Συνολικές προβολές σελίδας

Translate

Πέμπτη, 12 Μαΐου 2016

"η μουτζούρα γράφει σκληρές αλήθειες"

Το συνεργείο (1)
φωτό από την Laura Pap
Εφτά ο βαθμός του ενδεικτικού, που΄βγαλα το σχολείο,
κι έγραψα τέλος διάβασμα, οπίσω στο βιβλίο.
Δημοτικό σαν ήμουνα, όλο ζωή γεμάτος,
έμαθα, τι δεν έμαθα,σε μάκρος και σε πλάτος.

Ο σεβασμός κυρίευε, τα συναισθήματά μου,
κι η πειθαρχία μ΄έσφιγγε, στα πρώτα βήματά μου.
Αγάπαγα τον τόπο μου, αγάπαγα τη φύση,
ο τρόπος του δασκάλου μου, ποτέ δεν θα μ΄αφήσει.
Οι φίλοι μου Γυμνάσιο, κι εγώ για συνεργείο,
για μια ψυχή ευαίσθητη, ένα μικρό σφαγείο.
Σκληρή η αρχή του πάγκου του, εκεί άλλο θρανίο,
και με φωνές πρωτόμαθα, που΄ναι το καφενείο.
Σοφό το πεζοδρόμιο, που θα μου φέρει γνώση,
να ασβεστώνω την αυγή, τσι οχτό να΄χει στεγνώσει.
Μια τέχνη και το σάρωμα, να΄ναι σεστάδοι οι χώροι,
και τα εργαλεία στη σειρά, που θα΄ρθουν οι μαστόροι.
Κλείδωσα που΄χα μέσα μου, ένα μικρό παιδάκι,
και φοβισμένος το΄κρυψα, πέταξα το κλειδάκι.
Το συνεργείο, η αίθουσα, του άλλου μου σχολείου,
και μάθημα στον πίνακα, η θέση του εργαλείου.
Μυαλό κι αυτοσυγκέντρωση, αρχές και πειθαρχία,
να εκφράσεις γνώμη δύσκολο, γιατ΄είχε ιεραρχία.
Σκληροί η δασκάλοι, αφεντικά, φουσκιά οι παρεμβάσεις,
πρώτη δουλιά στη βλάβη σου, κοίτα να την διαβάσεις.
Δεν θέλει χέρια άτσαλα, μιμίσια προθυμία,
κοίτα να δώσεις προσοχή, νιώσε τη γνωριμία.
Σφυριά, τα λόγια που άκουγα, με βάζαν στη σειρά μου,
ήταν η αρχή του δρόμου μου, ο τρόπος στα όνειρά μου..


Πέταξα μπόι στη δουλιά, και πρόωρο αντριλίκι,
ήρθε και κειό του κόπου μου, το πρώτο χατζιλίκι.
Άλλαξα φίλους που΄ξερα, και σχολικές συνήθειες,
μέσα η μουτζούρα πρόσεξα, γράφει σκληρές αλήθειες.
Γράφει για το επίπεδο, κοινωνικών στρωμάτων,
με άλλο μάτι η μπλούζα η γκρί, με άλλο η των χρωμάτων.
Εφτούνο με δυσκόλεψε, να διώξω τη ντροπή μου,
και μεσ΄τη νέα τάξη μου, να λύσω τη σιωπή μου.
Αυτό κι αν ήταν μάθημα, με τόνους και σημεία,
μοιάζαμε σαν ομώνυμα, και με επαφή καμία.
Διαχωρισμός και έντονος, στη χώρα των πνευμάτων,
αλλού οι μικροί μουτζούρηδες, αλλού οι των γραμμάτων.
Άλλη η παλάμη του στυλού, άλλη των εργαλείων,
άλλη η ζωή των πρακτικών, και άλλη η των βιβλίων.
Ροζιάσανε τα χέρια μου, και πήραν άλλο χρώμα,
κείνη του ΩΜΟ η μυρωδιά, είναι στη μύτη ακόμα.
Το συνεργείο μου΄μαθε, καλός- κακός πελάτης,
και κειο, αν είναι ψεύτικο, το χτύπημα τση πλάτης.
Στο κάθε τι αδούλευτο, ζέσταμα και άφηνέτο,
κι αν δεν σου λύσει, μην βιαστής, καίει το καμινέτο.
Εδιάβαζα τα λάθη μου, διάβασμα σημασίας,
ήταν για κειό το ένστικτο, τση αυτοπροστασίας.
Μην στέκεις στο αυτονόητο, λιμνάζουν τα νερά του,
το πρόβλημα έχει κώδικα, τη λογική σειρά του.
Πρέπει να είσαι αθόρυβος, σαν μάστορας αν γίνεις,
ή με μυαλό το βάδισμα, ή έδωπα θα μείνεις.
Να μάθω με όποιο τίμημα, ήταν η απόφασή μου,
τα βράδια η παρέα μου, εγώ και η κούρασή μου..

Το Συνεργείο (3)
Σχολή το πεζοδρόμιο, δύσκολη και μεγάλη,
πατεί στην ολοκλήρωση, για όποιονε τη βγάλει.
Μαθαίνει, νιώθει τη ζωη, μ΄όλη την έντασή τσης,
τα χίλια τση τα πρόσωπα, κι όλη την έκτασή τσης.
Σου φέρεται ανάλογα, μετράει και τι πιστεύεις,
κι αν δεν υπάρχει υποταγή, μόνος σου την παλεύεις.
Σε δένει σε μιά μέγκενη, να βήξεις δεν σ΄αφήνει,
η υγεία κι η ασφάλεια, είναι δική σου ευθύνη.
Το θέμα επιβίωσης, σε τρώει κάθε μέρα,
ψάχνεις ανάσα επίμονα, το καθαρό αέρα.
Ζούσα την εκμετάλλευση, συνάμα και τη βία,
στην άμισθη προσπάθεια, δεν έπερνα βραβεία.
Τιμή μου και καμάρι μου, το λερωμένο ρούχο,
ένα κορμί με μώλωπες, είναι το μόνο που΄χω.
Δεν είχα εγώ τη δύναμη, στα γράμματα ήμουν πάτος,
δεν είχα γνώσεις σπούδαγμα, για να πιαστώ από κράτος.
Εγώ ζητούσα επίμονα, μάστορα να με βγάλει,
με όνειρο κι απαίτηση, το διορισμό οι άλλοι.
Εγώ παλεύω σήμερα, να σώσω αυτό το κράτος,
το πελατοδημόσιο, ο δρόμος ο χορτάτος.
Μια αναδρομή εστοίχησα, από τα περασμένα,
έχουν αξία όλα αυτά, κι ας έιναι γερασμένα.
Τα παιδικά τα τραύματα, κάπου βαθιά έχουν μείνει,
σε μια ζωή παράλογη, σε μια ζωη καμίνι.
Η Ελλάς το συνεργείο μου, νοσεί και δεν γειαίνει,
κι ας άσπρισε το στήθος μου, μαλλιά φρύδια και γένι.
Πληγή και φτούνη μέσα μου, που΄χασα το παιδάκι,
θα΄βρω ποτέ που έθαψα, εκείνο το κλειδάκι;!!!

Για Διάβασμα και Μελέτη:

οι ΚασιδοΜιχαλολιάκοι στο χωριό Δίστομο:

«Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξίδι…» Στις 10 του Ιούνη 1944 το χωριό Δίστομο του νομού Βοιωτίας  «ξεθεμελιώθηκε από ...

Ετικέτες