώθηκε ο Μαρξ μέσα μου, εκεί κατέρρευσαν όλα τα αφηγήματά τους.
Κι ενώ έχεις μια ζωή θυσιασμένη σαν τομάρι λιονταριού στην είσοδο του γραφείο σου, τα νιάτα σου καρφωμένα σαν τον Χριστό πάνω σε τοίχους βλέπεις τα χρόνια του θερισμού που σου έταξαν να είναι φτωχά κι άδεια, να σου γελάνε πίσω ειρωνικά. 
Βλέπεις να έρχεται ένα ακόμα καλοκαίρι και να ξέρεις ότι δε θα πας διακοπές, όπως δεν πήγες και πέρσι και πρόπερσι, όπως δε θα πας και του χρόνου και του παραχρόνου. 
Ότι ίσως αναγκαστείς καμιά εβδομάδα να φορτωθείς στους δικούς σου για να γλιτώσεις τίποτα από την ΔΕΗ, να βλέπεις τα ρούχα και τα παπούτσια σου σκισμένα και να μην έχεις να πάρεις άλλα, να φοράς τα ίδια ρούχα 5 χρόνια, να ντρέπεσαι που τα φοράς, να πληρώνεις τον λογαριασμό του φυσικού αερίου σε δόσεις, να πρέπει να διαλέξεις ποια επίσκεψη στο σουπερμάρκετ θα αποφύγεις, να δουλεύεις 10 και 12 ώρες την ημέρα, κάποιες φορές σπαστό, να φεύγεις από το σπίτι στις 9 το πρωί να γυρίζεις στις 8.30 το βράδυ, να κάνεις και δεύτερη δουλειά και τρίτη, να ψάχνεις μια ακόμα συνεργασία, μια ακόμα πηγή εσόδων, 50% σου τα παίρνει το κράτος με τη μία κι από τα εναπομείναντα άλλο 24% με τον ΦΠΑ.
 Και να ξέρεις ότι αν σου συμβεί κάτι δεν υπάρχει πια δημόσιο νοσοκομείο, όταν γεράσεις δε θα πάρεις σύνταξη. 
Να είσαι λέει με μπλοκάκι, μια άλλη μορφή ευέλικτης εργασίας, ανασφάλιστη κι απλήρωτη εργασία, να είσαι ο μαλάκας της υπόθεσης δηλαδή, να είσαι ένας «κρυφός» υπάλληλος ή να συντηρείς ένα γραφείο με τα δόντια και να σε βρίζουν οι συστημικοί ότι φοροδιαφεύγεις και να σε τιμωρούν με εξτρά φόρους, τι να κάνεις; Θα δουλέψεις και τα Σάββατα και την αργία και τον Αύγουστο.
Να ξέρεις ότι και να θες να κάνεις οικογένεια δε μπορείς, δε γίνεται, δε βγαίνει. Προφανώς να προστατέψουμε το δικαίωμα της έκτρωσης, αλλά μην πατάμε τη μπανανόφλουδα της Ακροδεξιάς, αυτά δε θα έπρεπε καν να τα συζητάμε, είναι αυτονόητα, αδιαπραγμάτευτα. Θα μιλήσουμε για το δικαίωμα της οικογένειας; 
Να έχεις τον γαμημένο χρόνο και τα γαμημένα λεφτά και τις παροχές να κάνεις οικογένεια, αν το θες. 
Δεν ασχολείται με αυτά όμως κανείς, ούτε η Αριστερά, μόνο ατομικά δικαιώματα. Η κοινότητα πέθανε, ζήτω το άτομο. Εξαφανιζόμαστε λέει. Μα η πληθυσμιακή συρρίκνωση είναι η τελευταία κραυγή του λαού που τον έχεις πετάξει σε ένα καζάνι και τον βράζεις για να του πάρεις και την τελευταία σταγόνα λίπους. Είναι η μόνη του –μάταιη- εκδίκηση απέναντι στους δυνάστες του.
 
Ναι είμαι επιστήμονας, δεν είμαι ούτε αγρότης ούτε οικοδόμος ούτε ο τυπικός εργάτης της αφίσας του ΚΚΕ. Είμαι όμως προλετάριος. Δεν έχω καμία προοπτική ταξικής ανόδου, δεν έχω καμία πιο ευνοϊκή συνδιαλλαγή με την αστική τάξη. 
Είμαι προϊόν μιας φρικτής εκμετάλλευσης που ξεκίνησε από την παιδική μου ηλικία, τα προσόντα μου είναι κιμάς στη κρεατομηχανή του κέρδους τους.
 Δεν ζω, επιβιώνω, κυλιέμαι ανάμεσα σε εκβιασμούς κι αδιέξοδα. 
Υποφέρω, φοβάμαι, ματαιώνομαι, ντρέπομαι, έχω κουραστεί
Δε με ενδιαφέρει αν θα αλλάξει η κυβέρνηση. Δε με ενδιαφέρει αν θα μου κόψει κάποιο επίδομα ή θα μου κάνει μια καλύτερη φορολογική ρύθμιση ο Μητσοτάκης, ο Ανδρουλάκης ή ο Τσίπρας. 
Θέλω να αλλάξει ο κόσμος, θέλω αξιοκρατικά το μερίδιο από τον πλούτο που παράγω και τις υπηρεσίες που προσφέρω. Το ίδιο θέλω και για τους άλλους επιστήμονες, για τους πελάτες μου, για τους φίλους μου, για όλους τους κλάδους που ματώνουν μαζί μου, ανεξαρτήτως καταγωγής, σπουδών, φύλου, σεξουαλικότητας, θρησκείας.
Είμαι επιστήμονας κι είμαι προλετάριος κι ονειρεύομαι έναν κόσμο που η επιστήμη δε θα είναι όπλο στην φαρέτρα τους, αλλά το όχημα του ανθρώπου για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο.

29 Απριλίου, 2026

Γι’ Αυτούς, που Ατρόμητοι στο Θάνατο Στάθηκαν, με Βλέμμα Καθαρό.


 του Τάκη Κεφαλληνού

Αυτές τις ώρες ένα απρόσμενο γεγονός, μάς έχει συγκλονίσει. Είναι οι φωτογραφίες που είδαν το φως της δημοσιότητας και ζωντανεύουν τη μεταφορά και εκτέλεση, από τους ναζί κατακτητές, των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944.
Ήταν πρωτεργάτες στον Μάη του '36, αυτοί που δημιούργησαν την αθάνατη εποποιία της Εθνικής Αντίστασης, που έδωσαν τα καλύτερα χρόνια τους στις φυλακές και εξορίες και έχασαν στα εκτελεστικά αποσπάσματα διαλεχτούς συντρόφους και πολλά προσφιλή τους πρόσωπα. Δεν δέχτηκαν, επίσης, να υπογράψουν ποτέ δήλωση μετάνοιας στο φασιστικό καθεστώς του Μεταξά, που τους παρέδωσε αλυσοδεμένους στη Γκεστάπο!

Πήραν τον δρόμο του αγώνα και της θυσίας στους ώμους τους, για την κατάκτηση μιας ανώτερης ζωής, με κύρος, ηθική υπεροχή, γεμάτης με υψηλά ιδανικά και αξίες. Εκεί που βασιλεύει στους αιώνες η συλλογική και η προσωπική δικαίωση!

Δια τούτο, αυτά τα μοναδικά και πολύτιμα ντοκουμέντα να πάνε πρέπει στους ηρωικούς Δήμους Καισαριανής και Χαϊδαρίου και στο ΚΚΕ βεβαίως, για να πλαισιώσουν τα ήδη υπάρχοντα αντίστοιχα μουσεία, ώστε να μπορεί ο λαός μας και τα παιδιά του να καμαρώνουν για τους πατεράδες τους και συγχρόνως, να διδάσκονται και να εμπνέονται από το παράδειγμά τους.

Η απροσμέτρητη αντιστασιακή, πατριωτική και κομμουνιστική δράση τους παραμένει και ο μόνος δρόμος για την κατάκτηση μιας ανώτερης προσωπικής ζωής, με κύρος, υψηλά ιδανικά, αξίες μα και ηθική υπεροχή, αφού ποτέ τους δεν λυγίσανε στα ξερονήσια, στις φυλακές και στα βασανιστήρια, όπως και εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι κομμουνιστές, σύντροφοί τους, επίσης.

Από την άλλη πλευρά, σε καμία περίπτωση δεν δικαιώθηκαν όσοι - και ήταν πολλοί – επιχείρησαν να διαλύσουν το Κόμμα και να το μετατρέψουν σε ένα σοσιαλδημοκρατικό μόρφωμα. Το Κόμμα εύρισκε, πάντοτε, τη δύναμη να απαλλαγεί από πολιτικές επιζήμιες, να κρατήσει τον επαναστατικό του χαρακτήρα, εκπονώντας ένα σύγχρονο Επαναστατικό Πρόγραμμα. Δεν είναι τυχαίο που έφτασε σήμερα να διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στην Ελλάδα και διεθνώς.

Με την σειρά μου, νιώθω και εγώ να ζω σε ένα φανταστικό Κόσμο. Αλήθεια, χρειάζονταν μερικές φωτογραφίες, για να μάθουμε ότι αυτά που δείχνουν τα ντοκουμέντα, ήταν το σύνηθες στα κολαστήρια των κατακτητών, καθώς και των Ελλήνων Εθνικοφρόνων και των παραφυάδων αυτών! Όμως αλλοίμονο, σε ποια σχολεία διδάσκονται αυτά που τώρα θαυμάζονται; Πού θα διαβάσουμε ότι σπάγανε τα κόκκαλα του Νικηταρά από τα βασανιστήρια και τόσο άλλων πολέμαρχων του 1821. Ίσως, στα «Πειραματικά», βέβαια, που διαφημίζουνε, να μάθουμε την πραγματική μας ιστορία (sic ! ).


Συγχρόνως, η ταπεινότητά μου, ξεπερνώντας μισό αιώνα κομματικής ζωής και δράσης, μπορώ να διαβεβαιώσω ότι γνώρισα, κατέγραψα τις πολύτιμες διηγήσεις τους και συνδέθηκα με φιλία, αφοσίωση και θαυμασμό με δεκάδες στελέχη που κάθισαν χρόνια και χρόνια στις φυλακές, στις εξορίες και στα βασανιστήρια, προκειμένου να μην υπογράψουν μισή σελίδα δήλωση μετάνοιας!

Διασώζω, λοιπόν, δύο περιστατικά «θυσίας», που συνάδουν με το φρόνημα των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή και έχουν, και αυτά, μια πολυσημία συμβολική και συγχρόνως μια λυτρωτική και σωτήρια επενέργεια.

Το πρώτο μάς ανάφερε το Γενάρη του ’19, στο «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο» του Δήμου Κηφισιάς, ο ιδιαίτερος και αγαπημένος φίλος, ταξιδευτής, ιδρυτής του Ταξιδιωτικού Γραφείου Melodrakma Universal S. L. και διανοούμενος Γιάννης Λυμτσιούλης, που ζει και έχει ιδιαίτερους δεσμούς με την Ισπανία.

Διασώζω εδώ τα τελευταία λόγια της ηχογραφημένης, από εμέ, προφορικής του διάλεξης: «Μία πολύ γνώριμη σε εμέ μάνα εκεί, στη χώρα των Βάσκων, πήγε στη φυλακή, προκειμένου να αποχαιρετήσει στην τελευταία του νύκτα τον 17χρονο γιο της, ο οποίος θα εκτελείτο το επόμενο πρωί.

Ήταν η τελευταία εκτέλεση του Φράνκο. Σκύβει και του λέει: «Δεν παίρνω πίσω καμία απόφαση. Θέλω μόνο κάτι να σε θυμάμαι … ε μα… το πουκάμισο, ναι το πουκάμισο έστω … η μυρωδιά του».

Πάει να του βγάλει το πουκάμισο και τραβάει και τραβάει … είχε κολλήσει από τις πληγές και τα αίματα, τραβάει και τελικά το παίρνει μαζί της, για να τον θυμάται.

Νομίζω, συνεχίζει ο ομιλητής, ότι, κάθε φορά που ερχόμαστε σε μια τέτοια μνήμη, όλα αυτά τα πουκάμισα είναι και δικά μας πουκάμισα! Σε μια ακροβασία ανάμεσα στο θυμάμαι και στο ξεχνάω, σίγουρα αξίζει να θυμόμαστε, είναι τόσο μικρή η ζωή μας άλλωστε».


Πολυαγαπημένε μας Γιάννη, παράλληλα είχαμε και εμείς Εμφύλιο στην Ελλάδα με 17χρονο κορίτσι, την Λαμπρινή Καπλάνη, στην τελευταία εκτέλεση, στις φυλακές Αβέρωφ.

Το περιστατικό διασώζει η συγκρατούμενή της Μαρία Σιδέρη, καταδικασμένη και αυτή πέντε φορές σε θάνατο, γιατί δεν πρόδωσε συντρόφους της: …στου Αβέρωφ ο φύλακας ήταν παλιάνθρωπος. Δεν αποκάλυπτε, κατά την συνήθειά του, αμέσως ποια θα πάρει, για να ‘χουμε αγωνία. Με τα πολλά το είπε: η Λαμπρινή Καπλάνη από την Ικαρία.  Εμείς τα χάσαμε, αφού δεν ήταν ομόφωνα από τους στρατοδίκες καταδικασμένη. «Μην κλάψει καμία. Εγώ θα κλείσω τους τάφους» λέει η 17χρονη Λαμπρινή. Φόρεσε το φουστάνι της, τράβηξε το φύλακα από το μανίκι κι έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω! Κλάψαμε. Δεν κρατηθήκαμε. Πιο πολύ από κάθε φορά. Μετά τραγουδήσαμε τον «ύμνο των μελλοθάνατων…»

Να σημειώσουμε, όπως μου διηγήθηκε το 2005 ο πολλά αγαπημένος μου σ. Σπύρος Χαλβατζής, η εμβληματική διευθύντρια της χορωδίας κρατουμένων των Φυλακών Αβέρωφ, Μαρία Σιδέρη, ο θρύλος των φυλακών, ήταν αυτή που, παιδούλα ακόμη, αποφύγανε να την εκτελέσουν οι Γερμανοί, όταν την έπιασαν να μεταφέρει για φύλαξη στην Κοζάνη, μέσα σε ένα καλάθι με αυγά, το πιστόλι του Μανώλη Χαλβατζή, προπολεμικού κομμουνιστή με εξορίες σε Γαύδο (1928), Φολέγανδρο (1932), Ανάφη (1937). Ήταν ο πατέρας του Σπύρου Χαλβατζή, μέλους της Κ.Ε. και γραμματέα της ΚΝΕ.

Για την τελευταία εκτέλεση, του 17χρονου κοριτσιού στις φυλακές Αβέρωφ, μάς είχε μιλήσει, από ό,τι θυμάμαι, και η κρατούμενη στου Αβέρωφ, φίλη μας ολοζωής, Μαρία Σταματάτου, αληθινή ηρωίδα (Πελαγία) του έργου: «Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι».

Με συγκίνηση θα περιγράψει σκηνές με τις μελλοθάνατες που ήθελε εκτελεστούν με το φέξιμο της επόμενης μέρας: «… ως το πρωί, τους κρατάγαμε συντροφιά, τις στολίζαμε και ανταλλάσσαμε μαζί τους λόγια αντάξια των ηρωικών αυτών στιγμών.»

Σε αυτά τα δρομολόγια, που φωτίζονταν το άρρητο, οι φυλακισμένοι με πείσμα και ακάματη επαναστατική θέληση προσπαθούσαν να κτίσουν τις ζωές των μελλοθάνατων στο φως. Η μνημοσύνη λοιπόν και το βίαιο σύμπαν των συγκρούσεων για λευτεριά και κοινωνική δικαιοσύνη σε όλα τα πλάτη της γης στέκουν ίδια και απαράλλακτα!

Είναι ζωές Επαναστατών που δεν χάνονται εδώ κι εκεί. Όμως, γιατί να τους αδικήσει η φύση, δίνοντάς τους μόνο έναν κόσμο και μια ζωή;

Τελικά, τι παραπάνω από τέτοια γεγονότα, θα μπορούσαν να εμπνεύσουν κλασικούς αρχαίους τραγωδούς; Τι περισσότερο μεγαλειώδες έπρατταν οι ήρωές τους από το να διασώζουν την περηφάνειά τους και τις ιδέες τους, ακόμη και όταν στροβιλιζόταν στο χαλασμό οι ζωές τους;

Κι ίσως ό,τι μένει να΄ ναι στην άκρη του δρόμου μας, ένα μικρό “μη με λησμόνει”, για να φωτίζει τη δύναμη του επαναστατικού ταξικού αγώνα!


Ζάκυνθος 22 Φλεβάρη του 2026


24 Απριλίου, 2026

Οι δύο κόσμοι: Η Ελλάδα στις 5 Μαρτίου 1943 #Γιώργου_Μαργαρίτη

 


Δημοσιεύσεις στη Ροή

Γιώργος Μαργαρίτης

Ευγενικός και άξιος (από τους λίγους) δημοσιογράφους μου θύμισε ένα παλιό άρθρο μου στον Ριζοσπάστη.
Πάντοτε επίκαιρο
Να θυμίσω ότι επικεφαλής της Αστυνομίας Πόλεων τον Μάρτιο του 1943 (όπως και τον Δεκέμβριο του 1944) ήταν ο Άγγελος Έβερτ, πατέρας του εκ των ιδρυτών της Νέας Δημοκρατίας Μιλτιάδη Έβερτ.
Εξαιτίας των τότε γεγονότων (της σφαγής των νέων) στις 7 Απριλίου 1943 ανέλαβε την πρωθυπουργία ο Ιωάννης Ράλλης, πατέρας του Γεωργίου Ράλλη, επίσης εκ των ιδρυτών της Νέας Δημοκρατίας.
Παραθέτω το άρθρο ζητώντας συγγνώμη για την έκταση
Κυριακή 2 Μάρτη 2008
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 21
Οι δύο κόσμοι: Η Ελλάδα στις 5 Μαρτίου 1943
Στις 5 Μαρτίου του 1943 ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο μεγάλος αντιφασιστικός αγώνας των λαών, μαινόταν σε όλα τα μέτωπα. 
Για τις δυνάμεις του Αξονα οι ειδήσεις από τα πολεμικά μέτωπα δεν ήταν οι καλύτερες δυνατές, το ρεύμα είχε αρχίσει να γυρίζει πίσω. 
Πριν μόλις ένα μήνα, η επιθετική αιχμή του δόρατος των ναζιστικών στρατευμάτων είχε σπάσει στο Στάλινγκραντ, όπου, στις 2 Φεβρουαρίου, συνθηκολόγησαν οι τελευταίοι 90.000 άνδρες της 6ης γερμανικής στρατιάς μετά από μία τιτάνια μάχη που κράτησε μήνες και κόστισε δύο εκατομμύρια νεκρούς και τραυματίες.
 Στην άλλη άκρη του κόσμου, οι Αμερικανοί ολοκλήρωναν, στις 9 Φεβρουαρίου, την κατάληψη της Γκουανταλκανάλ, θέτοντας τέλος σε μία δεκάμηνη σύγκρουση. Στη Μεσόγειο ο Αξονας μπορούσε να πανηγυρίζει ακόμα. 
Στη μάχη της Κασερίν, οι Αμερικανοί γνώρισαν την καταστροφή και έχασαν 16.000 στρατιώτες. Η Κασερίν, όμως, ήταν ήδη στις προσβάσεις της Τυνησίας και επρόκειτο να είναι η τελευταία στρατιωτική επιτυχία του Αξονα στη βόρεια Αφρική.
Στην Ελλάδα, τον ίδιο καιρό, η εικόνα της Κατοχής άλλαζε με καταιγιστικούς ρυθμούς. Η ανατίναξη της γέφυρας στον Γοργοπόταμο, όπως γρήγορα αποδείχθηκε, δεν ήταν παρά το προοίμιο των σημαντικών εξελίξεων που θα ακολουθούσαν. Τις πρώτες ημέρες του Μαρτίου πολλές περιοχές της χώρας βρίσκονταν ήδη σε κατάσταση ανοικτής εξέγερσης ενάντια στον κατακτητή και στα αρπακτικά μέτρα του κατοχικού κράτους. 
Στη δυτική Μακεδονία οι ανατροπές είχαν ήδη πάρει δραματικές διαστάσεις. Στις 6 Μαρτίου, ολόκληρο ιταλικό τάγμα - η φρουρά της πόλης των Γρεβενών - παραδόθηκε στους αντάρτες του ΕΛΑΣ και στους εξεγερμένους αγρότες στον Φαρδύκαμπο. 
Η Αθήνα βρισκόταν σε συνεχή αναβρασμό: Στις 23 του Φλεβάρη μία νέα οργάνωση Αντίστασης έκανε δυναμικά την εμφάνισή της. Ηταν η ΕΠΟΝ, η Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νεολαίας. 
Στις 24 ξέσπασε το πρώτο κύμα των εκδηλώσεων ενάντια στα κυβερνητικά σχέδια για Πολιτική Επιστράτευση. Στις 28 η πόλη συγκλονίστηκε από την κηδεία του ποιητή Κωστή Παλαμά, που μετατράπηκε από τους δεκάδες χιλιάδες συγκεντρωμένους σε αγωνιστικό σάλπισμα.

Οι κατακτητές τα είχαν χαμένα, το σύστημα που είχαν οργανώσει έτριζε και χρειαζόταν επειγόντως προσαρμογές. 
Στην Αθήνα κυβερνούσε ακόμα ο γερμανόφιλος γιατρός, ο Λογοθετόπουλος, στα παρασκήνια, όμως, οι Γερμανοί και οι Ιταλοί αναζητούσαν μία πιο δυναμική δωσιλογική κυβερνητική παρουσία. 
Οι διαπραγματεύσεις με τον Ιωάννη Ράλλη, πρύτανη μεγάλης πολιτικής οικογένειας, συνεχίζονταν στα παρασκήνια. Ο Ράλλης ζητούσε δυναμικό κράτος με δικές του ένοπλες δυνάμεις ικανές να αναλάβουν σταυροφορία ενάντια στους κομμουνιστές. Οι ιδέες του συγκινούσαν ιδιαίτερα τους Γερμανούς, οι οποίοι έσπευδαν να κλείσουν τις όποιες εκκρεμότητες υπήρχαν πριν εγκαταστήσουν το νέο τους εκλεκτό στην εξουσία. 
Οι πρώτες αποστολές Εβραίων της Θεσσαλονίκης στα στρατόπεδα εξόντωσης προετοιμάζονταν με πυρετώδεις ρυθμούς, έτσι ώστε να μη βρει η νέα κυβέρνηση το πρόβλημα αυτό μπροστά της στο επικείμενο ξεκίνημα του βίου της. Οι αποστολές ξεκίνησαν στις 15 Μαρτίου με το πρώτο σιδηροδρομικό φορτίο από 2.600 μελλοθάνατους ανθρώπους. Ακολούθησαν άλλα σε τακτά διαστήματα. Η κυβέρνηση Ράλλη έμελλε να ορκιστεί στις 7 Απριλίου του 1943.

Με τη στροφή που είχε πάρει ο πόλεμος, η ένταση της εκμετάλλευσης του φυσικού πλούτου, του βιομηχανικού και κατασκευαστικού δυναμικού και, προπαντός, του εργατικού δυναμικού της χώρας προέκυψε ως ζωτική ανάγκη για τον Αξονα και τις αρχές κατοχής.
 Στα κυβερνητικά παρασκήνια απεργάζονταν νομοσχέδια για την «πολιτική επιστράτευση», για τη χωρίς όρους και υποχρεώσεις στρατολόγηση εργατικού δυναμικού για τις ανάγκες του στρατού κατοχής και της οικονομίας της Νέας Ευρώπης του Ράιχ. 
Θα ήταν πρέπον να «φορτωθεί» η κυβέρνηση Λογοθετόπουλου τα νομοσχέδια αυτά και να αναλάβει μετά ο Ράλλης να τα εφαρμόσει.
Τα σχέδια διέρρευσαν. 
Μετά από τις πρώτες - διερευνητικές - εκδηλώσεις του Φεβρουαρίου, στις 5 Μαρτίου του 1943, το ΕΑΜ οργάνωσε τεράστιες διαδηλώσεις στην Αθήνα ενάντια στην επαπειλούμενη στρατολόγηση των Ελλήνων στα κάτεργα του Ράιχ.
 
Οι δεκάδες χιλιάδες - για 200.000 κάνουν λόγο οι πηγές - των διαδηλωτών βρήκαν απέναντί τους δύο ειδών αντίδραση: 
Εκείνη των σαστισμένων κατακτητών και εκείνη την απροσδόκητα φανατική και λυσσαλέα των «οργάνων της τάξης» - της Αστυνομίας Πόλεων, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Αγγελος Εβερτ, και της Χωροφυλακής. 
Οι διαδηλωτές παρ' όλα αυτά νίκησαν. Κυβέρνηση και κατακτητές έσπευσαν την ίδια κιόλας ημέρα να διαψεύσουν την ύπαρξη προθέσεων επιστράτευσης. 
Εμεινε το αίμα και τα ερωτηματικά. 
Τρεις ημέρες μετά τη σφαγή μερικοί από τους πλέον επιφανείς ανθρώπους των Γραμμάτων της πρωτεύουσας έστειλαν στον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό το παρακάτω γράμμα:1
«Ο συγγραφικός κόσμος της Ελλάδος και εν γένει ο κόσμος των γραμμάτων με βαθυτάτην οδύνην έρχεται δι' Υμών να εκφράση την πικρίαν και αγανάκτησίν του διά τα τραγικά γεγονότα της 5 Μαρτίου. Κόσμος εξ όλων των κοινωνικών στρωμάτων αποτελούμενος κατά πλειοψηφίαν από νέους και νέας, προφανώς φοιτητάς και φοιτητρίας, είχον εκχυθή εις τους δρόμους των Αθηνών και με ανατάσεις των χειρών και επιφωνήματα εξέφραζον τη δυσφορίαν των διά το κατ' εκείνας τας ημέρας συζητούμενον διάταγμα της Πολιτικής Επιστρατεύσεως. Ισως ο κόσμος αυτός κάπως εντονώτερον να εξεδήλωνε τα συναισθήματά του, οπωσδήποτε όμως επρόκειτο περί αόπλων πολιτών, οίτινες, όσον και αν εφώναζον, όσον και αν χειρονομούσαν, ήσαν ακίνδυνοι. Ουδενός η ζωή εκινδύνευεν από αυτούς. Τι συνέβη όμως; Οταν έφθασαν εις τας παρόδους του Πολυτεχνείου - ως διηγούνται αυτόπται μάρτυρες, αγαθοί νοικοκυραίοι που παρηκολούθησαν τας σκηνάς από τα σπίτια τους - εδέχθησαν την αδικαιολόγητον, την λυσσαλέαν επίθεσιν των οργάνων της τάξεως.
»Ο προ του υπουργείου Εργασίας χώρος μετεβλήθη εις πεδίον μάχης. Ολα τα είδη του οπλισμού, όλα τα μέσα: οπλοπολυβόλα, χειροβομβίδες, πιστόλια, αντλίες, ετέθησαν εις εφαρμογήν. Μίαν ώραν διήρκεσεν η σύρραξις. Οταν όμως το πλήθος διελύθη, εκ των αποτελεσμάτων απεδεικνύετο ότι ό,τι είχε συμβεί υπερέβαινε κατά πολύ την προοπτικήν μιας συνήθους μάχης. Νεκροί έμεναν ξαπλωμένοι καταγής, τους δε τραυματίας, που άλλοι ανεβάζουν εις εκατόν και άλλοι εις εκατόν πεντήκοντα,2 δεν επρόφθαιναν τα συνεργεία του Ερυθρού Σταυρού να μετακομίζουν εις ιατρεία και νοσοκομεία. Πολλοί εξ αυτών βαρέως τραυματισθέντες με διαμπερή της κοιλίας ή των πνευμόνων, υπέκυψαν αργότερον εις τα τραύματά των ή χαροπαλεύουν ακόμη εις τα νοσοκομεία και τας ιδιωτικάς κλινικάς. Σημειωτέον ότι πολλοί εκ των τραυματιών είναι κορίτσια δέκα έξι και δέκα οκτώ ετών.
»Διερωτώμεθα, δε θα ήτο δυνατόν, αντί των όπλων, να τοποθετηθή εις το μέσον εκεί, ένα μεγάφωνον, το οποίον να καθησύχαζε τα πλήθη διά την μη εφαρμογήν του διατάγματος της Επιστρατεύσεως, αφού άλλωστε η Πολιτική Επιστράτευσις, ως εδηλώθη υπό της Κυβερνήσεως, δεν επρόκειτο να εφαρμοσθή;
»Μάχην εάν συνήπτε ο ελληνικός λαός προς εχθρούς του πραγματικούς, δε θα αριθμούσε τόσα θύματα. Η σκληροτέρα μάχη του αλβανικού μετώπου δεν έστειλε στον Αδη τόσα παλικάρια όσα η τραγική αυτή ημέρα της 5ης Μαρτίου. Το έγκλημα όμως αυτό, οι ομαδικές αυτές δολοφονίες αόπλων πολιτών, νομίζομε πως δεν είναι σωστό, πως δεν πρέπει να μείνουν έτσι. Θα πρέπει να ζητηθούν ευθύναι και να επιβληθούν κυρώσεις εις τα όργανα εκείνα της τάξεως, τα οποία, με το να έχουν όπλα, νομίζουν ότι μπορούν και να τα χρησιμοποιούν εις βάρος της ζωής αθώων αόπλων πολιτών.
»Εχομεν απόλυτον πεποίθησιν εις την ευθυκρισίαν με την οποίαν αντιμετωπίζετε εκάστοτε τα διάφορα ζητήματα και αφιέμεθα με εμπιστοσύνην και επί του προκειμένου εις τας Υμετέρας ενεργείας. Ναι μεν ό,τι και αν κάμωμε, δε θα κατορθώσωμε να επαναφέρωμε στη ζωή τους χαμένους - ακόμη και τραυματίαι, ακόμη και ανάπηροι του ιταλικού πολέμου, τους οποίους εσεβάσθησαν οι εχθρικαί σφαίρες, επέπρωτο να πάνε από σφαίρες ελληνικές! - πάντως με τη δίκαιη και αυστηρή τιμωρία των ενόχων ίσως περισώσωμε τους πολίτας από μελλοντικάς παρομοίας πράξεις - τας οποίας αποφεύγομεν εσκεμμένως να χαρακτηρίσωμεν - των λεγομένων οργάνων της τάξεως.
»Μετά βαθυτάτου σεβασμού και ευλαβείας,
Σπ. Θεοδωρόπουλος, Ι. Κακριδής, Ι. Κοκκινάκης, Μεν. Λουντέμης, Λουκής Ακρίτας, Ελένη Σαμίου, Κ. Μιμήκος, Λ. Κουκούλας, Σ. Παπαδάκη, Β. Βαρίκας, Α. Ανδρεόπουλος, Π. Χάρης, Κ. Σούκας, Χρ. Λεβάντας, Ν. Προεστόπουλος, Μ. Αργυρόπουλος, Στρ. Μυριβήλης, Φ. Κόντογλου, Ι. Λαμπρινός, Μ. Καραγάτσης, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Κ. Θεοδωρόπουλος, Θ. Ξύδης, Γ. Κατσίμπαλης, Γ. Φουσάρας, Φ. Μιχαλόπουλος, Στρ. Δούκας, Γ. Αηδονόπουλος, Κατίνα Παΐζη, Γ. Γεραλής, Ολμος Περάνθης, Ι. Σφακιανάκης, Νικ. Βρεττάκος, Κ. Καρθαίος, Β. Ρώτας, Μ. Αναστασίου, Μ. Αυγέρης, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Σωτήρης Σκίπης, Γ. Θεοτοκάς, Μελ. Νικολαΐδης, Αγγ. Τερζάκης, Β. Δασκαλάκης, Ν. Καρούζος, Δ. Μηλιάδης, Απ. Μελαχρινός, Ελλη Αλεξίου, Γερ. Σπαταλάς, Γ. Χατζίνης, Χ. Λαγοπάτης και Β. Βακαλό».


Από τα «όργανα της τάξεως» ουδείς τιμωρήθηκε για τη σφαγή της 5ης Μαρτίου του 1943. 
Αντίθετα, η Αστυνομία Πόλεων πρωταγωνίστησε με ακόμα πιο θλιβερό τρόπο στην καταστολή των εκδηλώσεων που θα ακολουθούσαν την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1943. Δύο σχεδόν χρόνια αργότερα, στις 3 Δεκεμβρίου του 1944, ο Αγγελος Εβερτ εξακολουθούσε να είναι επικεφαλής της Αστυνομίας, όταν τα «όργανά» της αιματοκύλησαν την ειρηνική διαδήλωση του ΕΑΜ στην Πλατεία Συντάγματος.
Γιατί τέτοιος φανατισμός, τέτοιο μίσος, τέτοια λύσσα;
Ποιον κόσμο προάσπιζαν οι αστυνομικοί του κατοχικού κράτους στις 5 Μαρτίου 1943; 
Θα ήταν μάταιο να ανατρέξει κανείς σε ψυχολογικές ή άλλες ερμηνείες, ο κόσμος που προάσπιζαν λυσσαλέα τα «όργανα της τάξεως» ήταν πραγματικός και χειροπιαστός, είχε οικονομική, πολιτική, ταξική υπόσταση. 
Αυτοί που αργότερα ονομάστηκαν «οικονομικοί δωσίλογοι», οι μεγαλέμποροι και μεγαλοβιομήχανοι της χώρας, όσοι παλαιοί και νέοι επιχειρηματίες δούλευαν για τον κατακτητή είχαν ήδη φτιάξει έναν κόσμο που τα «όργανα της τάξεως» όφειλαν να προασπίσουν με κάθε μέσο.
Στις 4 Φεβρουαρίου 1943 οι γερμανικές οικονομικές αρχές έριξαν στο Χρηματιστήριο της Αθήνας 48.000 χρυσές λίρες και 1.250.000 χρυσά γαλλικά φράγκα.3 
Επρόκειτο για ματωμένο χρυσάφι αρπαγμένο από τις χώρες που κατακτήθηκαν, από τις λεηλασίες και από τις περιουσίες των Εβραίων που είχαν σταλεί στα κρεματόρια. 4 
Οι ενδιαφερόμενοι δεν ασχολούνταν με το αίμα που έσταζε από αυτόν τον χρυσό. Τα λαμπερά νομίσματα έγιναν ανάρπαστα από όλους εκείνους οι οποίοι έβλεπαν να αυγατίζουν τα εισοδήματά τους σε δραχμές και επιθυμούσαν διακαώς να μετατρέψουν τα κέρδη τους σε κάτι πιο σταθερό: σε χρυσάφι. 

Στις 28 Φεβρουαρίου, αυτή η διά του χρυσίου αναγνώριση των υπηρεσιών που ο ελληνικός καπιταλισμός πρόσφερε στη Νέα Τάξη του ναζισμού επαναλήφθηκε: 63.000 χρυσές λίρες έπεσαν στην αγορά. 
Στις 2 Μαρτίου ρίχτηκαν στην αγορά 33.000 ακόμα χρυσές λίρες, την επομένη, στις 3 Μαρτίου, δύο ημέρες πριν από το αιματοκύλισμα της Αθήνας, οι συνεργάτες των Γερμανών αμείφθηκαν διά του τρόπου αυτού με ακόμα 1.700.000 χρυσά γαλλικά φράγκα. 
Την ώρα που στους δρόμους της πρωτεύουσας οι διαδηλώσεις του ΕΑΜ πνίγονταν στο αίμα από τους κατακτητές και την Αστυνομία, αποτρέποντας την επικράτηση της δουλικής εργασίας, μερικοί είχαν άλλου τύπου ασχολίες: Μετρούσαν το χρυσάφι που οι υπηρεσίες τους στον κατακτητή και η συμμετοχή τους στην καταλήστευση της ίδιας τους της χώρας και του λαού της, τους εξασφάλισαν.
Αυτά τα «όργανα της τάξεως», που ανελέητα χτυπούσαν τις διαδηλώσεις του ΕΑΜ, είχαν πράγματι αφεντικά. 
Γνώριζαν τι είδους κόσμο προάσπιζαν: Εκείνο των κατακτητών, των καπιταλιστών, των κερδοσκόπων, των «οικονομικών δωσιλόγων». Και η αγριότητά τους ήταν ευθέως ανάλογη με την αγριότητα της λεηλασίας και της εκμετάλλευσης, μέσα στον αστερισμό των οποίων ζούσε τότε η Ελλάδα.
Ετσι ήταν ο κόσμος τον Μάρτιο του 1943: Κόσμος του κέρδους, κόσμος της αγοράς, κόσμος του ανθρώπινου σφαγείου.
  Και απέναντί του ο κόσμος της αξιοπρέπειας, του πατριωτισμού, του αγώνα, της Αντίστασης.

1. Το κείμενο της επιστολής μεταφέρθηκε εδώ από το βιβλίο του Γιάννη Καιροφύλα, Νεάπολις - Εξάρχεια, Αθήνα, 2002, σελ. 253 - 256.
2. Διαπιστωμένοι νεκροί εκείνης της ημέρας ξεπέρασαν τους δέκα.
3. Αναλυτικά στοιχεία στην έκθεση του επιτρόπου της Τράπεζας του Ράιχ (Reichsbank) για την Ελλάδα. Σχετικός πίνακας στο βιβλίο του Gotz Aly, Hitler's Beneficiaries. Plunder, Racial War and the Nazi Welfare State, New York, 2007, σ. 262 - 263.
4. Τον ίδιο δρόμο πήρε και ο χρυσός που αρπάχθηκε από τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης.