Συνολικές προβολές σελίδας

Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Che Guevara. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Che Guevara. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

90 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ CHE


Τσε Γκεβάρα: Η φλόγα της επανάστασης θα καίει για πάντα

Che Guevara revolutionary 85


Ήταν 14 Ιούνη 1928 στην κωμόπολη Ροσάριο της Αργεντινής. Ένα ταξί κινούμενο με ιλλιγγιώδη ταχύτητα μεταφέρει τον Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς και την ετοιμόγεννη σύζυγο του, Σέλια ντε λα Σέρνα σε σπίτι συγγενών τους. 
Εκεί θα δει για πρώτη φορά το φως της ημέρας ο μικρός Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα.


 
Οι βασικοί σταθμοί της σύντομης, αλλά έντονης, ζωής του είναι λίγο έως πολύ γνωστοί – θα ήταν τετριμμένο και βαρετό να παραθέσουμε ξερά βιογραφικά στοιχεία για να τιμήσουμε τον σπουδαίο επαναστάτη. 
Αυτό που αξίζει να θυμηθούμε είναι οι αξίες με τις οποίες πορεύτηκε ο Γκεβάρα, για τις οποίες έδωσε και την ίδια του τη ζωή. 
Διότι είναι ακριβώς αυτές οι αξίες που σήμερα, 90 χρόνια μετά τη γέννηση του, είναι εξαιρετικά επίκαιρες. Είναι αυτές οι αξίες, του επαναστατικού μαρξισμού-λενινισμού, που διατηρούν άσβηστη τη φλόγα της εικόνας του Τσε Γκεβάρα και όχι η ανάδειξη της μορφής του σε fashion icon του καπιταλιστικού μάρκετινγκ.
Ο Τσε ήταν και είναι η προσωποποίηση του συνεπούς κομμουνιστή επαναστάτη, του ανθρώπου που αντιλήφθηκε τον Σοσιαλισμό όχι ως ακαδημαϊκό εγχειρίδιο πολιτικής και οικονομίας αλλά ως βίωμα – «για μας δεν υπάρχει κανένας άλλος ορισμός του Σοσιαλισμού πλην της κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο» όπως σημείωνε ο ίδιος. Αυτή του την πεποίθηση ο Τσε την έκανε στάση ζωής. Και γι’ αυτό σήμερα, 90 χρόνια μετά, τον θυμόμαστε:
Ως παιδί μιας μεσοαστικής αργεντίνικης οικογένειας που πλησίασε τις ιδέες του μαρξισμού μέσα από τις εικόνες και τα βιώματα που είδε και έζησε στη λατινική ήπειρο. 
Εικόνες και βιώματα της δυστυχίας που το ανώτατο στάδιο της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, ο Ιμπεριαλισμός, προκαλεί στους λαούς, στην εργατική τάξη. «Εκεί, στις τελευταίες ώρες για τους ανθρώπους των οποίων ο ορίζοντας δεν εκτείνεται πέρα από το αύριο, εκεί επικεντρώνεται η τραγωδία της ζωής του προλεταριάτου όλου του κόσμου […] Ως πότε θα συνεχιστεί αυτή η τάξη πραγμάτων που βασίζεται σε μια παράλογη διαίρεση, στις κοινωνικές τάξεις;» θα γράψει στο προσωπικό του ημερολόγιο το 1952.

Ως γιατρό που προσέφερε τις υπηρεσίες του σε όλους όσους είχαν ανάγκη. Από τους λεπρούς ασθενείς του νοσοκομείου Σαν Πάμπλο μέχρι τους συντρόφους του στο αντάρτικο αλλά και στους τραυματισμένους στρατιώτες της αντίπαλης πλευράς. 
Σε ομιλία του προς φοιτητές της Ιατρικής Σχολής, τον Αύγουστο του 1960, έλεγε: «Έτσι όπως ταξίδευα, πρώτα ως φοιτητής και ύστερα ως γιατρός, άρχισα να έρχομαι σε στενή επαφή με τη φτώχεια, την πείνα, τις αρρώστιες, την αδυναμία να θεραπευτεί ένα παιδί από έλλειψη μέσων, με το μούδιασμα που προκαλούν η πείνα και οι τιμωρίες, ώσπου φτάνουμε σ’ ένα σημείο που φαντάζει ασήμαντο γεγονός να χάνει ένας γονιός το παιδί του, όπως συχνά συμβαίνει στις σκληρά δοκιμαζόμενες κοινωνικές τάξεις στην πατρίδα μας, τη Λατινική Αμερική. Κι άρχισα να βλέπω ότι υπήρχε κάτι που μου φαινόταν τότε σχεδόν εξίσου σημαντικό με την καριέρα μου ή με τη συμβολή μου στην ιατρική επιστήμη, και αυτό ήταν να βοηθήσω εκείνους τους ανθρώπους».
Ως άξιο Κομαντάντε της Κουβανικής Επανάστασης που μια νύχτα του Νοέμβρη του 1956, αφήνοντας πίσω του οριστικά κάθε πιθανότητα για μια ειρηνική και ήσυχη ζωή, επιβιβάστηκε μαζί με άλλους 82 αντάρτες στο πλοιάριο Γκράνμα και το Γενάρη του 1959 έμπαινε θριαμβευτής στην Αβάνα. 
Μια ακανθώδης πορεία, με αφάνταστες δυσκολίες, εμπόδια που έδειχναν απροσπέλαστα, ενάντια σε μια ισχυρή στρατιωτική μηχανή. Σε αυτήν την πορεία ο Τσε ανδρώθηκε πολιτικά και στρατιωτικά. Σε αυτόν το δρόμο η Επανάσταση έγινε κτήμα του λαού και ο Τσε, όπως και οι λοιποί σύντροφοι του στη μάχη, έμαθαν «την άξια της οργάνωσης» διδάσκοντας «την άξια της επανάστασης κι απ’ αυτό τον συνδυασμό γεννήθηκε η οργανωμένη ανταρσία σ’ όλη τη γη της Κούβας».

Ως αλτρουϊστή ιδεολόγο που έβλεπε το αντάρτικο όχι ως αυτοσκοπό αλλά ως μέσο για την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της. Ο ένοπλος αγώνας ήταν, για το Γκεβάρα, η μόνη λύση όταν είχε πλέον εξαντληθεί κάθε πολιτικό μέσο για την σοσιαλιστική επανάσταση και την εργατική-λαϊκή εξουσία. 
Η πηγή της ιδεολογικοπολιτικής σκέψης του Τσε υπήρξε ο μαρξισμός-λενινισμός, όχι ως ξερή θεωρία, αλλά ως στάση ζωής, ως “όχημα” για την αλλαγή του κόσμου, για τη νικηφόρα πορεία του προλεταριάτου προς την κατάκτηση της εξουσίας, τον εξανθρωπισμό των συνειδήσεων και το «νέο άνθρωπο» της σοσιαλιστικής-κομμουνιστής κοινωνίας.
Ως συνεπή επαναστάτη του προλεταριακού διεθνισμού. Τον νεαρό αργεντίνο που πολέμησε για το λαό της Κούβας, αυτόν που παραμέρισε τον υπουργικό θώκο και την πολιτική σταδιοδρομία για να οργανώσει αντάρτικο αγώνα στην καρδιά της Αφρικής και αργότερα στη Βολιβία. 

«Νιώθω τόσο πατριώτης Λατινοαμερικάνος, από οποιαδήποτε χώρα της Λατινικής Αμερικής, όσο κανένας άλλος, και την ώρα που θα είναι αναγκαίο είμαι διατεθειμένος να δώσω τη ζωή μου για την απελευθέρωση οποιασδήποτε από τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, χωρίς να ζητήσω τίποτα από κανέναν, χωρίς να απαιτήσω τίποτα, χωρίς να εκμεταλλευτώ κανέναν» έλεγε το Δεκέμβρη του 1964 από το βήμα της Γεν.Συνέλευσης του ΟΗΕ.

Ως άνθρωπο με ισχυρό αίσθημα δικαίου που έτρεμε απο αγανάκτηση απέναντι σε κάθε αδικία που συντελούνταν στον κόσμο.
 Τον Στρατηγό του αντάρτικου στρατού που, αρνούμενος να απολαύσει λίγο παραπάνω φαϊ το μοιράζονταν με τους συντρόφους του – τον Στρατηγό που πολεμούσε με όλες του τις δυνάμεις το δικτατορικό καθεστώς αλλά που έδινε εντολή να μην πειραχθεί ούτε τρίχα από τους αιχμάλωτους φαντάρους του κουβανικού στρατού τους οποίους θεωρούσε παιδιά του λαού.

Όσοι αγωνίζονται για ένα καλύτερο μέλλον, για την εξάλειψη της αδικίας και της εκμετάλλευσης, έχουν πολλούς λόγους να θυμούνται τον Τσε και να εμπνέονται απ’ αυτόν.
 Όχι ως ήρωα μιάς αφηρημένης επαναστατικότητας του παρελθόντος, ούτε ως ποπ ίνδαλμα για αφίσες. Αλλά ως πρότυπο καθημερινής πάλης ενάντια στην αδικία του καπιταλισμού, ως πρότυπο κομμουνιστικής ηθικής, ταξικής αλληλεγγύης και συνείδησης. 90χρόνια μετά τη γέννηση του και σχεδόν 51 χρόνια απ’ τη δολοφονία του, το μήνυμα του Τσε παραμένει επίκαιρο, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες της καπιταλιστικής κρίσης. Είναι το άσβεστο μήνυμα που καλεί σε ταξικούς αγώνες, για τον σοσιαλισμό και την πραγμάτωση της λαϊκής εξουσίας. 
Είναι το αναλλοίωτο μήνυμα για το ξερίζωμα της παντοκρατορίας των μονοπωλίων (των«καπιταλιστικών χταποδιών» όπως ο ίδιος ο Τσε τα χαρακτήριζε) και την πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό.

Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα δεν αποτελεί αντικείμενο για ιστορική αναπόληση και “πολιτικά μνημόσυνα”. Είναι παράδειγμα που φωτίζει – και θα φωτίζει – τους λαϊκούς αγώνες, μέχρι τη νίκη, για πάντα.
Ν.Μόττας.

Με αφορμή τα 85 χρόνια από τη γέννηση του Επαναστάτη.
Ελληνικό Αρχείο Τσε Γκεβάρα, 14 Ιούνη 2013.

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Ο Che στη Χιροσίμα: "Τέτοιες επισκέψεις κάνουν καλό, σε ωθούν να παλέψεις"


από:Velissarios Kossivakis
6/8/2017
Ιούλιος 1959- Στο πλαίσιο του ταξιδιού του στην Ιαπωνία, ο Τσε πραγματοποιεί ανεπίσημη επίσκεψη στη μαρτυρική πόλη της Χιροσίμα. Από 'κει, θα στείλει το ακόλουθο γράμμα στη σύζυγο του, Αλέϊδα:
"Αγαπημένη μου,
Σήμερα σου γράφω απ' τη Χιροσίμα, την πόλη της βόμβας. Στο βάθρο που βλέπεις υπάρχουν τα ονόματα εβδομήντα οκτώ χιλιάδων νεκρών. Το σύνολο υπολογίζεται σε εκατόν ογδόντα χιλιάδες. Τέτοιες επισκέψεις κάνουν καλό, σε ωθούν να παλέψεις ακόμη πιο αποφασιστικά για την ειρήνη".
Για την επίσκεψη του Γκεβάρα στη Χιροσίμα: 


Η επίσκεψη του Τσε Γκεβάρα στη μαρτυρική Χιροσίμα


Τιμώντας τη μνήμη των θυμάτων, Χιροσίμα 1959.

Ήταν Ιούλης 1959, επτά περίπου μήνες μετά το θρίαμβο της Κουβανικής Επανάστασης, όταν ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα προσγειώνονταν στο αεροδρόμιο του Τόκιο φορώντας την χαρακτηριστική στρατιωτική του στολή. Οι ΗΠΑ είχαν ήδη επιβάλλει στην Κούβα οικονομικό αποκλεισμό στο εμπόριο ζάχαρης και ο Τσε, μαζί με αντιπροσωπεία κουβανών, μετέβησαν στη χώρα της Άπω Ανατολής με στόχο μια εμπορική συμφωνία για αύξηση του αριθμού των εξαγωγών. 

Πέραν των συναντήσεων της με υψηλόβαθμους αξιωματούχους της ιαπωνικής κυβέρνησης, η κουβανική αποστολή επισκέπτηκε μεγάλους βιομηχανικούς κολοσσούς της χώρας όπως η Τογιότα, η Σόνυ και η Μιτσουμπίσι. Όταν η κυβέρνηση του Τόκιο απέκλεισε την Χιροσίμα από το πρόγραμμα των επισκέψεων, ο Τσε αποφάσισε να επισκεφτεί την πόλη ανεπίσημα και χωρίς την συνοδεία επισήμων.

Εκείνη την περίοδο – ήταν μόλις λίγους μήνες μετά την Επανάσταση στην Κούβα άλλωστε – ο Γκεβάρα δεν ήταν ακόμη γνωστή φυσιογνωμία στην Ιαπωνία. Παρ’ όλα αυτά όμως, η παρουσία του σε όσους είχαν την ευκαιρία να τον συναντήσουν και να συνομιλήσουν μαζί του άφησε ισχυρές εντυπώσεις. Το αληθινό, καθαρό και διαπεραστικό του βλέμμα, καθώς και ο ήπιος τρόπος με τον οποίο συνομιλούσε προκάλεσαν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον αξιωματούχου της ιαπωνικής κυβέρνησης που συνόδευε την κουβανική αποστολή.

Ο Τσε, λοιπόν, επισκέπτηκε την πόλη της Χιροσίμα παρά τις αρχικές αντιδράσεις της κυβέρνησης της Ιαπωνίας. Ο ίδιος ήταν από πριν αποφασισμένος να μην αφήσει το τραγικό αυτό μέρος έξω απ’ το πρόγραμμα της περιοδείας του. Αρχικά υπήρξε η ιδέα να επισκεπτεί ένα νεκροταφείο πεσόντων στρατιωτιών της αυτοκρατορικής Ιαπωνίας – Ο Τσε αρνήθηκε να μεταβεί εκεί με το σκεπτικό ότι δεν υπήρχε λόγος να τιμήσει στρατιώτες που μακέλευσαν αθώους ανθρώπους στο όνομα μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης.

Στο μυαλό του Κομαντάντε ήταν η Χιροσίμα και η ανείπωτη τραγωδία που οι κάτοικοι της (και μαζί τους ο Ιαπωνικός λαός) έζησαν με τη ρήψη της ατομικής βόμβας, τον Αύγουστο του 1945. 

“Επιθυμώ να δω το μέρος όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες σκότωσαν περισσότερους από 100.000 ανθρώπους” έλεγε στα μέλη της αποστολής εκείνες τις μέρες. Αποφάσισε να μεταβεί κρυφά στην Χιροσίμα, γνωρίζοντας ότι κανένας δεν θα αναγνώριζε την ιδιότητα του ως υψηλόβαθμου στελέχους της επαναστατικής Κουβανικής κυβέρνησης. 

Μαζί με δύο μέλη της αποστολής αναχώρησαν με το βραδινό τρένο από το Τόκιο για την πόλη της Χιροσίμα. Στην συνέχεια ο Τσε είχε την ευκαιρία να επισκεπτεί το “Πάρκο της Ειρήνης” (Hiroshima Peace Memorial Park), το μουσείο της πόλης και το νοσοκομείο στο οποίο νοσηλεύονταν ασθενείς που υπέφεραν από διάφορες παθήσεις-αποτέλεσμα της ραδιενέργειας που σκόρπισε η δολοφονική ατομική βόμβα των αμερικανών.

Φωτογραφία που τράβηξε ο Τσε στη Χιροσίμα (Δημοσ. σε γιαπωνέζικο περιοδικό).

 Βλέποντας όμως το μέγεθος της τραγωδίας που άφησε πίσω της η πυρηνική καταστροφή, η οργή του επαναστάτη που αποζητά δικαιοσύνη βγήκε στην επιφάνεια: “Πρέπει να δώσουμε την αγάπη μας στη Χιροσίμα και στους ανθρώπους της για πάντα” και ρώτησε: “Γιατί η Ιαπωνία δεν ζητά μια δημόσια συγνώμη από τις ΗΠΑ και γιατί δεν δείχνει τον θυμό της για όσα συνέβησαν, ώστε να σταματήσουν (οι ΗΠΑ) να ελέγχουν τη χώρα αυτή;”. Ένας ρεπόρτερ τοπικής εφημερίδας που αναγνώρισε τη φιγούρα του Τσε ζήτησε μια σύντομη συνέντευξη. Όπως ο ίδιος διηγήθηκε αργότερα, ο Γκεβάρα ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός στα λόγια του, ούτως ώστε να μην πει κάτι που θα έθιγε, την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, τους λαούς της Ιαπωνίας και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Για έναν άνθρωπο με έκδηλο το πνεύμα του ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης, όπως ο Ερνέστο Γκεβάρα, ήταν πολύ δύσκολο να μην νιώσει την πρωτοφανή στα ιστορικά δεδομένα αδικία που συντελέστηκε στη Χιροσίμα το 1945. Ήταν αδύνατο να μην εξοργιστεί, ως γνήσιος διεθνιστής επαναστάτης, μπροστά στον πόνο και την τραγωδία των ανθρώπων την γιαπωνέζικης πόλης που ισοπεδώθηκε από την ατομική βόμβα της ιμπεριαλιστικής υπερδύναμης.

Με την επιστροφή του στην Κούβα, μετά το πέρας του ταξιδιού του, ο Τσε προέβη σε μια δημόσια δήλωση αναφορικά με την ανάγκη να τιμάται η μνήμη των θυμάτων της Χιροσίμα. Αυτήν του την εμπειρία την μετέδωσε και στον Φιντέλ Κάστρο, καθιερώνοντας κάθε χρόνο, στις 6 Αυγούστου, την ημέρα μνήμης των θυμάτων του πυρηνικού ολοκαυτώματος. 

Το έγκλημα στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι διδάσκεται στους κουβανούς μαθητές του δημοτικού, ενώ ο Φιντέλ Κάστρο πραγματοποίησε επίσκεψη στη μαρτυρική πόλη το 2003, κάνοντας έτσι πράξη μια υπόσχεση που είχε δώσει στον αλησμόνητο φίλο και σύντροφο του.

Πηγή: Toru Miyoshi. Che Nihon wo Iku (Che goes to Japan). Bungei Shunju. Tokyo: Bungei Shunju Ltd., March 1969.

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

«ο καλύτερος τρόπος να πεις κάτι, είναι να το κάνεις»


Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, Από τα «ημερολόγια μοτοσικλέτας» στις κορφές της Σιέρα Μαέστρα και στις καρδιές των ανυπόταχτων όλου του κόσμου
Όταν ο Ερνέστο Γκεβάρα ξεκίνησε να σπουδάζει ιατρική οι περισσότερες από τις ιδέες που αφομοίωσε ως επαναστάτης απουσίαζαν από το οπλοστάσιο των ιδανικών του. 
Σχεδίαζε να κάνει καριέρα ως γιατρός ερευνητής και να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον άνθρωπο και όπως οι νέοι της ηλικίας του  ονειρευόταν να πετύχει.
Τον Δεκέμβρη του 1951 είναι ήδη 23 χρονών όταν με τον 29χρονο φίλο του Αλμπέρτο Γκρανάδο, που ήταν βιοχημικός με ειδίκευση στη λεπρολογία, ξεκινάνε με μια μοτοσικλέτα ένα μακρύ ταξίδι για να γνωρίσουν τη Λατινική Αμερική· από το Μπουένος Άιρες της Αργεντινής καταλήγουν στο Καράκας της Βενεζουέλας, όπου οι δρόμοι τους χωρίζουν.
Ταξιδεύοντας σε χώρες της Λατινικής Αμερικής ο Ερνέστο Γκεβάρα έρχεται  σε επαφή με ανθρώπους που ζουν παραπεταμένοι, φτωχοί, πεινασμένοι, με ελλιπή ή καθόλου περίθαλψη και στοιχειώδη δικαιώματα, δίπλα σε κάποιους άλλους, λίγους, που απολαμβάνουν τη χλιδή. Και τότε «…άρχισα να βλέπω ότι υπήρχε κάτι που μου φαινόταν τότε σχεδόν εξίσου σημαντικό με την καριέρα μου ή με τη συμβολή μου στην ιατρική επιστήμη και αυτό ήταν να βοηθήσω εκείνους τους ανθρώπους».
che98Ο Τσε από νεαρή ηλικία (μέχρι και λίγες ώρες πριν τη δολοφονία του)  συνήθιζε να κρατάει ημερολόγιο στο οποίο κατέγραφε οτιδήποτε ζούσε και συνέβαινε γύρω του. 
Το ημερολόγιό του για το μεγάλο ταξίδι στη Λατινική Αμερική θα γίνει βιβλίο και θα εκδοθεί σε πολλές χώρες του κόσμου. Τα  «Ημερολόγια μοτοσικλέτας», όπως είναι ο τίτλος του βιβλίου, είναι η καταγραφή των περιπετειών που έζησαν οι δυο φίλοι, των αντιξοοτήτων και δοκιμασιών που βίωσαν, των εντυπώσεων του Τσε και των σκέψεών του,  που μέρα τη μέρα τις βλέπουμε να «μπαίνουν» σε μια όλο και πιο ξεκάθαρη ταξική «σειρά».
 Στη χώρα μας το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη (Ernesto Che Guevara, Ημερολόγια μοτοσικλέτας Latinoamericana) το 2004,  σε μετάφραση Βαγγέλη Κεφαλλονίτη.
Η χειμαρρώδης γραφή του Τσε, παρασέρνει τον αναγνώστη με τη νεανική ορμή της· το ίδιο η ένταση των συναισθημάτων και η γλυκύτητα που αναβλύζει από αυτόν που αγαπάει αληθινά και ανόθευτα τους ανθρώπους, υμνεί την ομορφιά του θαύματος της ζωής και δεν συμβιβάζεται όταν διαπιστώνει, συχνά με εμφαντικό τρόπο, ότι την ομορφιά αυτή την γεύονται και την χαίρονται λίγοι, ενώ οι πολλοί αγωνιούν για να επιβιώσουν.
Δεν ήταν λίγες οι φορές, σ’ αυτό το ταξίδι, που οι δυο νέοι ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με την αδικία. Σε ένα φτηνό πανδοχείο του Βαλπαραΐσο (Χιλή)  θα βρεθούν μπροστά σε μια ασθματική γερόντισσα.
«Τη λυπόσουν την καψερή, το δωμάτιό της βρομούσε ιδρωτίλα, ποδαρίλα και σκόνη από δυο τρεις πολυθρόνες, τα μοναδικά είδη πολυτελείας στο σπίτι της. Εκτός από το άσθμα, υπέφερε και από καρδιακή ανεπάρκεια. Ήταν μία από τις περιπτώσεις που ένας γιατρός, συνειδητοποιώντας ότι είναι ανίσχυρος μπροστά στην κατάσταση, νιώθει την επιθυμία μιας ριζικής αλλαγής, που να εξαλείψει την αδικία η οποία ανάγκασε τη γριά γυναίκα να δουλεύει σαν υπηρέτρια μέχρι τον προηγούμενο μήνα για να βγάλει το ψωμί της, ασθμαίνοντας, υποφέροντας, μα κρατώντας ψηλά το κεφάλι στη ζωή. Το ζήτημα είναι πως στις φτωχές οικογένειες το μέλος που αδυνατεί να κερδίσει τα προς το ζην περιβάλλεται από μια ατμόσφαιρα δυσαρέσκειας, που κρύβεται με το ζόρι. Από εκείνη τη στιγμή παύει να είναι πατέρας, μητέρα, αδερφός· γίνεται ένας αρνητικός παράγοντας στον αγώνα για επιβίωση και, ως τέτοιος, στόχος μνησικακίας της υγιούς κοινότητας, που θεωρεί την αναπηρία του σαν προσωπική προσβολή γι’ αυτούς που πρέπει να τον συντηρήσουν.Εκεί, στις τελευταίες ώρες για τους ανθρώπους των οποίων ο ορίζοντας δεν εκτείνεται πέρα από το αύριο, εκεί επικεντρώνεται η τραγωδία της ζωής του προλεταριάτου όλου του κόσμου.  Στα μάτια των ετοιμοθάνατων βλέπεις μια καρτερική έκκληση συγνώμης και, συχνά, μια απελπισμένη έκκληση παρηγοριάς που χάνεται στο κενό, όπως θα χαθεί γρήγορα και το σώμα μέσα στην απεραντοσύνη του μυστηρίου που μας περιβάλλει. Ως πότε θα συνεχιστεί αυτή η τάξη πραγμάτων που βασίζεται σε μια παράλογη διαίρεση, στις κοινωνικές τάξεις; Είναι κάτι στο οποίο δεν μπορώ να απαντήσω εγώ, αλλά είναι καιρός οι κυβερνώντες να αφιερώσουν λιγότερο χρόνο στην προπαγάνδα της ποιότητας των καθεστώτων τους και περισσότερα χρήματα, πολύ περισσότερα, για έργα κοινωνικής ωφέλειας.  Δεν μπορώ να κάνω πολλά για την άρρωστη· της γράφω απλώς μια κατάλληλη δίαιτα, ένα διουρητικό και αντιασθματικά διαλύματα. Μου έχουν μείνει μερικές δραμαμίνες και της τις χαρίζω. Όταν βγαίνω, με ακολουθούν τα στοργικά λόγια της γερόντισσας και οι αδιάφορες ματιές των συγγενών.»
Διαβάζοντας το παραπάνω απόσπασμα (όπως και άλλα ακόμα στο βιβλίο),  ακούς ταυτόχρονα στις περιστροφές των γραναζιών της συνείδησής του τον ήχο απ’ «τους σεισμούς που μέλλονται για να ’ρθουν», νιώθεις τις δονήσεις από τις εκρήξεις που συντελούνται στην ψυχοσύνθεση του επιστήμονα, του ιδεολόγου, του ανθρώπου Ερνέστο Γκεβάρα· νιώθεις το κάψιμο της πύρινης λάβας που κοχλάζει μέσα του και αναζητά τη διέξοδο που θα την οδηγήσει στην καρδιά της αδικίας και θα την εξοντώσει.
Ο αναγνώστης του βιβλίου, που συχνά θα χαμογελάσει με την «τρέλα» και τους «μπελάδες» των δυο νεαρών, θα ταξιδέψει μαζί τους και θα γευτεί όλες εκείνες τις γεύσεις που προσφέρει το ταξίδι σε μια Λατινική Αμερική άγνωστη στους πολλούς. 
Εικόνες εναλλασσόμενες,  με τρόπο θαρρείς κινηματογραφικό: από το εξαίσιο φυσικό κάλος, στη μαυρίλα της ανθρώπινης εκμετάλλευσης, από την αφθονία του παραγόμενου πλούτου, στη φρίκη του θανάτου στην εξαθλίωση και την εγκατάλειψη, από την οργή για την αδικία που βιώνουν στην  πλειονότητά τους οι πληθυσμοί του νότιου τμήματος της αμερικανικής ηπείρου, στην πεποίθηση ότι μια ζωή με χορτασμένο στομάχι, ζεστασιά και χαμόγελο, ανθρώπινη, είναι δικαίωμα, εφικτό για κάθε άνθρωπο.
Στο κέντρο όλων αυτών των εικόνων και σε πρώτο πλάνο βρίσκεται πάντα ο άνθρωπος. Η σκηνή του αποχαιρετισμού των δυο ταξιδιωτών από τους ασθενείς ενός λεπροκομείου της Λίμα (Περού) «μιλάει» δυνατά: «Μάζεψαν εκατό σολ και μας τα έδωσαν με ένα γραμματάκι όλο ευγνωμοσύνη. Μερικοί ήρθαν να μας χαιρετήσουν αυτοπροσώπως και δεν ήταν λίγοι αυτοί που δάκρυσαν καθώς μας ευχαριστούσαν γι’ αυτή τη λίγη ζωή που τους δώσαμε. Σφίγγαμε τα χέρια, δεχόμασταν τα δωράκια τους, ενώ καθόμασταν ανάμεσά τους και παρακολουθούσαμε την αναμετάδοση ενός ποδοσφαιρικού αγώνα. Αν υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να μας πείσει ν’ αφοσιωθούμε ολοκληρωτικά στη λέπρα, είναι αυτή η αγάπη που μας έδειχναν οι ασθενείς που συναντήσαμε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.»
Εντυπωσιασμένος ο Ερνέστο, θα αναφερθεί πιο αναλυτικά σε γράμμα προς τον πατέρα του:
«Μακριά από τα επιστημονικά κέντρα, το ταξίδι μας αποκτά το χαρακτήρα σημαντικού γεγονότος για το προσωπικό των λεπροκομείων και μας δείχνουν το σεβασμό που ταιριάζει σε δύο επισκέπτες ερευνητές. Μ’ ενδιαφέρει στ’ αλήθεια η λεπρολογία, αλλά δεν ξέρω για πόσο θα ισχύει αυτό. Οι ασθενείς του νοσοκομείου της Λίμα μάς αποχαιρέτησαν τόσο θερμά, που μας έδωσαν το κουράγιο να συνεχίσουμε. Μας έδωσαν ένα φορητό μάτι γκαζιού και κατάφεραν να μαζέψουν εκατό σολ, που για την οικονομική κατάσταση τους ισοδυναμούν με μια περιουσία. Κάποιοι ήταν βουρκωμένοι όταν μας έλεγαν αντίο. Η εκτίμησή τους πήγαζε από το γεγονός ότι ποτέ δε φορούσαμε στολές ή γάντια, ότι τους δίναμε το χέρι, όπως θα κάναμε με τον καθένα, όταν καθόμασταν μαζί τους, συζητώντας επί παντός επιστητού, ότι παίζαμε ποδόσφαιρο μαζί τους. Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται ανώφελοι παλικαρισμοί, αλλά η ψυχολογική ανάταση που προσφέρουμε σ’ αυτούς τους δύστυχους ανθρώπους -αντιμετωπίζοντάς τους σαν φυσιολογικά ανθρώπινα όντα κι όχι σαν ζώα, όπως έχουν συνηθίσει- έχει ανυπολόγιστη αξία και ο κίνδυνος για μας είναι πολύ μικρός. Μέχρι σήμερα οι μόνοι που έχουν μολυνθεί είναι ένας νοσοκόμος στην Ινδοκίνα που ζούσε με τους ασθενείς του κι ένας μοναχός με υπερβάλλοντα ζήλο, για τον οποίο δεν μπορώ να εγγυηθώ.»
Ο Τσε πίστευε από τότε πως η ενότητα των λαών της Λατινικής Αμερικής, είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να αντιμετωπιστεί ο κοινός εχθρός:   η επιθετικότητα και ο επεκτατισμός του άπληστου πλούσιου γείτονα από το βορρά, των ΗΠΑ, που ευθυνόταν στο μέγιστο βαθμό για τις εικόνες που αντίκριζε στο ταξίδι του. Στις 14 Ιούνη του 1952, μέρα Σάββατο, θα γιορτάσει τα 24α γενέθλιά του στο λεπροκομείο του Σαν Πάμπλο στο εσωτερικό της περουβιανής ζούγκλας του Αμαζονίου. Απευθυνόμενος στο προσωπικό του ιδρύματος που ετοίμασε τη σχετική γιορτή «με άφθονο πίσκο, ένα είδος τζιν που χτυπάει στο κεφάλι και σε κάνει να τα βλέπεις όλα ρόδινα», θα εκφράσει την ευγνωμοσύνη και τις ευχαριστίες του ίδιου και του Αλμπέρτο για τη φιλοξενία και θα καταλήξει:
«Θα ήθελα να υπογραμμίσω και κάτι ακόμα: πιστεύουμε, και μάλιστα ύστερα από αυτό το ταξίδι ακόμα πιο ακράδαντα, ότι η διαίρεση της Λατινικής Αμερικής σε διάφορα κράτη είναι εντελώς πλαστή. Αποτελούμε μία και μόνη φυλή μιγάδων, που από το Μεξικό ως τα Στενά του Μαγγελάνου παρουσιάζει σημαντικές εθνογραφικές ομοιότητες. Γι’ αυτό, προσπαθώντας να απαλλαγώ από το βάρος οποιουδήποτε στενόμυαλου επαρχιωτισμού, πίνω για το Περού και την Ενωμένη Λατινική Αμερική.»
Ανάμεσα στις σελίδες του ημερολογίου που κυριολεκτικά ρουφιούνται από τον αναγνώστη, απλώνονται σε όλες τις διαστάσεις τους και περιπλέκονται,  με τη βλάστηση της αχανούς ζούγκλας, τα δαιδαλώδη ατέλειωτα πλωτά ποτάμια, τα φτωχοκάλυβα των χωρικών, τα λαμπερά μάτια των παιδιών, τα γκρίζα βλοσυρά βλέμματα των ένστολων και τα σκαμμένα σώματα των λεπρών όλη η ευαισθησία, ο ρομαντισμός, η δίψα για γνώση και προσφορά, το χιούμορ, η οργή, το πείσμα, ο έρωτας, η τρυφερότητα, η αλληλεγγύη και η αγάπη του Τσε και ταυτόχρονα αντρώνεται μέσα του το μίσος για την εκμετάλλευση και τις αιτίες που τη γεννούν και την τρέφουν.
Στο χωριό Μπακεδάνο (Χιλή) ο Τσε με τον Αλμπέρτο θα γνωρίσουν ένα ζευγάρι Χιλιανών κομμουνιστών εργατών. Η δύναμη των νέων ιδεών, που παίρνουν σάρκα και οστά μετά την νικηφόρα Οχτωβριανή Επανάσταση των μπολσεβίκων στη χώρα του Λένιν, έχει ήδη αρχίσει να επιδρά καταλυτικά στη συνείδηση του νεαρού Αργεντίνου ιδεολόγου γιατρού.
«Στο φως ενός κεριού που ανάψαμε για να φτιάξουμε ματέ και να φάμε λίγο ψωμοτύρι, τα συσπασμένα χαρακτηριστικά του εργάτη αποκτούσαν κάτι το μυστηριώδες και το τραγικό, ενώ με το απλό και εκφραστικό του λεξιλόγιο μας διηγιόταν για τους τρεις μήνες που πέρασε στη φυλακή, για τη γυναίκα του, που τον είχε ακολουθήσει πιστά, πεινασμένη, για τα παιδιά, που τα είχαν αφήσει σε έναν πονόψυχο γείτονα, για την ανώφελη περιπλάνησή του σε αναζήτηση δουλειάς, για τους συντρόφους που εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς και που, καταπώς έλεγαν, τους είχαν ρίξει στη θάλασσα.
Αυτό το ζευγάρι, που τουρτούριζε μέσα στη νύχτα της ερήμου, κολλημένοι ο ένας στον άλλο, ήταν η ζωντανή εικόνα των προλετάριων όλου του κόσμου. Δεν είχαν ούτε μία τριμμένη κουβέρτα να σκεπαστούν. Τους δώσαμε λοιπόν μια από τις δικές μας και εμείς βολευτήκαμε όπως όπως κάτω από την άλλη. Ήταν από εκείνες τις φορές που υπέφερα πολύ από το κρύο, αλλά και που ένιωσα πιο αδελφωμένος με αυτό το, άγνωστο για μένα, ανθρώπινο είδος…
Στις οχτώ το πρωί βρήκαμε ένα φορτηγό που θα μας πήγαινε ως το χωριό Τσουκικαμάτα, και έτσι χωρίσαμε με το ζευγάρι, που θα πήγαινε στο μεταλλείο θείου στην Κορδιλιέρα – έναν τόπο όπου το κλίμα είναι από τα χειρότερα και οι συνθήκες ζωής τόσο δύσκολες, ώστε ούτε σου ζητούν κάρτα εργασίας ούτε ελέγχουν τα πολιτικά σου φρονήματα. Το μόνο που μετράει είναι ο ενθουσιασμός με τον οποίο ο εργάτης πάει να καταστρέψει τη ζωή του, παίρνοντας ως αντάλλαγμα τα ψίχουλα που του επιτρέπουν να επιβιώσει.
(…) Στ’ αλήθεια, είναι κρίμα που πάρθηκαν κατασταλτικά μέτρα εναντίον τέτοιων ανθρώπων. Αν αφήσουμε κατά μέρος τον κίνδυνο που μπορεί να αντιπροσωπεύει ή όχι για τον υγιή βίο ενός συνόλου, το «σκουλήκι του κομουνισμού», που είχε επωαστεί μέσα του, δεν ήταν τίποτ’ άλλο από μια φυσική επιθυμία για κάτι καλύτερο, μια διαμαρτυρία κατά της χρόνιας πείνας, που την εξέφραζε με την αγάπη του προς αυτή την ξένη θεωρία, την ουσία της οποίας δε θα μπορούσε ποτέ να καταλάβει, μα που η απλή της μετάφραση στο «ψωμί για τον φτωχό» ήταν έννοια του χεριού του και επιπλέον τον γέμιζε με ελπίδα.»
Από την αρχή μέχρι και το τέλος αυτού του ταξιδιού, πίσω από την αφηγηματική ικανότητα του νεαρού Ερνέστο, που ξαφνιάζει με τη δύναμή της μόνο όποιον δεν έχει διαβάσει κείμενα του φλογερού κομμουνιστή επαναστάτη και διανοητή Τσε Γκεβάρα, υφαίνεται σαν φόντο η διαδρομή της μεταμόρφωσης ενός ανυπόταχτου και υποψιασμένου νεαρού (ese el que fue: «αυτός που υπήρξα κάποτε», συνήθιζε να λέει ο ίδιος) σε έναν επαναστάτη με αιτία. Το καταστάλαγμα αυτής της διαδρομής θα αποτυπωθεί στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, εκεί όπου οι σκέψεις του αποφασισμένου και συνειδητοποιημένου Ερνέστο Γκεβάρα  προδιαγράφουν την μετέπειτα πορεία του κομαντάντε Τσε  στο κουβανικό και παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα.
«Ήξερα πως, τη στιγμή που το μεγάλο πνεύμα που κυβερνά τα πάντα θα έκοβε μεμιάς την ανθρωπότητα σε δύο ανταγωνιστικά μέρη, εγώ θα είμαι με το λαό· 
και το ξέρω επειδή το βλέπω χαραγμένο μέσα στη νύχτα, βλέπω πως εγώ, εκλεκτικός ανατόμος των διδασκαλιών και ψυχαναλυτής των δογμάτων, ουρλιάζοντας σαν τρελός, θα ριχτώ στα οδοφράγματα ή στα χαρακώματα, θα βάψω το όπλο μου στο αίμα και έξαλλος από μανία θα σφάξω κάθε εχθρό που θα βγει μπροστά μου. 
Και βλέπω τον εαυτό μου, καθώς μια απέραντη κούραση μετριάζει τον πρόσφατο ενθουσιασμό μου, να πέφτει θυσιασμένος για την αληθινή επανάσταση, προφέροντας ένα παραδειγματικό mea culpa. 
Νιώθω κιόλας να γεμίζουν τα ρουθούνια μου από τη στυφή οσμή του μπαρουτιού και του αίματος, του θανάτου του εχθρού. Το κορμί μου συσπάται κιόλας πρόθυμο για τη μάχη και ετοιμάζω την ύπαρξη μου σαν ιερό ναό, για να αντηχήσει μέσα του με νέα δύναμη και νέες ελπίδες η ζωώδης κραυγή του θριαμβευτή προλετάριου.»
Μια πορεία προς το μέλλον που χάραξε η ανάγκη για κοινωνική αλλαγή προς όφελος των καταπιεσμένων και ο κομαντάντε Τσε Γκεβάρα βάδισε με το όπλο στο χέρι πλάι στον Φιντέλ, με τον Καμίλο, τον Ραούλ, τον κουβανικό λαό και τους επαναστάτες όπου γης· με πυξίδα τις ιδέες του Μαρξ, του Λένιν και του Μαρτί και κάνοντας πράξη τα λόγια του τελευταίου: «ο καλύτερος τρόπος να πεις κάτι είναι να το κάνεις».

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Che:Ζει k σήμερα μέσα από τις ιδέες και τα ιδανικά που υπερασπίστηκε με τίμημα τη ζωή του. ,,49 χρόνια από τη δολοφονία Tου,,

CHE: Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΕΡΑΣΕ ΠΟΤΕ

Ο Ernesto Guevara de la Serna, γνωστότερος ως Che, αποτελεί μέχρι σήμερα ένα πρόσωπο που ταυτίζεται με την αντίσταση και την επανάσταση, καθώς και μία από τις διασημότερες και σπουδαιότερες μορφές του 20ου αιώνα. Πρότυπο για ανθρώπους ανεξαρτήτως ηλικίας, εθνικότητας, φύλου και χρώματος. Ζει σήμερα μέσα από τις ιδέες και τα ιδανικά που υπερασπίστηκε με τίμημα τη ζωή του με το ίδιο αγέρωχο και ελπιδοφόρο βλέμμα του. Πόσα όμως ξέρουμε για αυτόν τον σπουδαίο άνθρωπο; Αισθάνομαι ιδιαίτερη ευχαρίστηση που γράφω για τον Che, καθώς αποτελεί προσωπική μου έμπνευση σε πολλές καταστάσεις όσον αφορά τον τρόπο που τις αντιμετωπίζω. Ευελπιστώ να καταφέρω να περιγράψω όσο το δυνατόν καλύτερα και παραστατικά τη περιπετειώδη και επαναστατική ζωή του, χωρίς να φανώ ελλιπής στις πληροφορίες.

«Η ΖΩΗ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΠΛΑΣΜΑΤΟΣ ΑΞΙΖΕΙ ΕΝΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΟ ΦΟΡΕΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠ’ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΛΟΥΣΙΟΤΕΡΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΗ ΓΗ» [1960].

Τα πρώτα χρόνια
00000037270Ο Ερνέστο γεννήθηκε στην πόλη Rosario της Αργεντινής στις 14 Ιουνίου 1928. Ήταν το πρώτο απ’ τα πέντε παιδιά του Ernesto Guevara Lynch και της Celia de la Serna. Ήταν μια μεσοαστική αργεντίνικη οικογένεια με ισπανικές, βασκικές ρίζες από την πλευρά της μητέρας του και ιρλανδικές από εκείνη του πατέρα. Κυλούσε επαναστατικό αίμα κυλούσε στις φλέβες του. Από την παιδική του ηλικία, ο Ερνέστο έπασχε από άσθμα, κάτι που έμελλε να τον ταλαιπωρήσει στο υπόλοιπο της ζωής του. Τον ταλαιπώρησε ιδιαίτερα στο αντάρτικο, την περίοδο της Κουβανικής Επανάστασης και στην επιχείρηση στη Βολιβία, καθώς τα μεγάλα υψόμετρα επιδείνωναν τις κρίσεις άσθματος. Παρ’ όλα αυτά, ο Ερνέστο ήταν αρκετά δραστήριος και αθλητικός. Είχε καλές επιδόσεις σε διάφορα αθλήματα από το ποδόσφαιρο μέχρι την κολύμβηση και το ποδήλατο.
Από μικρή ηλικία ανέπτυξε ιδιαίτερη έφεση για την ποίηση και τη φιλοσοφία, διαβάζοντας κατά διαστήματα από Πάμπλο Νερούδα (αποτελούσε ίσως τον αγαπημένο του ποιητή) μέχρι Λόρκα και από Αριστοτέλη μέχρι Νίτσε και Μαρξ. Ξεκίνησε τις σπουδές του το 1948 στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες και ειδικεύτηκε στην λεπρολογία. Κατά τη διάρκεια των σπουδών ταξίδεψε σε πολλά μέρη της Λατινικής Αμερικής. Καταλυτικό ρόλο στην μετέπειτα πορεία του έπαιξε το πολύμηνο ταξίδι του με το φίλο του Alberto Granado(1922-2011), το 1952. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του σε πόλεις και χωριά της νότιας Αμερικής, είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει από κοντά τη ζωή και τους ανθρώπους, τις δυσκολίες της καθημερινότητας και την επίπτωση που είχε στους λαούς των λατινοαμερικανικών χωρών η αδικία της αποικιοκρατίας και της εκμετάλλευσης. Η αδικία που συνάντησε τον στιγμάτισε. Ταυτόχρονα όμως ανακάλυψε τις κοινές αξίες και τα ιδανικά που συνέδεαν, ως συνεκτικός κρίκος, τους λατινοαμερικανικούς λαούς. Αργότερα θα πει: «Είμαι Κουβανός και Αργεντινός συγχρόνως, και, αν δεν προσβάλλονται οι λαμπρές εξοχότητες των Λατινοαμερικανών εκπροσώπων, νιώθω τόσο πατριώτης Λατινοαμερικάνος, από οποιαδήποτε χώρα της Λατινικής Αμερικής, όσο κανένας άλλος, και την ώρα που θα είναι αναγκαίο είμαι διατεθειμένος να δώσω τη ζωή μου για την απελευθέρωση οποιασδήποτε από τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, χωρίς να ζητήσω τίποτα από κανέναν, χωρίς να απαιτήσω τίποτα, χωρίς να εκμεταλλευτώ κανέναν».
Ο δρόμος της ριζοσπαστικοποίησης του Γκεβάρα

«ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΗΣ ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΣΚΕΠΤΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΟΝΟ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΗΣ ΘΥΣΙΑΣ, ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ, ΤΗΣ ΗΡΩΙΚΗΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑΣ, ΕΝΩ ΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΡΙΟΣ Η ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΜΕΤΡΙΟΣ…»

Η πολιτική του ωρίμανση ήρθε την περίοδο που βρισκόταν στην Γουατεμάλα, ως απόφοιτος πλέον της Ιατρικής Σχολής.  Το 1954 η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του Jacobo Arbens ανατράπηκε έπειτα από στρατιωτικό πραξικόπημα υποστηριζόμενο από τις μυστικές υπηρεσίες των Η.Π.Α. και ο Γκεβάρα έφυγε για το Μεξικό, το οποίο αποτελούσε τη Μέκκα των αντιφρονούντων την εποχή εκείνη. Έχοντας ήδη αναπτύξει ριζοσπαστικές ιδέες και ερχόμενος όλο και πιο κοντά στις ιδέες του επαναστατικού μαρξισμού , κατέφυγε στο Μεξικό.
Εκεί, στην Πόλη του Μεξικό, ήρθε σε επαφή με εξόριστους κουβανούς επαναστάτες οι οποίοι σχεδίαζαν την ανατροπή του δικτάτορα Fulgencio Batista. Τον Ιούλιο του 1955, έπειτα από πρωτοβουλία του Raul Castro, ο Ερνέστο Γκεβάρα γνωρίζεται με τον Fidel σε φιλικό σπίτι στην μεξικανική πρωτεύουσα. Η συνάντηση αυτή θα του αλλάξει τη ζωή. Θα σηματοδοτήσει τη νέα αρχή των πραγμάτων στη ζωή του. Θα αφιερώσει τη ζωή του στην ιδέα της επανάστασης. Εκείνο το βράδυ, αποφασίζει να προσχωρήσει στην ομάδα των κουβανών επαναστατών και αποκτά, λόγω μιάς ιδιομορφίας των αργεντίνικων ισπανικών του, το προσωνύμιο «Che»  που θα τον σημαδέψει σε όλη του τη ζωή.
Στις 26 Νοεμβρίου 1956 επιβιβάστηκε στη Granma ως γιατρός της ομάδας 81 ανταρτών με προορισμό τις ακτές της Κούβας. Λίγες ημέρες αργότερα θα ξεκινούσε η επαναστατική δράση στα βουνά της Sierra Maestra ενάντια στα στρατεύματα της δικτατορίας του Μπατίστα. Δείχνοντας από νωρίς τις στρατηγικές του αρετές, ο Γκεβάρα «αναβαθμίστηκε» ιεραρχικά σε Κομαντάντε, γινόμενος ο πρώτος διοικητής του Επαναστατικού Στρατού. Παράλληλα, συνέχιζε να προσφέρει ο ίδιος τις ιατρικές του γνώσεις τόσο σε τραυματίες αντάρτες όσο και σε αιχμαλώτους στρατιώτες του καθεστώτος. Κατά τη διάρκεια του αντάρτικου στη Σιέρρα Μαέστρα κάλεσε ανθρώπους που ήξεραν ανάγνωση και γραφή, έτσι να κάνουν μαθήματα τους αντάρτες και τους ντόπιους που δεν πήγαιναν σχολείο, να μάθουν και να διαβάζουν. Θεωρούσε πολύ σημαντική την παιδεία και την εκπαίδευση στη ζωή των αμνθρώπων: «Ένας λαός που δεν ξέρει να γράφει και να διαβάζει μπορεί πολύ εύκολα να ξεγελαστεί στο μέλλον«.Κατά τη διάρκεια της επανάστασης, γνωρίζεται με τη μέλλουσα σύζυγο του, Aleida March, εθελόντρια στον Επαναστατικό Στρατό. Θα αποκτήσει μαζί της τέσσερα παιδιά.
Τον Σεπτέμβριο του 1958, ο Γκεβάρα και ο στενός του φίλος Camilo Cienfuegos, οδήγησαν δύο διαφορετικά τάγματα ανταρτών σε καθοριστικής σημασίας νίκες ενάντια στις δυνάμεις του Μπατίστα με αποκορύφωμα την κατάληψη της Santa Clara, πόλη με σημαντική γεωστρατηγική σημασία. Αυτές οι στρατηγικές επιτυχίες είχαν ως αποτέλεσμα την σταδιακή μετατόπιση του μετώπου πιο κοντά στην έδρα του καθεστώτος, στην πρωτεύουσα Αβάνα. Ένα χρόνο σχεδόν πριν το θρίαμβο της Επανάστασης ο Ερνέστο Γκεβάρα είχε αναδειχθεί ήδη σε κορυφαίο στέλεχος του αντάρτικου Στρατού, έχοντας αποκτήσει τη φήμη του δεινού και γενναίου στρατηγού υπό ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες.

«ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΗΣ. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΕΤΟΙΟΙ. ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΟΝΟΙ ΤΟΥΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΝΟΥΝ ΤΟΥΣ ΕΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ» [1958].

Η εδραίωση και η ανάπτυξη μια επαναστατικής κοινωνίας

«Ο ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ ΥΠΗΡΞΕ ΕΝΑΣ ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΘΕΜΑ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ ΜΑΣ. […] ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΑΝΤΙΔΡΟΥΣΑΝ ΟΙ ΒΟΡΕΙΟΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ, ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ ΤΟΥΣ ΑΛΑΖΟΝΕΙΑ, ΠΑΙΡΝΟΝΤΑΣ ΚΑΠΟΙΑ ΜΕΤΡΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΥΒΑ, ΕΜΕΙΣ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΝΑ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΑΝΤΙΜΕΤΡΑ ΚΙ ΕΤΣΙ ΒΑΘΥΝΕ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ».

Η θριαμβευτική νίκη των Επαναστατών οδήγησε στην άτακτη φυγή του Μπατίστα από το νησί, την 1η Ιανουαρίου 1959. Ο Ερνέστο Γκεβάρα έγινε κορυφαίο στέλεχος της νέας κυβέρνησης. Αρχικά ανέλαβε τα ηνία του Τμήματος Βιομηχανίας του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Μεταρρύθμισης και αργότερα διορίστηκε από τον Φιντέλ Κάστρο, πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας. Και οι δύο θέσεις που ανέλαβε είχαν ως κεντρικό στόχο την οικονομική ανοικοδόμηση της χώρας, έπειτα από δεκαετίες αυταρχικής και διεφθαρμένης διακυβέρνησης. Στο πρόγραμμα της Αγροτικής Μεταρρύθμισης ο ρόλος του Τσε ήταν καθοριστικός, τόσο στο σχεδιασμό όσο και στην εφαρμογή μιας ριζικής ανατροπής των κατεστημένων ιδιοκτησιακών καθεστώτων γης στη χώρα. Αποτέλεσε βασικό στέλεχος της επαναστατικής πολιτικής οργάνωσης που αργότερα, το 1965, μετεξελίχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας. Το Φεβρουάριο του 1961 ανέλαβε υπουργός Βιομηχανίας.
Τα επόμενα χρόνια οι αρμοδιότητες του Τσε δεν περιορίστηκαν σε πόστα της επαναστατικής κυβέρνησης Κάστρο. Ο ίδιος ανέλαβε την εκπροσώπηση της κουβανικής κυβέρνησης σε διεθνή φόρα, επισκεπτόμενος διάφορες πρωτεύουσες και συνομιλώντας με ξένες ηγεσίες. Επισκέφτηκε τη Μόσχα και το Πεκίνο, ενώ ταξίδεψε επίσης σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης, της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής. Συναντήθηκε με τους κυριότερους πολιτικούς ηγέτες του σοσιαλιστικού μπλοκ της εποχής, από τον Mao Zedong και τον Gamal Abdel Nasser μέχρι τον αντιπρόεδρο Mikoyan της ΕΣΣΔ και τον Tito της Γιουγκοσλαβίας. Ταυτόχρονα συνάντησε σημαίνουσες προσωπικότητες της εποχής, όπως ο Ρώσος κοσμοναύτης Yuri Gagarin και το θρυλικό ζεύγος της γαλλικής διανόησης Jean-Paul Sartre και Simone de Beauvoir. Ο Σαρτρ εντυπωσιάστηκε από την εμβληματική φιγούρα του Τσε δηλώνοντας αργότερα: «Ο Τσε δεν ήταν απλώς ένας διανοούμενος, αλλά επίσης ο πιο ολοκληρωμένος άνθρωπος της εποχής μας«.
 «Δεν ενδιαφέρομαι για έναν «ξερό» οικονομικό σοσιαλισμό. Παλεύουμε ενάντια στη μιζέρια αλλά επίσης παλεύουμε ενάντια στην απομόνωση».
Κατά τη διάρκεια των αποστολών του στο εξωτερικό, ο Τσε διέπρεψε ως ομιλητής και υποστηρικτής των χωρών του Τρίτου Κόσμου. Κατά την συνδιάσκεψη του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών στην Ουρουγουάη το 1961 κατήγγειλε τα ιμπεριαλιστικά σχέδια της τότε κυβέρνησης John Kennedy, ενώ το 1964 εκφώνησε λόγο στη Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε. στη Νέα Υόρκη εκπροσωπώντας την κουβανική κυβέρνηση.

«ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΥΝΟΡΑ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ. ΔΕ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΔΙΑΦΟΡΟΙ ΓΙΑ ΟΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΟΠΟΥΔΗΠΟΤΕ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ – Η ΝΙΚΗ ΚΑΘΕ ΧΩΡΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΔΙΚΙΑ ΜΑΣ ΝΙΚΗ, ΟΠΩΣ Η ΗΤΤΑ ΟΠΟΙΑΣΔΗΠΟΤΕ ΧΩΡΑΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΔΙΚΙΑ ΜΑΣ ΗΤΤΑ».

Η ιδέα μιας παγκόσμιας επανάστασης: Κονγκό, Βολιβία και τέλος του
Έπειτα από τη νικηφόρα επανάσταση στην Κούβα, ο Τσε πίστευε σε μια γενικότερη επαναστατική ιδέα σε παγκόσμιο επίπεδο. Η θεώρηση του περί εξάπλωσης της Επανάστασης σε όλον τον μαστιζόμενο απ’ τον ιμπεριαλισμό Τρίτο Κόσμο, καθώς και η σταθερή του προσήλωση στα ιδανικά της διεθνιστικής αλληλεγγύης, τον οδήγησε να εγκαταλείψει την Κούβα τον Απρίλιο του 1965. Νέος προορισμός το Κονγκό της Κεντρικής Αφρικής, όπου ο Τσε ανέλαβε να ηγηθεί ομάδας ανταρτών προς υποστήριξη της τοπικής αντι-ιμπεριαλιστικής επαναστατικής πάλης. Παρά την σημαντική συνεισφορά του Γκεβάρα, το επαναστατικό κίνημα στο Κονγκό δεν απέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, αναγκάζοντας τον Τσε να επιστρέψει στην Κούβα το Δεκέμβριο του 1965.



che-in-the-congo
O Che στο Κονγκό
che-mule
Πάνω στο άλογο στη ζούγκλα της Βολιβίας.

Εκεί προετοίμαζε την νέα του αποστολή. Αυτή τη φορά στη Βολιβία, με στόχο τη δημιουργία αντάρτικου στρατού και την ανατροπή του δικτατορικού καθεστώτος της χώρας. Απώτερος σκοπός όμως ήταν η διάδοση, της επαναστατικής φλόγας σε όλην τη Λατινική Αμερική. Ο Τσε έφτασε στη Βολιβία το Νοέμβριο του 1966 με ψευδή στοιχεία και αλλαγμένος φυσιογνωμικά, ώστε να μην προκαλέσει τις υποψίες των αρχών. Τα πράγματα στη Βολιβία όμως απεδείχθησαν ιδιαίτερα περίπλοκα. Οι χωρικοί, φοβισμένοι και τρομοκρατημένοι από το καθεστώς, δεν ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν τους αντάρτες ενώ το επίσημο κομμουνιστικό κόμμα της χώρας αρνήθηκε να συνδράμει τον Τσε και τους επαναστάτες, όπως είχαν υποσχεθεί. Ο ίδιος ο Γκεβάρα κατάλαβε στην συνέχεια πως ο κλοιός άρχισε να στενεύει.
Η βολιβιανή κυβέρνηση έδωσε εντολή στις ειδικές στρατιωτικές δυνάμεις τη σύλληψη των ανταρτών σε συνδυασμό με τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες που συνεργάστηκαν με τις τοπικές αρχές της εποχής. Κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων, μια ομάδα ανταρτών υπό τον Τσε περικυκλώθηκε από βολιβιανές στρατιωτικές δυνάμεις και σε ανταλλαγή πυρών ο Γκεβάρα τραυματίστηκε στο πόδι. Οι εκπαιδευμένοι από τις ΗΠΑ βολιβιανοί στρατιώτες, τον συνέλαβαν μαζί με άλλους οκτώ συντρόφους στις 8 Οκτωβρίου 1967 κοντά στο χωριό La Higuera. Σημαντικό ρόλο στην σύλληψη του έπαιξε ο πράκτορας των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών Felix Rodriguez. Σύμφωνα με τα αρχεία της CIA, ο Γκεβάρα έμεινε αιχμάλωτος του καθεστωτικού στρατού για λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο. Με εντολή του στρατιωτικού δικτάτορα της χώρας René Berientos και με την συγκατάθεση της CIA, δολοφονήθηκε από τον στρατιώτη Mario Terán στο σχολείο του χωριού, το μεσημέρι. Το ημερολόγιο έγραφε 9 Οκτωβρίου 1967.
Την επομένη της εκτέλεσης, έπειτα από τη νεκροψία στο νοσοκομείο San Jose de Malta, το σώμα του Τσε μεταφέρθηκε στο πλυσταριό του χωριού όπου και εκτέθηκε, ως απόδειξη του βολιβιανού στρατού προς τον δύσπιστο διεθνή τύπο. Πέραν του πλήθους των ντόπιων που συγκεντρώθηκαν, στο σημείο βρίσκονταν τέσσερις ανταποκριτές από εφημερίδες του εξωτερικού. Η εικόνα του νεκρού επαναστάτη που κείτονταν σαν ένας σύγχρονος Χριστός, σύμφωνα με Βρετανό κριτικό τέχνης John Berger, έκανε το γύρο του κόσμου. Προς μακάβρια απόδειξη του ότι ο Τσε Γκεβάρα δεν ήταν πλέον εν ζωή, οι βολιβιανές αρχές ζήτησαν τον ακρωτηριασμό των άνω άκρων του επαναστάτη, τα οποία στάλθηκαν στο Μπουένος Άιρες για επιστημονική επιβεβαίωση της ταυτότητας του νεκρού.
Ο Τσε και οι υπόλοιποι έξι σύντροφοι του ετάφησαν σε ένα χωράφι στο χωριό Vallegrande, σε μια επιχείρηση των βολιβιανών αρχών που κρατήθηκε υπό απόλυτη μυστικότητα. Το σώμα του ένδοξου αντάρτη παρέμεινε θαμμένο στο Βαλεγκράντε της Βολιβίας για τριάντα ολόκληρα χρόνια. Έρευνες Κουβανών και άλλων λατινοαμερικάνων επιστημόνων το 1997, οδήγησαν στην ανακάλυψη του ομαδικού τάφου των επτά ανταρτών. Αφού πιστοποιήθηκε η ταυτότητα των οστών, το λείψανο του Τσε μεταφέρθηκε στην Κούβα όπου και ενταφιάστηκε σε ειδικό μαυσωλείο που χτίστηκε στην πόλη Σάντα Κλάρα.



Felix Rodriguez, Che Guevara
Ο Che μια μέρα μετά την σύλληψη του στο χωριό La Higuera
freddyalbertoche
Το άψυχο σώμα του αντάρτη

«ΔΙΑΚΙΝΔΥΝΕΥΟΝΤΑΣ ΝΑ ΦΑΝΩ ΓΕΛΟΙΟΣ, ΕΠΙΤΡΕΨΤΕ ΜΟΥ ΝΑ ΠΩ ΟΤΙ Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ ΟΔΗΓΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΕΙΩΔΕΣ ΑΙΣΘΗΜΑ ΑΓΑΠΗΣ. ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΣΚΕΦΤΩ ΕΝΑΝ ΓΝΗΣΙΟ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗ ΧΩΡΙΣ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ».

H υστεροφημία του νίκησε το θάνατο του



%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82-3
Η πιο διάσημη φωτογραφία του «Guerrillero Heroico» από τον Κουβανό φωτογράφο Alberto Korda, Havana 1960

Από το μακρινό φθινόπωρο του 1967 έως σήμερα ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα συνεχίζει να ζει στον κόσμος μας. Σχεδόν μισό αιώνα μετά η επαναστατική του φιγούρα αποτελεί σήμα κατατεθέν της επανάστασης, της αντίστασης και της ελευθερίας για και κάθε άνθρωπο που αισθάνεται την αδικία και την επαναστατική φλόγα να καίει μέσα του. Ένας φιλόδοξος γιατρός που ταξίδεψε τον κόσμο, γνώρισε την σκλαβιά και την εκμετάλλευση και γρήγορα έμελλε να γίνει αντάρτης με στόχο να αλλάξει τον κόσμο. Να δημιουργήσει έναν νέο άνθρωπο που θα σέβεται τον άλλον και τη φύση, που θα εργάζεται στο πλαίσιο μια ομαδικής και ισόνομης σε δικαιώματα κοινωνίας, χωρίς αδικίες εχθρότητες και καταπιέσεις. Μέσα από τις αξίες και τα ιδανικά που πρέσβευε σημάδεψε την πορεία του στην ανθρώπινη ιστορία. Ο Τσε Γκεβάρα δεν γέρασε, δεν έφυγε ποτέ. Είναι ο νέος φλογερός επαναστάτης που νίκησε το θάνατο.
Σε πολλές χώρες, πόλεις και γειτονιές αντικρίζει κανείς την εικόνα σε τοίχους και κτίρια. Να στέκεται εκεί αγέραστος και πάντοτε νέος στους νέους αγώνες που θα ξεκινήσουν. Το βλέμμα της νεότητας και της ελπίδας που αντιπροσωπεύει η διάσημη φωτογραφία Guerrillero Heroico, εμψυχώνει τις ψυχές των ανθρώπων που αγαπούν και θέλουν έναν πιο δίκαιο και ειρηνικό κόσμο.
Το προσωπικό μου μήνυμα είναι να προσπαθούμε κάθε μέρα να αλλάξουμε τον δικό μας κόσμο. Ίσως έτσι μπορέσουμε μια μέρα να αντικρίσουμε με υπερηφάνεια τα παιδιά για όσα πράξαμε και όσα τους αφήσαμε ως κληρονομιά. Άλλωστε όπως έχει αναφέρει ο ίδιος ο Τσε: «Δεν είμαι απελευθερωτής. Δεν υπάρχουν τέτοιοι. Οι άνθρωποι μόνοι τους απελευθερώνουν τους εαυτούς τους». Ας σπάσουμε λοιπόν τις αλυσίδες που μας φόρεσαν, ώστε να εξεγερθούμε σε εκείνους που μας χειραγωγούν. Ας είμαστε λοιπόν ρεαλιστές, ας επιδιώξουμε το αδύνατο.
Υ.Γ. Hasta la victoria siempre comandante!

Το είδαμε εδώ!! 


,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,,

49 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε Γκεβάρα

che
ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΧΟΛΕΒΑΣΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΧΟΛΕΒΑΣ • 9 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 
Όταν κοιτάζει κανείς τη γνωστή φωτογραφία, που οι διώκτες του Γκεβάρα έστειλαν παντού για να αποδείξουν το θάνατο του και να πανηγυρίσουν, μπορεί εύκολα να «αναρωτηθεί» αν ο Τσε είναι ο «ζωντανός» και οι γύρω του οι «νεκροί»… Είναι το βάρος της Ιστορίας και οι συμβολισμοί που κουβαλάει αυτή η φωτογραφία:
%cf%84%cf%83%ce%b5-%ce%b3%ce%ba%ce%b5%ce%b2%ce%b1%cf%81%ce%b1
Τον Γκεβάρα δεν τον κοιτάμε «από μακριά». Εάν ασχοληθεί κανείς, έστω και λίγο, με τη ζωή του και τα κείμενα του, θα καταλάβει πως κάτι τέτοιο το απεχθανόταν. Ο Τσε δεν ήταν «υπεράνθρωπος», ήταν άνθρωπος, με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που χαρακτηρίζουν τους ανθρώπους.
Συμπληρώνονται 49 χρόνια από την αιχμαλωσία και τη δολοφονία του (8 προς 9 Οκτώβρη 1967 στη Βολιβία), που ανατέθηκε στον υπαξιωματικός Μάριο Τεράν, και ο Γκεβάρα είναι ακόμα εδώ
ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ Ο Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρναγεννήθηκε 14 Ιουνίου  1928 , στο Ροσάριο της Αργεντινής (είναι γνωστό ότι υπάρχει μια ιστορία γύρω από την ημερομηνία γέννησης του Τσε, η οποία τοποθετείται, με βάση ορισμένες μαρτυρίες, ένα μήνα νωρίτερα). Από μικρή ηλικία, οργίστηκε με αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο, δεν άντεχε τη βαρβαρότητα. Στην πορεία της ζωής του έκανε μια αδιαμφισβήτητη επιλογή: Να πολεμήσει τη βαρβαρότητα ως κομμουνιστής.
Αυτό «ξεχνιέται» σε πολλά ελαφρούτσικα αφιερώματα, τα οποία τον περιγράφουν σαν τον «αιώνιο επαναστάτη» ή με άλλους αντίστοιχους νερόβραστους χαρακτηρισμούς. Έχουμε, ειλικρινά, βαρεθεί τα αφιερώματα για τον «άλλον» Τσε, δηλαδή τον Γκεβάρα χωρίς τα επαναστατικά και κομμουνιστικά του χαρακτηριστικά, χωρίς, σε τελική ανάλυση, όλα εκείνα που ήταν. 
Γνωστή η τακτική: Αφαιρούν από ένα πρόσωπο, που πέρασε στην Ιστορία, ό,τι δεν τους αρέσει και διαμορφώνουν μια άλλη εικόνα, χιλιόμετρα μακριά από την πραγματικότητα. Ειδικά τα τελευταία χρόνια αυτό είναι ένα «χόμπι» πολλών «ειδικών», που αρέσκονται στη «δραστηριότητα» της παραχάραξης της Ιστορίας. Οι συγκεκριμένοι «ειδικοί», βέβαια, σπεύδουν να μιλήσουν ή να γράψουν σε πιο «βαριά» αφιερώματα, από εκείνα που μετά εκλαϊκεύονται για «κατανάλωση». 
Υπάρχουν και οι ιλουστρασιόν θαυμαστές του Τσε (πολιτικά και άλλα δημόσια πρόσωπα), που καμία σχέση δεν έχουν με την ιδεολογική πορεία του, αλλά επιδιώκουν απεγνωσμένα να τον οικειοποιηθούν, υποστηρίζοντας πως πρόκειται για έναν επαναστάτη διαφορετικό, ο οποίος δεν ήταν και τόσο κομμουνιστής αλλά κάτι άλλο, απροσδιόριστο και …μεταφυσικό.  
Είναι κι εκείνες οι προσπάθειες ο Γκεβάρα να βγει στα ράφια της εμπορευματοποίησης, δίπλα σε προϊόντα. Απέτυχαν, διότι δεν κατάφεραν, ούτε ελάχιστα, να ξεθωριάσει, αυτό που εκπροσωπεί:  Τις ώρες των λαϊκών εξεγέρσεων, την επανάσταση,  που ο Γκεβάρα  και οι σύντροφοι του έκαναν πράξη.  
Η «αθλιότητα» και η «φαυλότητα» των «βασιλιάδων χωρίς στέμμα» 
Ο Τσε Γκεβάρα πολέμησε, με τ’ όπλο και χωρίς αυτό. Πολέμησε τους «βασιλιάδες χωρίς στέμματα», το σύστημα τους σε όλες τις εκφράσεις του. Όπως έλεγε, χαρακτηριστικά, σε μια ομιλία του που μεταδόθηκε  από το ραδιόφωνο,  στις 20 Μαρτίου 1960 :  
«Τώρα υπάρχουν βασιλιάδες χωρίς στέμματα: είναι τα μονοπώλια, αληθινοί αφέντες ολόκληρων χωρών…»1.
Σε επιστολή (Μάρτιος 1965) στον διευθυντή της «Μάρσα», εβδομαδιαίου εντύπου του Μοντεβίντεο, περιέγραψε, μεταξύ άλλων, την «αθλιότητα» και τη «φαυλότητα» τους:
«Οι τυφλοί νόμου του καπιταλισμού, αόρατοι για τους περισσότερους ανθρώπους, επιδρούν πάνω στο άτομο χωρίς αυτό να το αντιλαμβάνεται. Δεν βλέπει παρά ένα απέραντο ορίζοντα που φαίνεται ατελείωτος. Έτσι προσπαθεί να παρουσιάσει η καπιταλιστική προπαγάνδα την περίπτωση Ροκφέλλερ – αληθινή ή όχι –σαν ένα δίδαγμα στις δυνατότητες επιτυχίας.
Την αθλιότητα που πρέπει να συσσωρεύσεις για να προκύψει ένα τέτοιο αποτέλεσμα και το μέγεθος της φαυλότητας που προϋποθέτει μια περιουσία τόσο τεράστια, αυτά δεν εμφανίζονται στον πίνακα και δεν είναι πάντα εύκολο για τις λαϊκές δυνάμεις να διακρίνουν καθαρά τα φαινόμενα»2.
Ο τίτλος του κειμένου «Είμαι από εκείνους που διακινδυνεύουν τη ζωή τους για να για να υπερασπιστούν τις αλήθειες τους») είναι από γράμμα του Τσε Γκεβάρα στους γονείς του, με ημερομηνία 5 Φεβρουαρίου 1959»3.Μια φράση που ο Τσε την έκανε πράξεις.

1.Τσε Γκεβάρα, Άπαντα ( τόμος 4) – Πολιτικά κείμενα Α ,  Εκδόσεις Καρανάση, σ.22.
2 Τσε Γκεβάρα, Άπαντα (τόμος 4) – – Πολιτικά κείμενα Α, «Ο Σοσιαλισμός και ο Άνθρωπος στην Κούβα»,  σ. 176.
3.Τσε Γκεβάρα, Άπαντα ( τόμος 5) – Πολιτικά κείμενα Β , Εκδόσεις Καρανάση, σ.248


Για ΔΙΑΒΑΣΜΑ - ΜΕΛΕΤΗ:

Ένγκελς: Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το Τέλος της Κλασικής Γερμανικής Φιλοσοφίας

Φρίντριχ Ένγκελς ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΦΟΪΕΡΜΠΑΧ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ  Καρλ Μαρξ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΟΪΕΡΜΠΑΧ ΑΠΟ ΤΟ 18...