Μία καθυστερημένη επέτειος.
Αφορμή για το ποστ που ακολουθεί αποτέλεσαν διάφορες αναρτήσεις, σχόλια και άρθρα που πρόσφατα αναφέρθηκαν στην ανέγερση του “Τείχους του Βερολίνου” στις 13 Αυγούστου 1961.
Επειδή κανένα ιστορικό γεγονός δεν γεννάται σε ιστορικό κενό, επειδή η διαλεκτική της Ιστορίας δεν μπορεί να εξαντλείται σε άρθρα και αναρτήσεις ιστορικού κρετινισμού είναι χρήσιμο να θυμηθούμε ένα γεγονός που προηγήθηκε αρκετά χρόνια πριν από την 13η Αυγούστου 1961.
Στις 15 Αυγούστου 1939, τρεις μόλις εβδομάδες πριν από το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σε μία συνεδρίαση που ξεκίνησε στις 10:07 και
ολοκληρώθηκε στις 13:20, η ΕΣΣΔ πρότεινε μια αντιναζιστική συμμαχία στις ΗΠΑ, τη Γαλλία, την Πολωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο, έτοιμη να διαθέσει ένα εκατομμύριο στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού έτοιμους να παρέμβουν στη Γερμανία.
Οι συνομιλίες διεξήχθησαν στη Μόσχα ενώ στη συγκεκριμένη προεδρεύων ήταν ο Βρετανός Ναύαρχος Ρέτζιναλντ Νταξ.
Η σοβιετική πρόταση, που υποβλήθηκε από τον υπουργό Πολέμου στρατάρχη Κλιμέντ Βοροσίλοφ και τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου του Κόκκινου Στρατού, Μπόρις Σαπόσνικοφ, περιελάμβανε έως και 120 μεραρχίες πεζικού (η καθεμία με περίπου 19.000 στρατιώτες), 16 μεραρχίες ιππικού, 5.000 πυροβόλα βαρέως πυροβολικού, 9.500 άρματα μάχης και περισσότερα από 5.500 μαχητικά και βομβαρδιστικά αεροσκάφη στα σύνορα της Γερμανίας.
Η διαδικασία αυτή ξεκίνησε ουσιαστικά στις 17 Απριλίου 1939, όταν η σοβιετική κυβέρνηση υπέβαλε πρόταση για τη σύναψη, μεταξύ της ΕΣΣΔ, της Αγγλίας και της Γαλλίας, μιας συνθήκης και μιας στρατιωτικής σύμβασης, οι οποίες θα προέβλεπαν όχι μόνο αμοιβαία συνδρομή, αλλά και την παροχή κοινής στρατιωτικής βοήθειας από τις τρεις δυνάμεις σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη, σε περίπτωση γερμανικής εισβολής εναντίον τους. Η πρόοδος στις διαπραγματεύσεις αυτές, οι οποίες καθυστερούσαν με κάθε τρόπο από τη γαλλική και τη βρετανική πλευρά, ήταν πρακτικά ανύπαρκτη.
Σύμφωνα με τον σοβιετικό στρατηγό Σότσκοφ «Αν οι Βρετανοί, οι Γάλλοι και οι Πολωνοί, μαζί με τις ΗΠΑ, είχαν λάβει σοβαρά υπόψη αυτή την πρόταση, θα μπορούσαμε όλοι μαζί να διαθέσουμε περίπου 300 ή και περισσότερες μεραρχίες σε δύο μέτωπα εναντίον της Γερμανίας, διπλάσιο αριθμό από αυτόν που διέθετε ο Χίτλερ εκείνη την εποχή. Αυτή ήταν μια ευκαιρία να σωθεί ο κόσμος ή, τουλάχιστον, να σταματήσει το κακό επί τόπου».
Όχι μόνο οι ΗΠΑ, η Γαλλία, η Πολωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο την απέρριψαν, αλλά προχώρησαν και στην απόκρυψή της από ολόκληρο τον δυτικό Τύπο της εποχής, όπως υποστηρίζει ο Βρετανός ιστορικός και καθηγητής Ντόναλντ Κάμερον Γουάτ: «Η πρόταση αυτή δεν αναφέρθηκε σε καμία από τις σύγχρονες εφημερίδες, ούτε στις δύο μεγάλες βρετανικές εφημερίδες ούτε στην κύρια γαλλική».
Λίγο πριν απ' αυτή την πρόταση, μάλιστα, οι Βρετανοί και οι Γάλλοι είχαν υπογράψει τη Συμφωνία του Μονάχου του 1938, με την οποία ο Βρετανός πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν και ο Γάλλος πρωθυπουργός Εδουάρδος Νταλαντιέ παρέδωσαν τη Σουδητία της Τσεχοσλοβακίας στο ναζιστικό καθεστώς, παραχωρώντας ουσιαστικά στους χιτλερικούς μία από τις ισχυρότερες βιομηχανικές οικονομίες και επιπλέον έναν από τους πλέον αξιόμαχους στρατούς της Ευρώπης συνεργαζόμενοι de facto με τον Χίτλερ στην εισβολή του στην Ευρώπη και θέτοντας στην ΕΣΣΔ το προφανές ερώτημα: εναντίον ποιού;
Ήταν η ΤΡΙΤΗ ΦΟΡΑ που η ΕΣΣΔ πρότεινε συγκεκριμένη αντιφασιστική συμμαχία στις δυτικές χώρες και η τρίτη φορά που ΑΠΟΡΡΙΦΘΗΚΕ, η πρώτη το 1937 και η δεύτερη το 1938, γεγονός που ανάγκασε τελικά την ΕΣΣΔ να υπογράψει σύμφωνο μη επίθεσης με τη Γερμανία (το γνωστό Μόλοτοφ-Ρίμπεντροπ), καθώς βρέθηκε μόνη της ενάντια στον φασισμό΄•αυτό ήταν το νόημα-πλαίσιο του συμφώνου για το οποίο οι αναθεωρητές της ιστορίας δεν αναφέρουν ποτέ τίποτα.
Τα έγγραφα της αντιναζιστικής πρότασης παρέμειναν μυστικά για σχεδόν 70 χρόνια και εξακολουθούν να αποκρύπτονται στη Δύση όσο το δυνατόν περισσότερο.
«Ήταν σαφές ότι η Σοβιετική Ένωση βρισκόταν μόνη της και έπρεπε να στραφεί προς τη Γερμανία και να υπογράψει ένα σύμφωνο μη επίθεσης για να κερδίσει λίγο χρόνο, ώστε να προετοιμαστεί για τη μεγάλης κλίμακας σύγκρουση που προφανώς ερχόταν εναντίον της χώρας μας», δήλωσε ο σοβιετικός στρατηγός Σότσκοφ.
Μετά την άρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας, της Πολωνίας και των Ηνωμένων Πολιτειών να σταματήσουν τον Χίτλερ, τρεις εβδομάδες αργότερα οι Ναζί θα ξεκινούσαν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, καταλαμβάνοντας ορισμένες από τις χώρες που αρνήθηκαν να συνεργαστούν με τη Σοβιετική Ένωση, και ο πόλεμος θα κατέληγε στο θάνατο περισσότερων από 50 εκατομμυρίων ανθρώπων, στην πλειονότητά τους Σοβιετικών και Κινέζων.
Αυτή είναι η αληθινή ιστορία των «συμμάχων» και όχι αυτή που παρουσιάζουν τα προπαγανδιστικά «ντοκιμαντέρ» τους στη Δύση.
Τα παραπάνω δεν αποτελούν κάποια είδηση ή κομμουνιστική/σταλινική προπαγάνδα.
Η αποκάλυψη έρχεται από τη βρετανική Τέλεγκραφ η οποία κάθε άλλο παρά για φιλοσοβιετικα αισθήματα μπορεί να κατηγορηθεί (πηγή μαζί με τα Πρακτικά της συνεδρίασης των στρατιωτικών αποστολών της ΕΣΣΔ, της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας στις 15 Αυγούστου 1939).
Από την άλλη, η Βρετανία διατηρούσε στενές συμμαχικές σχέσεις με τη Φινλανδία, γεγονός που δημιουργούσε μια πιθανή απειλή καταστροφικής εισβολής από το Βορρά, και, τελικά, αγνόησε την τελευταία πρόταση της αντιχιτλερικής συμμαχίας τον Αύγουστο του 1939.
Χωρίς συμμαχία με τη Βρετανία, η Σοβιετική Ένωση δεν μπορούσε να αντέξει να απορρίψει τη συμφωνία με τη Γερμανία, διακινδυνεύοντας την προοπτική μιας γερμανο-βρετανικής αντιανατολικής συμμαχίας.
Ενώ με το σύμφωνο μη επίθεσης, η Γερμανία θα εμπλεκόταν σε πόλεμο στη Δύση, δίνοντας στη Σοβιετική Ένωση την ελευθερία να ενισχύσει τα βόρεια και δυτικά σύνορά της. Υπό τις συνθήκες της γειτνίασης με δύο ισχυρά και εξ αρχής εχθρικά καθεστώτα στη Δύση, η εξωτερική πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματική.
Όσο για τις κατηγορίες εναντίον της ΕΣΣΔ για επεκτατικές τάσεις και, πόσο μάλλον, για την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σε συμμαχία με τους ναζιστές, αυτές καταρρίπτονται από τα απλά, δημόσια γεγονότα που αποδεικνύουν τις προσπάθειες της ΕΣΣΔ μέχρι την τελευταία στιγμή να δημιουργήσει έναν αντιχιτλερικό συνασπισμό· η προθυμία του σοσιαλιστικού κράτους να συμμαχήσει με τους καπιταλιστές καταδεικνύει ότι η ΕΣΣΔ αντιλαμβανόταν τη σημασία της ανάσχεσης του φασισμού. Κατανόηση που ακριβώς δεν υπήρχε στη Δύση.
Αυτό το "λάθος" κόστισε ακριβά σε όλους, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας της Βρετανίας. Αφενός, κάνοντας τα πάντα για να μετατρέψει εκ νέου τη Γερμανία στον χειρότερο εχθρό της στην ήπειρο, και αφετέρου, απορρίπτοντας τον αντιχιτλερικό συνασπισμό με τη Σοβιετική Ένωση, ο οποίος θα μπορούσε να αποτρέψει τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Βρετανία πλήρωσε η ίδια το τίμημα: τόσο με τη μοναξιά του δεύτερου έτους του πολέμου, όπου βρέθηκε μόνη της απέναντι στη Γερμανία, όσο και με τις καταστροφικές συνέπειες κατά τη διάρκεια του πολέμου συνολικά, καθώς και με την απώλεια της αυτοκρατορίας της ως αποτέλεσμα αυτού.
Μια σπάνια περίπτωση ιστορικού κάρμα.









