Συνολικές προβολές σελίδας

Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μακρόνησος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μακρόνησος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2020

Η Μεγάλη Σφαγή τον Μάρτη του 1948 στη ΜΑΚΡΟΝΗΣΟ.

ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ

Η μεγάλη σφαγή τον Μάρτη του 1948
Μακρόνησος στο μεσουράνημά της, ένα χρόνο μετά το αιματοκύλισμα των κρατουμένων σκαπανέων του Α' Τάγματος
Ν.ΜΑΡΓΑΡΗΣ
Μακρόνησος στο μεσουράνημά της, ένα χρόνο μετά το αιματοκύλισμα των κρατουμένων σκαπανέων του Α' Τάγματος
«Σε τούτα τα βράχια τουφεκίστηκαν οι 300 του Α' Τάγματος
τούτα τα φύκια είναι μια τούφα μαλλιά
ξεκολλημένα μαζί με το πετσί
απ' το καύκαλο ενός συντρόφου που αρνήθηκε να υπογράψει δήλωση»
Γιάννης Ρίτσος
***
Τέτοιες μέρες ήτανε. Τη μια μέρα ήτανε χειμώνας, την άλλη έμπαινε η άνοιξη.
Οχι, όμως και στο Μακρονήσι.
Εδώ, ο τροχός γυρνούσε αντίστροφα. Στη θέση ενός φωτεινού κόσμου, του κόσμου της αντίστασης και της λευτεριάς, επιχειρούνταν να στηθεί το βασίλειο του τρόμου.
Πεντέμισι χιλιάδες φαντάροι, που η αστική τάξη εκτιμούσε ότι είναι στο παραπέντε να περάσουν με το μέρος του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, είχαν κλειστεί στο σύρμα της Μακρονήσου, για να «αναμορφωθούν» και να σταλούν στο μέτωπο να χτυπήσουν τους συντρόφους τους.
Αυτοί οι 5.500 φαντάροι δεν ήταν όποιοι κι όποιοι. Ηταν οι αμετανόητοι που είχαν ξεδιαλεχτεί από τα άλλα τάγματα. Στο νησί εκείνη την περίοδο υπήρχαν τρία τάγματα σκαπανέων. Τα Α, Β και Γ. Τα Β και Γ λειτουργούσαν ως φίλτρα. Οι αμετανόητοι μεταφέρονται στο Α τάγμα. 5.500 ψυχές έτοιμες για τη μεγάλη σφαγή. Ηταν 29 του Φλεβάρη κι ερχόταν η 1 Μάρτη του 1948.
***
Αυτό που γινόταν δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Η αστική τάξη είχε ήδη αποκτήσει εμπειρία, από τον εγκλεισμό στο «σύρμα» στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική 15.000 αντιφασιστών Ελλήνων στρατιωτών. Είχε ήδη μέχρι τις αρχές του 1947 μαντρώσει 5.809 κρατούμενους στα νησιά της εξορίας και άλλους 11.244 κρατούμενους τους είχε σε φυλακές και στρατόπεδα να περιμένουν την εκτόπισή τους.
Ο παράνομος «Ριζοσπάστης» (12-3-1948) αποκαλύπτει τους πραγματικούς στόχους του μακελειού
Ο παράνομος «Ριζοσπάστης» (12-3-1948) αποκαλύπτει τους πραγματικούς στόχους του μακελειού
Είχε έρθει η ώρα για να ξεκινήσει η εκκαθάριση του ανασυγκροτούμενου αστικού στρατού. Κατά χιλιάδες οι φαντάροι απομονώνονται από το κυρίως σώμα του αστικού στρατού και συγκροτούνται τα τάγματα σκαπανέων.

Ηταν η εποχή που έχει ήδη ανακοινωθεί το Σχέδιο Μάρσαλ και διακηρυσσόταν το Δόγμα Τρούμαν. Η εποχή που μετά την αποτυχία των ναζί να συντρίψουν τη Σοβιετική Ενωση, ο ιμπεριαλισμός σούμπιτος έβαζε πλώρη για να αντιμετωπίσει το σοσιαλιστικό σύστημα που είχε βγει τροπαιούχο από τον Β' Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο.
Η αστική τάξη στη χώρα μας γνώριζε πολύ καλά τι έκανε και πού πήγαινε. 
Ο τότε υπουργός Στρατιωτικών Π. Κανελλόπουλος δήλωνε: «Η ιστορία θα γράψει πως η στροφή της παγκοσμίου καταστάσεως εδώ άρχισε, στη Μακρόνησο. Στο ξερονήσι αυτό, υπέροχον σχολείον αναβαπτίσεως των ασώτων υιών του έθνους, εβλάπτισεν σήμερον η Ελλάς ωραιοτέρα παρά ποτέ» (δήλωση υπουργού Στρατιωτικών Παναγιώτη Κανελλόπουλου, που έδωσε συγχαρητήρια στους επιτελείς των ταγμάτων στη Μακρόνησο, ηχητικό ντοκουμέντο από το ντοκιμαντέρ του Λ. Βαρδαρού «Μακρόνησος. Τόποι πολιτικής εξορίας και ιστορικής μνήμης»).
Ολη η χώρα μια φυλακή
Είναι η εποχή που στην Ελλάδα αναπτύσσεται ο ένοπλος ταξικός αγώνας και η χώρα μετατρέπεται από άκρη σε άκρη σε μια απέραντη φυλακή.
 Αντλούμε στοιχεία από το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τόμος Β2:
Απλώθηκαν και λειτούργησαν σε όλη την επικράτεια δεκάδες φυλακές και τόποι εξορίας με κρατούμενους κομμουνιστές και άλλους αγωνιστές της ΕΑΜικής Αντίστασης. 
Στα τέλη του 1946 με αρχές του 1947 καταμετρώνται σε όλη τη χώρα 49 φυλακές και 35 τόποι εξορίας. 
Σ' αυτά πρέπει να προστεθούν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης αιχμαλώτων που χρησιμοποίησε ο αστικός στρατός, καθώς και τα κρατητήρια και τμήματα που χρησιμοποίησαν η Χωροφυλακή και η Ασφάλεια, στα οποία κρατήθηκαν και ανακρίθηκαν χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι. 
Υπήρξαν επίσης 21 νοσοκομεία στα οποία κρατούνταν ασθενείς αγωνιστές, όπως το «Σωτηρία» και το «Αγιος Παύλος».
Ξυλογραφία του Γ. Φαρσακίδη,1949: Μετά το μακελειό, ο Ιωαννίδης με τους αλφαμίτες μπρος στα αιμόφυρτα κορμιά, εκβιάζουν για δήλωση. «Σκύψε κομμούνα να ιδείς, τα τίναξαν οι πουτάνες. Η σειρά σου τώρα, καθάριζε...»
Ξυλογραφία του Γ. Φαρσακίδη,1949: Μετά το μακελειό, ο Ιωαννίδης με τους αλφαμίτες μπρος στα αιμόφυρτα κορμιά, εκβιάζουν για δήλωση. «Σκύψε κομμούνα να ιδείς, τα τίναξαν οι πουτάνες. Η σειρά σου τώρα, καθάριζε...»
Ακόμα, γι' αυτήν την περίοδο αναφέρονται τουλάχιστον 5 κρατητήρια «παρακρατικών» συμμοριών, όπως οι στάβλοι του Μπαντουβά στο Ηράκλειο Κρήτης και τα κρατητήρια της ΕΑΟΚ στις Κροκεές Λακωνίας.
Η Μακρόνησος ήταν το πλέον συμβολικό στρατόπεδο. Εδώ οι μηχανισμοί καταστολής τελειοποιήθηκαν, η βία συστηματοποιήθηκε και οι πολιτικά διωκόμενοι γνώρισαν τη μεγαλύτερη αναμέτρησή τους με τον ταξικό αντίπαλο.
Η δημιουργία της Μακρονήσου υπήρξε οργανωμένο σχέδιο των Βρετανών και Αμερικανών, σε συνεργασία με το ελληνικό αστικό κράτος, για την εξουδετέρωση μιας μεγάλης μερίδας του λαϊκού κινήματος, πρωταρχικά με σκοπό την εκκαθάριση του κυβερνητικού στρατού από δυνάμεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εξεγέρσεις σε μονάδες, σε συνδυασμό με την αποστέρηση του ΔΣΕ από πολύτιμες εφεδρείες. 
Ταυτόχρονα, επιδιώχτηκε το ηθικό τσάκισμα των κομμουνιστών και άλλων αγωνιστών μέσα από την υπογραφή δηλώσεων αποκήρυξης του ΚΚΕ και της ιδεολογίας του, ώστε αυτό να λειτουργήσει αρνητικά στο ηθικό του λαού.
Η ίδρυση του στρατοπέδου της Μακρονήσου αποφασίστηκε στις 19 Φλεβάρη 1947, ενώ ξεκίνησε να λειτουργεί στις 28 Μάη 1947, με τον εκτοπισμό σε αυτήν των πρώτων 100 μόνιμων αξιωματικών και 600 εφέδρων.
Το στρατόπεδο της Μακρονήσου συγκροτήθηκε από: Το Α Τάγμα Σκαπανέων, που είχε μεταφερθεί από τον Αγιο Νικόλαο Κρήτης, με διοικητή τον Κωνσταντίνο Κωνσταντόπουλο, τον οποίο αντικατέστησε το 1948 ο ταγματάρχης Αντώνιος Βασιλόπουλος. 
Το Β Τάγμα, που μεταφέρθηκε από τη Λάρισα στην Παιανία και από εκεί στο Πόρτο Ράφτη, απ' όπου έφυγε για τη Μακρόνησο (25 Μάη 1947), με διοικητή τον Ηλία Στολιόπουλο και αργότερα τον Γεώργιο Τζανετάτο. 
Το Γ Τάγμα, που συγκροτήθηκε το 1946 στη Μίκρα Θεσσαλονίκης, με διοικητή τον Παναγιώτη Σκαλούμπακα. 
Τον Σεπτέμβρη του 1947 μεταφέρθηκαν στο Γ Κέντρο Αξιωματικών Μακρονήσου οι μάχιμοι αξιωματικοί του ΕΛΑΣ. Διοικητής του ήταν ο Σταύρος Χριστοδουλάκης και μετά ο Νίκος Δαούλης, που έκανε και χρέη διοικητή της Μακρονήσου. Υπεύθυνος για τη Μακρόνησο από την πλευρά του ΓΕΣ ήταν ο συνταγματάρχης Γεώργιος Μπαϊρακτάρης.

Στα τρία Ειδικά Τάγματα Οπλιτών (ΕΤΟ), τα Α ΕΤΟ, Β ΕΤΟ και Γ ΕΤΟ, κρατούνταν κομμουνιστές και άλλοι ΕΠΟΝίτες φαντάροι, ανάλογα με το βαθμό επικινδυνότητας, που προέκυπτε από το φάκελο που είχε στη διάθεσή του το Γραφείο Ασφαλείας (Α2) του νησιού. 
Στο Α ΕΤΟ, το λεγόμενο και «Κόκκινο Τάγμα», κρατούνταν οι πιο επικίνδυνοι οπλίτες, στο Β ΕΤΟ οι «συμπαθούντες» και στο Γ ΕΤΟ οι «ύποπτοι».
Εκτός από τα παραπάνω τάγματα, υπήρχαν και χώρος κράτησης πολιτών και ορισμένες μικρές μονάδες υποστηρικτικών υπηρεσιών.
Στο νησί αρχικά λειτούργησαν οι Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών (ΣΦΑ), στις οποίες κρατούνταν «επικίνδυνοι πολίτες» (υπόδικοι στρατοδικείων) και οι οποίες μετονομάστηκαν το 1949 σε Ειδικό Σώμα Αναμόρφωσης Ιδιωτών (Α και Β ΕΤΟ-ΕΣΑΙ), που αργότερα ονομάστηκε Δ ΕΤΟ.
Συνολικά στο νησί κρατήθηκαν, κατά μια εκδοχή, πάνω από 100.000 άτομα, πολίτες ή στρατιωτικοί. Ανάμεσά τους και 300 ανήλικα παιδιά.
Η βία και τα ψυχολογικά και σωματικά βασανιστήρια υπήρξαν καθημερινό φαινόμενο στη Μακρόνησο. 
Ηδη με την άφιξή τους στο νησί, οι εξόριστοι ξυλοκοπούνταν από άντρες της Αστυνομίας Μονάδας (ΑΜ) και όσοι δεν υπέγραφαν δηλώσεις αποκήρυξης στέλνονταν στο Γραφείο Α2 για περαιτέρω βασανιστήρια και ανακρίσεις. 
Οι εξόριστοι που δεν υπέγραφαν συνήθως απομονώνονταν και βασανίζονταν αδιάκοπα, ενώ οι υπογράφοντες δήλωση τοποθετούνταν σε ξεχωριστούς κλωβούς, όπου η μεταχείρισή τους ήταν σχετικά ήπια.

Βασανιστήρια όπως το ξύλο με σύρματα, καδρόνια και ξύλα μπαμπού, η φάλαγγα, η ψυχρολουσία, η έκθεση στον ήλιο και το κρύο και το κάψιμο με πυρωμένα σίδερα και τσιγάρα, συνδυάζονταν με ώρες καψονιών όπως η ορθοστασία, το κουβάλημα βράχων και η ακινησία, προκειμένου να αποσπαστούν δηλώσεις. 
Παράλληλα, εφαρμόζονταν ψυχολογικές μέθοδοι βασανισμού, όπως η άσκοπη εργασία, ο δημόσιος εξευτελισμός και τα πολύωρα «μαθήματα» εθνικής διαπαιδαγώγησης (μεταδίδονταν από τα μεγάφωνα του στρατοπέδου εθνικιστικοί ύμνοι και ανακοινώσεις 24 ώρες το 24ωρο).
***
Κολοφώνα της βίας στη Μακρόνησο αποτέλεσε η ομαδική σφαγή στο Α ΕΤΟ περισσότερων από 300 φαντάρων (29 Φλεβάρη 1948 - 1 Μάρτη 1948).
Το έγκλημα χαρακτηρίστηκε από το ΓΕΣ και τον αστικό Τύπο ως «στάση» των φαντάρων και πολλοί από τους επιζήσαντες δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο ως «στασιαστές».
 Τους νεκρούς του Α ΕΤΟ τους έριξαν στη θάλασσα με άκρα μυστικότητα, στη βραχονησίδα Σαν Τζιόρτζιο, μέσα σε συρμάτινα δίχτυα. Εως σήμερα δεν έχει εξακριβωθεί και προσωποποιηθεί ο ακριβής αριθμός τους. 
Ο καπετάνιος του καϊκιού που μετέφερε τα πτώματα στο Σαν Τζιόρτζιο έχει δηλώσει πως καταμέτρησε ο ίδιος 350 νεκρούς. Παράλληλα, όμως, έχουν καταγραφεί πολλές μαρτυρίες για ομαδικούς τάφους στο Λαύριο και πέρα απ' αυτό.

Αφηγήσεις για τη μεγάλη σφαγή σε πρώτο πρόσωπο
Για τη μεγάλη σφαγή στη Μακρόνησο στο τρίτομο έργο με τίτλο «Μακρόνησος - Ιστορικός Τόπος», που εκδόθηκε από το ΚΚΕ (εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή») έχουν συγκεντρωθεί από πολλές πηγές δεκάδες μαρτυρίες. Παραθέτουμε σήμερα αποσπάσματα από ορισμένες από αυτές.
Η πρώτη μέρα της σφαγής
Ο Νίκος Παπανδρέου αναφέρει: «Πρωινή αναφορά πήρε ο υπασπιστής του Τάγματος υπολοχαγός Καστρίτσης. Αμέσως μετά διέταξε το Τάγμα να κατευθυνθεί συντεταγμένο προς το αμφιθέατρο. Ανάμεσά μας τριγυρίζει ο ανθυπολοχαγός Καρδάρας που έλεγε: "Σήμερα θα μιλήσει ο Χριστός με το πιστόλι". Ολοι βάλαμε τα γέλια, γιατί όλοι ξέραμε πως ο άνθρωπος αυτός είχε κάποια σημάδια παρανόησης. Επειδή, όμως, ήταν Κυριακή δεν αποκλείσαμε να έρθει κάποιος παπάς από το Λαύριο ή την Αθήνα για λειτουργία και κήρυγμα, όπως είπε και κάποια άλλη φορά. Μετά το μακελειό, ο Ιωαννίδης με τους αλφαμίτες μπρος στα αιμόφυρτα κορμιά εκβιάζουν για δήλωση: "Σκύψε κομμούνα να ιδείς, τα τίναξαν οι πουτάνες. Σειρά σου τώρα, καθάριζε..."».
Ο Νίκος Μανδράκος: «Το ντουφεκίδι κράτησε δευτερόλεπτα. Δημιουργήθηκε πανδαιμόνιο (...) Η μικρότερη μάζα, γύρω στους δύο χιλιάδες άνδρες, που βρέθηκαν στην πλαγιά του θεάτρου, δέχτηκε τα πυρά. Είδε να σωριάζονται αιμόφυρτα παλικάρια δίπλα της και συνειδητοποίησε από την πρώτη στιγμή πως πρόκειται για δολοφονία.
Εξαλλοι και αναστατωμένοι σηκώθηκαν όρθιοι κι άρχισαν να φωνάζουν: "Αίσχος... Ντροπή σας... Δολοφόνοι... εγκληματίες... δειλοί...".
Μερικοί, ενεργώντας αμήχανα, σύρθηκαν προς το βάθος της χαράδρας. Οι περισσότεροι, όμως, αντιμετώπισαν το απαίσιο έγκλημα με ψυχραιμία και αποφασιστικά. Στάθηκαν όρθιοι και βλέποντας τους δολοφόνους (περίπου εκατό μέτρα τους χώριζαν), το Λόχο Ασφαλείας, φώναζαν τις λέξεις που προαναφέραμε (...) Οι κρατούμενοι που ήταν στο θέατρο σχημάτισαν με τις παλάμες τους (αριστερά - δεξιά) φορεία. Τοποθέτησαν ευλαβικά τα θύματα και σιγά σιγά κατηφόρισαν στο γήπεδο. Πέντε νεκροί και πολλοί τραυματίες. Ολοι με πυροβόλα και όπλα. Από τους τραυματίες καμιά εικοσαριά βαριά. Αλλοι με τραύματα στο θώρακα, στο κεφάλι, στα χέρια, στα πόδια. Το αίμα έτρεχε αστείρευτο».
Η δεύτερη μέρα της σφαγής
Γράφει ο Διονύσης Γεωργάτος:
«Η ώρα είναι περίπου 11. Από τα μεγάφωνα του περιπολικού, που πλέει δίπλα στους βράχους, ακούμε: "Προσοχή - Προσοχή". Και ύστερα από δύο με τρία λεπτά: "Προσοχή - Προσοχή. Στρατιώται του Α' Τάγματος. Σας ομιλεί ο συνταγματάρχης Μπαϊρακτάρης".
Το πολεμικό προχωρεί, περνούν πάλι δύο - τρία λεπτά. Σφυρίζει και τα μεγάφωνα επαναλαμβάνουν και συνεχίζουν: "Στρατιώται του Α' Τάγματος, εκάματε μιαν απερισκεψία. Ολίγα καθάρματα κομμουνισταί σάς παρέσυραν σε στάσιν κατά της πατρίδος. Οσοι από εσάς δεν συμφωνούν με τους δολοφόνους, οι οποίοι εδημιούργησαν τα χθεσινά γεγονότα, διαχωρίστε τας ευθύνας σας και συγκεντρωθείτε εις τον 7ον Λόχον. Το κράτος δεν μπορεί να υποχωρήσει".
Ολοι σχεδόν οι στρατιώτες, από όλους τους λόχους του στρατοπέδου, βγήκαν έξω απ' τις σκηνές τους. Μερικοί ρωτούν, τι είπε το μεγάφωνο; "Δεν άκουσες συνάδελφε. Εμείς, λέει, κάναμε στάση, εμείς είμαστε δολοφόνοι". Οσοι ήταν έξω απ' τις σκηνές φωνάζουν: "Αίσχος. Αίσχος. Δολοφόνοι. Φασίστες". Σηκώνουν τα χέρια και ομαδικά μουντζώνουν με κατεύθυνση το πολεμικό (...)
Το περιπολικό, κατά μικρά διαστήματα, απομακρύνεται από την ακτή, για να επανέλθει με νέες οδηγίες και συμβουλές. "Στρατιώται, το κράτος δεν μπορεί να υποχωρήσει. Θα επιβάλει τον νόμον. Θα τιμωρήσει διά την στάσιν τους υπαίτιους. Εγκαταλείψετε τους κομμουνιστάς και μεταμεληθείτε. Η πατρίς θα σας συγχωρέσει...".
Αυτή η δραστηριότητα για κάμποση ώρα του πολεμικού είναι για να μας τσακίσει τα νεύρα και να δημιουργήσει μέσα στους συναδέλφους μας το κλίμα της υποταγής και της ντροπής, να περάσουμε τη διαχωριστική γραμμή, να εγκαταλείψουμε και να απαρνηθούμε τους νεκρούς μας, που τιμητικά περιφρουρούσαμε στη σκηνή τους, να πάμε στη χαράδρα του 7ου Λόχου, δίπλα από το Λόχο Διοίκησης και να υπογράψουμε εκεί τις δηλώσεις μετανοίας, επειδή πολεμήσαμε στην Αντίσταση τους κατακτητές και επειδή από "απερισκεψία" χθες κάναμε τάχα στάση στο στρατόπεδο.
Ολο το Τάγμα διαισθάνεται τι πρόκειται από στιγμή σε στιγμή να ξεσπάσει. Ακούει από τα μεγάφωνα του πολεμικού, βλέπει τις πολεμικές προετοιμασίες που γίνονται στο γήπεδο, οσμίζεται τη θύελλα που έρχεται. Με σφιγμένη όμως την καρδιά και καθαρή τη συνείδησή του στέκει όρθιο και περιμένει. Δε λυγίζει (...) Κανείς δεν κινείται προς τον 7ο Λόχο. Το Α' Τάγμα αυτοπειθαρχημένο, μετρά τις πιο κρίσιμες στιγμές της ζωής του"».
Ο Τάκης Παπανικολάου: «Εκδηλώθηκε επίθεση με όπλα εναντίον μας. Είχανε φέρει από το Γ' Τάγμα επίλεκτους και μας χτυπούσαν. Κόλαση πυρός. Σειόταν το νησί. Οι φαντάροι αντίκριζαν το χάρο και μέσα στην αναστάτωσή τους κατευθύνονταν προς τα μαγειρεία. Μπροστά μου κι όξω από το γραφείο του 1ου Λόχου έπεσαν τραυματισμένοι θανάσιμα δύο φαντάροι. Ταραγμένος προσπάθησα να τους προσφέρω κάποια βοήθεια, μα ξεψύχησαν στα χέρια μου».
Ο Δημήτρης Διαμαντής: «Βλέπω ξαφνικά το φίλο μου τον κιθαρίστα το Θεσσαλονικιό, τον Αμυράλη Βενιζέλο, μέσα σε κείνο το καμίνι να στέκεται όρθιος. Ηταν μπλεγμένος ανάμεσα σε δυο σκηνές και γραδωμένος σε κάτι τριχιές. Βάζω δυνατή φωνή: "Βενιζέλο, σκύψε θα σε βρει βόλι". Μα ο Βενιζέλος δεν αποκρίθηκε, έμεινε ολόρθος, έτσι όπως σ' άλλες εποχές, όταν έπαιζε κιθάρα και μας τραγουδούσε. Με τρόπο τον ζύγωσα. Πάγωσα. Ηταν νεκρός κι απ' το λαρύγγι του έτρεχε αίμα».
Ο Χρυσόστομος Μαυρίδης: «Μέσα σε κείνη την κόλαση της φωτιάς μαζί με δυο άλλους στρατιώτες κουβαλούσαμε στο ιατρείο του στρατοπέδου έναν τραυματία με σπασμένα από ριπή πόδια (...) Ενας εθνοφρουρός από την Κοκκινιά ξαπλωμένος στο χώμα σπαρταρούσε σαν ψάρι. Μπροστά μου ένας σκοτωμένος, που η σφαίρα τον βρήκε στο κεφάλι και του είχε σπάσει το κρανίο. Τα μυαλά του είχαν χυθεί απέξω, όπως το αυγό, που σπάει στο βράσιμο και είχαν ανακατωθεί με αίμα και χώμα. Πόσους τραυματίες κουβαλήσαμε; Πόσους σκοτωμένους; Πόσα αυτοκίνητα φορτώσαμε; Μέσα μου όλα ήταν ανάκατα, μηχανικά φόρτωνα τ' αυτοκίνητα, που γιόμιζαν νεκρούς».
Οι νεκροί
Η μαρτυρία του γιατρού Λεωνίδα Γεωργιλάκου είναι αποκαλυπτική:
«Την άλλη μέρα, Δευτέρα 1η Μάρτη, εκεί στο Γ' Τάγμα ακούγαμε τις συνεχείς ομοβροντίες όπλων και οπλοπολυβόλων, κλεισμένοι μέσα στις σκηνές. Ολοι μας, και οι στρατιώτες, που ήσαν κοντά μας, σκεφτόμασταν και συζητούσαμε για το σκοτωμό των παιδιών που γινόταν στο Α΄ Τάγμα.
Την Τρίτη το πρωί πήγα στο Α΄ Τάγμα. Ο διοικητής Βασιλόπουλος μαζί με τον ανθυπολοχαγό της Στρατολογίας Αλιμπράντη μάς κάλεσε και έδωσε εντολή να πάμε στο Γ' Τάγμα, στο διοικητή Σκαλούμπακα, να διαπιστώσουμε το θάνατο στρατιωτών και να συντάξουμε και υπογράψουμε το πρωτόκολλο θανάτου τους. Μας ζήτησε άκρα εχεμύθεια, επαναλαμβάνοντας και τονίζοντας σε μας αυτή την υποχρέωση.
Στο Γ' Τάγμα ο Σκαλούμπακας μας διέθεσε Αλφαμίτες που μας οδήγησαν στο καΐκι, στο οποίο ήταν στοιβαγμένα πτώματα στρατιωτών. Ηταν ένα τρομερό θέαμα.
Οι Αλφαμίτες μας φέρνανε έναν έναν τους νεκρούς και διαπιστώναμε το θάνατό τους και την ταυτότητά τους. Σε συνέχεια μας έφεραν νεκρούς, που είχαν σε μεγάλες σκηνές. Καταμετρήσαμε 180 νεκρούς στρατιώτες.
Μετά την καταμέτρηση οι Αλφαμίτες παίρνανε τα πτώματα και τα τοποθετούσαν στοιβαγμένα στο καΐκι. Ο Σκαλούμπακας συνεχώς παρακολουθούσε από κοντά όλη αυτή τη διαδικασία.
Φτιάξαμε την κατάσταση - πρωτόκολλο θανάτου των στρατιωτών, το υπογράψαμε και το απόγευμα, που γυρίσαμε στο Α΄ Τάγμα, το παραδώσαμε στο διοικητή μας Βασιλόπουλο. Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η προσωπική μου οδυνηρή εμπειρία για τη σφαγή στο ΑΕΤΟ».
***
Πολύτιμη είναι η μαρτυρία του Μίμη Βρονταμίτη, καπετάνιου του καϊκιού που μετέφερε τους νεκρούς:
«Εζησα όλα τα δραματικά γεγονότα της Μακρονήσου το 1948. Ο στρατός μας με είχε επιταγμένο με το καΐκι μου "Αγιος Νικόλαος", επί μισθώ, οκτώ χιλιάδες δραχμές το μήνα. Κουβαλούσα από το Λαύριο πέρα στη Μακρόνησο φαντάρους, πολιτικούς υπόδικους, νερό σε βαρέλια και άλλα.
Στο φοβερό τουφεκίδι του Μάρτη 1948 ο Σκαλούμπακας μου κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι και με απειλές με διέταξε να κουβαλάω σκοτωμένους φαντάρους πέρα μακριά στον Κάβο Ντόρο, στο ξερόνησο Σαν Τζιόρτζιο. Στο Γ' Τάγμα φόρτωνα τους νεκρούς φαντάρους, που τους εξέταζε ο γιατρός Μαλάμης, κι έγραφε στο πιστοποιητικό θανάτου τη λέξη "νεκρός". Ητανε δίπλα στον γιατρό Μαλάμη κι άλλοι δύο γιατροί.
Τους σκοτωμένους φαντάρους τους τακτοποιούσανε στριμωχτά στο αμπάρι οι Αλφαμίτες Χούμης και Λαγός. Σ' ένα μόνο δρομολόγιο φορτώσαμε 185 νεκρούς φαντάρους.
Λέω στον Σκαλούμπακα: "Το καΐκι δεν σηκώνει τόσο πράμα, είναι πολύ το πράμα, θα μπατάρει το καΐκι". Αυτός κουβέντα δεν έπαιρνε, με το πιστόλι με διέταξε. Τι να 'κανα; Το πιστόλι σε παγώνει...
Ανοιγόμασταν τη νύχτα στον Κάβο Ντόρο. Εκεί στο Σαν Τζιόρτζιο περίμενε καράβι πολεμικό. Οι ναύτες παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στο βυθό της θάλασσας. Αυτό ξανάγινε. Οι νεκροί όλοι - όλοι ήταν 350 κοντά, τους μέτραγα έναν - έναν και ήταν 350 φαντάροι νεκροί. Αυτή ήταν η πιο τραγική περιπέτεια που έζησα στη ζωή μου».

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2019

ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ:«ΧΤΥΠΑ ΡΕ ΦΑΣΙΣΤΑ, ΧΤΥΠΑ ΟΣΟ ΘΕΣ, ΕΓΩ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ ΜΟΥ, ΔΕΝ ΘΑ Τ' ΑΠΑΡΝΗΘΩ»

 ΑΠΟΨΕ ΧΤΥΠΟΥΝΕ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ!
,,Τα βογγητά των γυναικών που χτυπήθηκαν έχουν γεμίσει τη σκηνή. Αρχίζουμε να τρέμουμε με όσα βλέπουμε τριγύρω μας και δεν περιμένουμε πότε θα τελειώσουν. Όλες έχουμε αγριευτεί. Λες και ζούμε κάτι σαν τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου. Σε κάθε βουρδουλιά που πέφτει, τιναζόμαστε κι εμείς σαν αυτόματα.,,  
Αποφασισμένες να ζήσουν και μέσα στα σύρματα, ωστόσο πολλές είναι σοβαρά άρρωστες, μα η διοίκηση ζητά δήλωση για να τις αφήσει. Καθιστές δεξιά η Μαριγούλα και η Ρόζα Λαζαρίδου
Σελίδες απ’ την Εθνική Αντίσταση και τον ΔΣΕ: «Χτύπα, ρε φασίστα, χτύπα όσο θες, μα εγώ το αίμα του αδερφού μου δεν θα τ’ απαρνηθώ»
18-06-2019


Νίτσα Γαβριηλίδου: Καμιά από τις γυναίκες που ζήσαμε τη Μακρόνησο δεν θα ξεχάσει το τι ζήσαμε μέσα στις σκηνές αυτές. Το βράδυ εκείνο μία μόνο σκέψη κυριαρχούσε στη Μακρόνησο: ΑΠΟΨΕ ΧΤΥΠΟΥΝΕ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ!


Κατιούσα

Η Νίτσα Γαβριηλίδου, κόρη του ηγέτη της αγροτιάς, λαϊκού αγωνιστή Κώστα Γαβριηλίδη, γεννήθηκε το 1925 στο χωριό Κοκκινιά του Κιλκίς. Οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ το 1943. Μετά τα Δεκεμβριανά όλη η οικογένεια Γαβριηλίδη συλλαμβάνεται και κρατείται στις φυλακές Θεμιστοκλέους έως την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας.

Έκτοτε, η Νίτσα Γαβριηλίδου εργάστηκε ως ιδιαιτέρα γραμματέας στο πολιτικό γραφείο του πατέρα της στο Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας, έως τις μαζικές συλλήψεις του Ζέρβα, τον Ιούλιο του 1947. Η ίδια συνελήφθη στις 7 Απριλίου 1947 και παρέμεινε για πολλά χρόνια εξόριστη στα στρατόπεδα της Χίου, του Τρικεριού, της Μακρονήσου και πάλι του Τρικεριού.

Το 1956 κατόρθωσε να διαφύγει στη Γαλλία, όπου δημιούργησε οικογένεια. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1985.

«…τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας τα περνάμε μέσα στο καμίνι αστό της εξορίας. Σφυρηλατηθήκαμε σαν το σίδερο που το καίει η φωτιά, σκληρύναμε πριν προλάβουμε ακόμα να ζήσουμε την τρυφερή μας ηλικία. Σβήσαμε κάθε όνειρο. Πνίξαμε τις επιθυμίες. Σα να μη μας έφτανε που ζήσαμε την πείνα, την κατοχή, το μίσος του εμφυλίου, τις εξορίες στη Χίο, στο Τρίκκερι, έπρεπε τώρα να γνωρίσουμε και τι θα πει Μακρόνησος», σημειώνει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου της «ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ. Απόψε χτυπούνε τις γυναίκες. Μαρτυρία» (Αθήνα 2004). Και συνεχίζει:


Η Νίτσα Γαβριηλίδου

«Η ζωή μάς είχε κλείσει για καλά τις πόρτες της. Για μας, τα νιάτα του ’50 δεν υπήρχαν πανεπιστήμια, σχολεία κι έρωτες. Για μας έτυχαν οι φυλακές, τα στρατόπεδα, οι εκτελέσεις, οι εξορίες. Σε μας έτυχε ο μεγάλος λαχνός να ζήσουμε τις συνέπειες του εμφύλιου σπαραγμού. Να δούμε και να μάθουμε την ακριβή σημασία των λέξεων: Αλφάδιασμα – Καψόνια – Δήλωση – Τυραννία. Παρ’ όλα αυτά η γενιά αυτή στάθηκε άξια και αδάμαστη. Όταν μας φέρανε στη Μακρόνησο, ο Βασιλόπουλος, διοικητής του τάγματός μας, είπε: «Υπόθεση 10 ημερών». Τόσο μας είχε εκτιμήσει. Όμως η πορεία τού απέδειξε το αντίθετο. Παρ’ όλα τα οργανωμένα εξοντωτικά μέτρα, οι γυναίκες στάθηκαν παλικάρια. Με τίποτα δεν τσάκισαν την ψυχή και το ηθικό τους».

Από το ίδιο βιβλίο το απόσπασμα που ακολουθεί:

Ώσπου έφτασε η 30 Ιανουαρίου. Μια ημερομηνία που έμεινε βαθιά χαραγμένη στη μνήμη κάθε γυναίκας που πέρασε από το Μακρονήσι. Μας ξυπνούν μέσα στ’ άγρια χαράματα. Οι σκηνές μας γέμισαν από ουρλιαχτά και βρισιές. Κλωτσούν τα στρώματά μας. «Την Παναγία σας Βουλγάρες, έφτασε η ώρα σας! Ξυπνήστε! Σήμερα θα σας πάρουμε το αίμα! Όλες έξω και κατεβείτε γρήγορα στο Θέατρο». Και τα μεγάφωνα να φωνάζουν συνέχεια: «Προσοχή! Προσοχή! Όλες οι γυναίκες του ΕΣΑΓ να κατέλθουν στο χώρο του Θεάτρου».

Μισοκοιμισμένες ακόμη ψάχνουμε μες στο σκοτάδι ρούχα χοντρά για να ντυθούμε όχι τόσο για να μην κρυώσουμε, όσο να μην πονέσουμε από το ξύλο. Η επιθυμία για τη σωματική μας ανάγκη είναι έντονη μα και η παρουσία τους μες στη σκηνή μάς δυσκολεύει. Η κάθε μία βολεύεται όπως μπορεί, ακόμα και σε κονσερβοκούτια.

Έξω το κρύο πολύ τσουχτερό. Ως και τα στοιχεία της φύσης τα βάλανε μαζί μας. Η ηθοποιός Αλέκα Παΐζη φορά τη γούνα της ανάποδα. Η Ίρμα της λέει πως μοιάζει με ανάποδη αρκούδα. Κι εκείνη, βλέποντας την Ίρμα να φορά παντελόνι, πάνω από αυτό χοντρό φόρεμα και τη ζακέτα της με κουκούλα, της απαντά: «Κι εσύ μοιάζεις με τρίπατο σπίτι». Προσπαθούμε να διασκεδάσουμε την αγωνία μας.

Οι Αλφαμίτες μάς συνοδεύουν με ρόπαλα και βρισιές. Οι φωνές τους άγριες, κανιβαλικές, μας πήραν το κεφάλι. Είναι οπλισμένοι, λες και μας πάνε για εκτέλεση. Είναι χαράματα. Τα πρόσωπα όλων αγουροξυπνημένα. Αλαφιασμένες οι καρδιές. Μάτια ορθάνοιχτα που κοιτούν η μία την άλλη. Το βλέμμα των Αλφαμιτών βλέμμα μαστουρωμένων ανθρώπων. Μας κατεβάζουν στην πλατεία του Θεάτρου.

Για μια στιγμή η Αννούλα μου δείχνει την ζωγράφο Κατερίνα Χαριάτη. Έχει τυλίξει το κεφάλι της με μια μαντήλα με κρόσσια και μοιάζει σαν τους κουρσάρους. Προσπαθούμε και οι δύο να κρύψουμε το νευρικό μας γέλιο, που συχνά μας βρίσκει όταν οι στιγμές είναι τραγικές.

Στο Θέατρο μας διατάζουν να καθήσουμε κατάχαμα. Κουλουριαζόμαστε η μία δίπλα στην άλλη. Είμαστε καθισμένες πάνω στα πόδια μας. Γύρω από το τοιχάκι που έχει ο περίγυρος του Θεάτρου στέκονται Αλφαμίτες οπλισμένοι. Όλοι είναι σε κίνηση, όλοι φουριόζοι και βλοσυροί. Λες και κάνουν άμιλλα ποιος θα φανεί σκληρότερος από τον άλλο. Πάνω από χίλιες γυναίκες στριμωχνόμαστε η μία δίπλα στην άλλη, ενώ οι Αλφαμίτες φωνάζουν συνέχεια. «Όλες κάτω, καθίστε κάτω!», και οι σφυρίχτρες τους μας πήραν το κεφάλι.

Φορτισμένες οι ψυχές μας, το μυαλό μας σταματά στη σκέψη τι θα γίνει τώρα, πώς θ’ αρχίσει το ξύλο με μας. Έχουμε ακούσει τόσα από τους άντρες. Με την αγωνία σε ένταση και με κομμένη την αναπνοή περιμένουμε. Τα όμορφα πρόσωπα των κοριτσιών μας τώρα γίνονται αγνώριστα. Φορέσανε τη μάσκα του τρόμου.

Τα μικρά παιδάκια σφιγμένα γύρω από το λαιμό της μάνας τους παρακολουθούν ανυποψίαστα μα και τρομαγμένα. Όλες οι αισθήσεις μας σε υπερένταση. Ακούμε φωνές, προστάγματα στρατιωτικά, λες και πρόκειται να δοθεί μια στρατιωτική μάχη. Τα μεγάφωνα καλούν τους κουρείς του Τάγματος. Αστραπιαία κοιταζόμαστε όλες μεταξύ μας. «Να κατέλθουν οι γιατροί και οι τραυματιοφορείς του λόχου». Μερικές γυναίκες αποχωρούν.

Όλοι οι αξιωματικοί του Α2 με τους Αλφαμίτες οπλισμένους βρίσκονται επί ποδός. Ανάμεσά τους και ο περιβόητος Ιωαννίδης της Χούντας, που φωνάζει: «Εμείς δεν είμαστε ανθρωπιστές, είμαστε κτήνη και θα σας εξοντώσουμε!».

Στην εξέδρα εμφανίζεται ο Παπαγιαννόπουλος. Φοράει πάντα ένα δερμάτινο σακκάκι και παίζει το μαστίγιό του επιδεικτικά. Τα μεγάφωνα με τα συνθήματά τους εντείνουν την ψυχολογική πίεση των γυναικών. Άγριος και απειλητικός ο Παπαγιαννόπουλος μας λέει πως είναι η τελευταία ευκαιρία που μας δίνεται να φύγουμε στα σπίτια μας. Τα γραφεία του Α2 είναι ανοιχτά και μας περιμένουν. Μετά κοιτάζει την ώρα του και μας δίνει ακόμη ένα τέταρτο προθεσμία. Κάθε τόσο ξανακοιτάζει την ώρα του και μας λέει πως σε λίγο θα είναι πολύ αργά.

Μερικές γυναίκες φεύγουν από το θέατρο, ενώ τα μεγάφωνα δεν παύουν να μας καλούν να περάσουμε από τα γραφεία να τακτοποιηθούμε. Οι Αλφαμίτες περιφέρονται ανάμεσά μας, μας προτρέπουν για τη δήλωση: «Τι καθόσαστε και δεν πάτε στο Α2. Τόσοι και τόσοι υπέγραψαν. Εσείς θα γίνετε ηρωίδες;» Όλες είμαστε σιωπηλές και μόνο η ανάσα μας ακούγεται βαριά.

Σε λίγο φωνάζει να βγούνε έξω από το θέατρο οι ανταρτίνες, περίπου 120 γυναίκες, που ενώ υπέγραψαν στη Λάρισα, τις φέρανε επίτηδες μαζί μας από το Τρίκκερι για να πάρουν το απολυτήριο εδώ στη Μακρόνησο και να φανεί έτσι πως υπογράψανε πολλές γυναίκες.

Στη συνέχεια διατάζει να πάρουν τα μωρά από τις μωρομάνες με τα λόγια: «Δεν είναι άξιες αυτές να μεγαλώνουν Ελληνόπουλα». Κι είναι άξιοι αυτοί που χωρίζουν το παιδί από τη μάνα. Άραγε σκεφθήκανε καθόλου οι δάσκαλοι αυτοί της «ηθικής αγωγής» τι αισθήματα δημιουργούσαν στις τρυφερές ψυχές των παιδιών οι φοβερές αυτές εικόνες, τι βιώματα θα μπορούσαν να σέρνουν σ’ όλη τους τη ζωή τα παιδάκια αυτά, καθώς βλέπανε να κλωτσούν τις μανάδες τους, να τις βρίζουν με τα χειρότερα λόγια, να τις ταπεινώνουν.

Χθες ακόμα τα παιδάκια αυτά ψάχναν τις μανάδες τους μέσα ο’ εκείνο το αλαλούμ που δημιούργησαν τα καψόνια τους με τις μετακινήσεις μας στις σκηνές. Γι’ αυτό σήμερα τα έβλεπες να κρέμονται στο λαιμό της μάνας τους τόσο σφιχταγκαλιασμένα. Οι δήμιοι όμως τ’ άρπαξαν με το ζόρι. Και το κλάμα των παιδιών αντήχησε πάνω σ’ όλο το Μακρονήσι. Έσχισε τις καρδιές όλων μας. Κι όλα αυτά για να εκβιάσουν τις μανάδες τους και να πάνε να υπογράψουν ένα χαρτί που θα λέει: «Όλως αβιάστως και αυθορμήτως αποκηρύσσω με όλην την δύναμιν της ψυχής μου τον ξενοκίνητον συμμοριτισμόν, το εθνοκτόνον ΚΚΕ και τας παραφυάδας αυτού…». Αυτή ήταν η «δήλωση μετανοίας».

Μα όσο έβλεπαν πως καμιά δεν κουνιόταν από τη θέση της, τόσο σκύλιαζαν ή αρχίζαν τις κλωτσιές και τα μαλλιοτραβήγματα.

Κάποιος Αλφαμίτης τραβάει μέσα από το σωρό μια κοπέλα και την αρχίζει στο ξύλο εκεί μπροστά στα μάτια μας. Είναι η Άννα Δαγκλή. Την χτυπάει στο πρόσωπο, τραβάει τα μαλλιά της και την κατηφορίζει προς τη θάλασσα. Ένας άλλος ποδοπατά με τις αρβύλες του μια γυναίκα και την βρίζει συνέχεια. Τα νεύρα μας που έχουν δοκιμαστεί τόσο πολύ από το πρωί κοντεύουν να σπάσουν, τα μάτια μας συνέχεια καρφωμένα στις κινήσεις των Αλφαμιτών, που μπήκανε τώρα ανάμεσά μας και ψάχνουνε γνωστές τους. Μας κλωτσούν, μας χλευάζουν.

Σε λίγο ο Παπαγιαννόπουλος διατάζει: «Να σηκωθούν οι καθοδηγήτριες Σιάντου, Καραγιώργη, Παΐζη». Τις βγάζουν από το Θέατρο και τις οδηγούν για την απομόνωση, ενώ ο Παπαγιαννόπουλος φωνάζει: «Καθ’ οδόν, καθ’ οδόν». Και οι Αλφαμίτες να τις χτυπούν συνέχεια στα πόδια.

Τα μεγάφωνα δεν λεν να σωπάσουν κι εμείς ξυλιασμένες από το τσουχτερό κρύο του Γενάρη με μουδιασμένα τα πόδια και νηστικές περιμένουμε με αγωνία να δούμε πώς και πότε θα τελειώσουν όλα αυτά.

Για μια στιγμή κάποιος αναγνωρίζει την Αννούλα. «Εσύ δεν είσαι του Γιάννη Ποσάντζη η αδελφή;» Όπως βρίσκομαι δίπλα της η καρδιά μου κοντεύει να σπάσει. Τώρα λέω θα τις φάει. Θα την πάρει από κοντά μας. Ακούω το μπάτσο μα την αισθάνομαι δίπλα μου. Η Αννούλα γυρίζει προς την πλευρά μου. Τα πράσινα μάτια της μου χαμογελούν αινιγματικά.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της έντασης και της ψυχολογικής βίας, ζήσαμε αρκετές ώρες στο χώρο του θεάτρου, όταν ακούσαμε τον Παπαγιαννόπουλο να μας κάνει την τελευταία του προειδοποίηση. Για μας, τα «γύναια» δεν θα υπάρξει κανένας πλέον οίκτος και μας παραδίδει στα χέρια των Αλφαμιτών.

Οι μαστόροι αυτοί της βίας και του εγκλήματος ξέραν τι είχαν να κάνουν και με μας, το πρόγραμμά τους το εφάρμοσαν τόσες φορές με τους άντρες. Ήταν το ίδιο, το ξέραν απ’ έξω κι ανακατωτά.

Μας διατάζουν να μπούμε σε πεντάδες και στη συνέχεια μας οδηγούν προς τις σκηνές, που είναι στημένες, άδειες και μας περιμένουν. Μας βάζουν από σαράντα γυναίκες στην κάθε μία. Κάθε σκηνή θα ζήσει το δικό της ξεχωριστό δράμα. Η σκηνοθεσία κι εκεί είναι έτοιμη. Διακρίνεις μερικά φορεία και τους Αλφαμίτες με το περιβραχιόνιο και τον κόκκινο σταυρό στο χέρι. Θα μας χρειαστούν για τις πρώτες βοήθειες.

Όλοι τους οπλισμένοι με πιστόλια στη μέση και στα χέρια ο καθένας κρατεί κι από κάτι ξεχωριστό. Βούρδουλα, συρματόσχοινα, βούνευρα, γκλομπ, όλα ήταν στην ημερησία διάταξη. Μα αυτά τα βλέπουμε. Κείνα που ήταν χειρότερα ήταν οι λάμες οι μεταλλικές που φορούσαν μερικοί μέσα στα γάντια τους. Αν τύχαινε κι έτρωγες κανένα μπάτσο από το χέρι εκείνο, μπορούσες να ‘χανες και την ακοή σου. Τα ξέραμε, μας τα είπαν όλα στο επισκεπτήριο οι δικοί μας.

Η παρέα μας στριμώχνεται σε μια γωνιά της σκηνής. Οι αδελφές Ελένη και Αθηνά Βασιλείου, η Ίρμα Τερζάκη, η Μαρίκα Γαλέου, η Αννούλα Ποσάντζη, η Σιούρα και Αλίκη Ιωαννίδου κι εγώ.

Εμείς που είμαστε μια παρέα πολύ εύθυμη γενικά, τώρα μας έχει πιάσει το σοβαρό μας. Στεκόμαστε αμίλητες και αποφεύγουμε να κοιτάξουμε η μία την άλλη, κυρίως εγώ με την Αννούλα, γιατί δεν τόχουμε τίποτε ν’ αρχίσουμε τα νευρικά μας γέλια. Πάντα σε τέτοιες τραγικές στιγμές λες και το βλέμμα της Αννούλας ήταν το καμπανάκι πούδινε το σύνθημα να κυριευτούμε από τ’ ανεξήγητα αυτά γέλια.

Σε λίγο αρχίζουν ν’ αρπάζουν διάφορες κοπέλες και να τις βγάζουν έξω από τη σκηνή. Δεν ξέρουμε πού τις παν, τι τις περιμένει. Κάθε φορά που άνοιγε το πανί της πόρτας, μας έπιανε ταχυπαλμία. Αναρωτιόμασταν ποιανής θα είναι τώρα η σειρά. Βγάζουν έξω κυρίως νέες κοπέλες και η αγωνία για την τύχη τους μας αναστατώνει. Καταλαβαίνουμε από τις φωνές τους πως τις οδηγούν προς τα κάτω. Άλλοτε πάλι παίρναν από το σωρό καμιά κοπέλα και την αρχίζανε στο ξύλο εκεί μπροστά στα μάτια όλων μας. Οι σκηνές ανατριχιαστικές. Η αγωνία αρχίζει να μας κυριεύει. Όσο βλέπουμε κι ακούμε τον βούρδουλα να πέφτει πάνω στα κορμιά των γυναικών τόσο σφιγγόμαστε η μία δίπλα στην άλλη. Σε κάθε ερώτηση του Αλφαμίτη «θα κάνεις δήλωση εσύ;» άκουγες ένα τρανταχτό «όχι!». Λες και πεισμάτωσαν οι γυναίκες και η φωνή τους ακουγόταν τόσο αποφασιστική.

Κάποιος Αλφαμίτης παίρνει από την παρέα μας την Ελένη και την Αθηνά. Οι κραυγές των γυναικών όσο πάνε και περισσεύουν. Η ένταση μέσα στη σκηνή κορυφώνεται, καθώς τους βλέπουμε να τραβολογάνε στο κέντρο της σκηνής κι άλλες κοπέλες για ξύλο. Τα μελανιασμένα κορμιά των γυναικών που χτυπήθηκαν και κείτονται στη μέση της σκηνής μάς αγριεύουν. Με χτυποκάρδι περιμένει η κάθε μία τη σειρά της κι αυτή η αγωνία και η υπερένταση μ’ έχει χτυπήσει άσχημα στο στομάχι. Πονάω ανυπόφορα. Δεν μπορώ να καθήσω, μα και να ξαπλώσω φοβάμαι. Απαγορεύεται.

Σε λίγο ακούμε το διάλογο ενός Αλφαμίτη με τη Σιούρα. Άγριος κι έξαλλος τη ρωτά αν θα κάνει δήλωση και μετά της πετά τη φράση: «Εσύ δεν ξέρεις τίποτα από το φόνο;». Και η Σιούρα όλο αγωνία γυρίζει να μας δει με μάτια γεμάτα ερωτηματικά: «Καλέ, για ποιό φόνο λέει;». Νόμιζε πως πραγματικά είχαν σκοτώσει κάποιαν.

Στη συνέχεια ρωτά την Ίρμα πού ήταν οργανωμένη κι η Ιρμα του απαντά: «ανακριτής είσαι εσύ; Ό,τι είχα να πω το είπα στην ανάκριση». Φουριόζος τότε αυτός την τραβά από την κουκούλα της και τη βγάζει έξω. Ένας άλλος Αλφαμίτης από τον Κολωνό βγάζει σε λίγο και την Αννούλα. Η παρέα μας αρχίζει ν’ αραιώνει. Όλες έχουμε χάσει το χρώμα μας. Ο παροξυσμός στο στομάχι μου όσο πάει και δυναμώνει. Ο πόνος χτυπάει τώρα και πίσω στην πλάτη. Η Αλίκη μου λέει να ξαπλώσω και τα κορίτσια στέκονται μπροστά μου, γιατί απαγορεύεται να είμαστε ξαπλωμένες. Η Αλίκη -ας είναι οδοντογιατρός-, με ρωτά κάθε τόσο για το στομάχι μου, σα να θέλει να κάνει τη δική της διάγνωση.

Τα βογγητά των γυναικών που χτυπήθηκαν έχουν γεμίσει τη σκηνή. Αρχίζουμε να τρέμουμε με όσα βλέπουμε τριγύρω μας και δεν περιμένουμε πότε θα τελειώσουν. Όλες έχουμε αγριευτεί. Λες και ζούμε κάτι σαν τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου. Σε κάθε βουρδουλιά που πέφτει, τιναζόμαστε κι εμείς σαν αυτόματα. 
Μερικές ηλικιωμένες τολμούν να τους πουν: «Τα παλικάρια δεν κάθονται να χτυπούν γυναίκες, αλλά στέκονται δίπλα σ’ αυτούς τους έγκλειστους στην απομόνωση». Και τότε από τα νεύρα τους γαμ…σαν Χριστούς και Παναγίες. Άλλοι τα παρατούσαν και έφευγαν κι άλλοι βαρούσαν με τα ρόπαλά τους πιο λυσσαλέα.

Καμιά από τις γυναίκες που ζήσαμε τη Μακρόνησο δεν θα ξεχάσει το τι ζήσαμε μέσα στις σκηνές αυτές.

Σε λίγο μέσα σ’ εκείνη την κόλαση ακούμε τις σφυρίχτρες να βαράνε διάλυση. Αλαφιασμένα ουρλιαχτά: «Όλες να βγούνε έξω!». Δεν ξέρουμε τι σημαίνει. Τι θα μας κάνουν τώρα; Πού θα μας πάνε; Ακούμε πως πρόκειται για συσσίτιο. Πάλι καλά που σκάφτηκαν να μας ταΐσουν. Την πείνα την είχαμε ξεχάσει τελείως.

Κατηφορίζουμε προς τα καζάνια μπουλούκι ολόκληρο. Αυτό δείχνει πως μείναμε ακόμη πολλές. Άλλες τρέχουν ολοταχώς στους καμπινέδες. Κρατούμε με τα δυο χέρια τα τσίγκινα πιάτα μας. Φοβόμαστε μην τα πάρει ο δυνατός αέρας. Μπροστά στην κουζίνα σχηματίστηκε μια μεγάλη ουρά. Κρεμόμαστε εκεί όρθιες από την αχνιστή κουτάλα. Από χθες βράδυ έχουμε να βάλουμε μπουκιά στο στόμα μας. Οι άντρες της κουζίνας μας σερβίρουν με συμπάθεια και πόνο μια ζεστή φασολάδα κι εμείς άπληστες και νηστικές την καταβροχθίζουμε με λαιμαργία. Το ότι ζεστάναμε το έντερό μας κάτι ήτανε κι αυτό.

Τώρα ξανασμίξαμε όλες της παρέας μας. Η Ίρμα μας διηγείται πως την πήγε ο Αλφαμίτης σε μια σκηνή μόνη της και την άρχισε στα χαστούκια. Μα όταν για μια στιγμή αυτός βγήκε έξω, εκείνη τόσκασε και μπήκε σε άλλη σκηνή. Την Ελένη και την Αθηνά τις γνώρισε ένας Αλφαμίτης από τον Κολωνό και τις πήγε στα γραφεία του Α2 για «αλφάδιασμα»*, το ίδιο και την Αννούλα.

Η παρέα μας, όπως και η παρέα της καθεμιάς στην εξορία πήρε τη θέση της μάνας, της αδελφής. Γι’ αυτό τρέμαμε τόσο πολύ η μία για την άλλη. Μέσα σ’ αυτές τις εφιαλτικές στιγμές ξεχάσαμε τα σπίτια μας.
Αποφασισμένες να ζήσουν και μέσα στα σύρματα, ωστόσο πολλές είναι σοβαρά άρρωστες, μα η διοίκηση ζητά δήλωση για να τις αφήσει. Καθιστές δεξιά η Μαριγούλα και η Ρόζα Λαζαρίδου

Αφού πέρασε η προθεσμία που μας έδωσαν για φαγητό ξανάρχισαν οι σφυρίχτρες και τα ουρλιαχτά τους ν’ ανεβούμε για τις σκηνές. Λαχανιασμένες τρέχουμε να προλάβουμε τους καμπινέδες, να πλύνουμε το πιάτο μας στη θάλασσα. Συνωστιζόμαστε πάνω στ’ απόκρημνα βράχια της Μακρονήσου.

Τώρα έχει πια σκοτεινιάσει και το νησί με τις μαύρες σκηνές στη σειρά παίρνει μια πένθιμη όψη. Βαραίνει η ψυχή κι η αντοχή αρχίζει να μας εγκαταλείπει. Ας ήτανε για λίγο να μπορούσαμε να ξαποστάσουμε, να γείρουμε κάπου το κεφάλι μας απαλά, να ξεκουραστούμε. Μα οι Αλφαμίτες άρχισαν πάλι να μπαινοβγαίνουν στις σκηνές μας. Αυτή τη φορά κρατούν φακούς στα χέρια τους, γιατί μόλις που διακρίνεις τις σκιές από τα κορμιά μας.

Οι Μυτιληνιές σταθήκανε μπροστά στην πόρτα για να κρύψουν τα κορίτσια πίσω από τις βράκες τους. Όλες οι ηλικιωμένες προσπαθούν να προστατέψουν τα κορίτσια, που άρχισαν να τα δέρνουν με περισσότερη μανία και να ουρλιάζουν:

«Πάρτε το χαμπάρι. Μόνες μείνατε! Όλες οι άλλες έχουν υπογράψει». Καμιά μας δεν τους πιστεύει. Και μέσα στη σιωπή, στ’ αυτιά μας φτάνει ένας πένθιμος ήχος. Θάλεγες πως παραμίλαγε κάποιο κοριτσάκι. Τσιτωμένα τ’ αυτιά όλων μας να πιάσουμε τα λόγια που λέει. Κι από στόμα σε στόμα μαθαίνουμε πως είναι η Βαγγελιώ Σκευοφύλακα, που ουρλιάζει από τους πόνους, καθώς φωνάζει στον Κατσιμίχα: «Χτύπα, ρε φασίστα, χτύπα όσο θες, μα εγώ το αίμα του αδερφού μου δεν θα τ’ απαρνηθώ» και η Βαγγελίτσα ήταν μόλις δεκαεφτά χρονών και σαν τη Βαγγελίτσα φάγανε ξύλο πολλές.

Καμιά μας δεν θα ξεχάσει το φτερούγισμα εκείνο της ψυχής μας τη βραδυά εκείνη με τους φακούς. Να πλανιέται τρεμάμενη η ψυχή σου μέσα στο σκοτάδι και απότομα να σταματά μπροστά σου το εκτυφλωτικό φως των φακών. Η χαμένη έκφραση των κοριτσιών που τις τραβολογούσαν από το χέρι για να τις πάνε άλλες στα γραφεία για «αλφάδιασμα», άλλες σε μοναχικές σκηνές, άλλες στα βράχια κοντά στη θάλασσα και άλλες να τις χτυπούν βάναυσα εκεί μπροστά μας.

Μένουν βαθιά χαραγμένες οι εικόνες εκείνες του ξυλοδαρμού και των βανδαλισμών πάνω στα κορμιά των γυναικών. Μάλιστα τις διατάζουν να βγάλουν τα παλτά τους για να γίνονται πιο αισθητά τα χτυπήματα καθώς σφύριζε ο βούρδουλας πάνω στο κορμί τους. Κι έρχεσαι κι αναρωτιέσαι: Αλήθεια, πώς μπόρεσαν παιδιά του ελληνικού λαού να σηκώσουν τα ρόπαλά τους και να χτυπήσουνε γυναίκες; Αυτό, λοιπόν, ήταν το σχολείο της «αναμόρφωσης», που το ευλογούσαν τόσες «εξέχουσες φυσιογνωμίες» του πνευματικού μας κόσμου; Σε αυτήν την κατάντια θα τους οδηγούσε το σύστημα της Μακρονήσου για να βλέπουμε τώρα μπροστά μας τα παιδιά αυτά να μαστιγώνουν ανελέητα ανυπεράσπιστες γυναίκες; Μ’ αυτή την διαπαιδαγώγηση θα μεταμόρφωναν τα παιδιά αυτά, για να τα εντάξουν μετά στους κόλπους της πατρίδας;

Δεν πέρασε όμως πολλή ώρα και σε λίγο ακούμε από τα μεγάφωνα πως θα επιτραπεί στις γυναίκες του ΕΣΑΓ και δεύτερο επισκεπτήριο. Η διοίκηση θα σκέφθηκε πως η στιγμή είναι κατάλληλη. Έτσι με το σούρουπο, όταν αρχίζει να σε τυλίγει περισσότερος φόβος και αγωνία, να ξαναρθούμε σ’ επαφή με τους άντρες μας, τ’ αδέλφια μας, τους πατεράδες μας. Μετά το ξύλο όλο και θα είχαν την αγωνία μας. Όλο και θα μπορούσαν να μας επηρεάσουν για να μην πάθουμε τα χειρότερα.

Κι έβλεπες ο ένας να ψάχνει να βρει τον άλλον. Κι άκουγες ονόματα και ρωτούσαν ποιές χτυπήθηκαν και τρέχανε να βρούνε τις δικές τους. Και τα μεγάφωνα να φωνάζουν ασταμάτητα: «Φαντάροι και ιδιώτες πάρτε τις γυναίκες σας. Μην τις αφήσετε εδώ τη νύχτα που μας έρχεται! Σε λίγο μπορεί να είναι πολύ αργά!».

Έτσι πολλές γυναίκες που άντεξαν τόσες ταλαιπωρίες στη μακρόχρονη εξορία τους, τώρα γιατί ο άντρας τους είχε υπογράψει και ανησυχούσε γι’ αυτές, πήγαιναν και υπέγραφαν.

Όλες μας με την αγωνία στο πρόσωπο δεν περιμένουμε πότε να φέξει. Είμαστε σίγουρες πως το φως της ημέρας θ’ απαλύνει τον πόνο μας, θα συνεφέρει το νου μας. Το μόνο που μας δίνει κουράγιο είναι το φως της αυγής, που δισταχτικά απλώνεται πάνω στις σκηνές μας. Είναι σίγουρο πως η μέρα θα μας ηρεμήσει και το φως θα διώξει τη σκοτεινιά της ψυχής και της φύσης. Με το φως ο νους είναι πιο ήμερος, οι δυνάμεις και το κουράγιο δυναμώνουν.

Όταν κάποτε πήρε τέλος η εφιαλτική αυτή νύχτα, άρχισαν να κυκλοφορούν και τα πρώτα νέα: «Η Βαγγελιώ Σκευοφύλακα σακατεύτηκε από το ξύλο- έχασε τα λογικά της. Η Σόνια Κώνστα και η Στέλλα Παπαλώκα πάθανε εγκεφαλική διάσειση. Η Ελένη Λαμπάκη χτυπήθηκε άσχημα στο κεφάλι. Την Νίκη Σιαφλέκη την είδε η Αννούλα μέσα στο αίμα».

Από παντού μαθαίνουμε το πιο συνταρακτικό νέο. Κάτι αιματώματα και χτυπήματα από κλωτσιές αυτά δεν θεωρούνται άξια λόγου. Στη δική μας σκηνή βλέπουμε κατάχαμα την Κασιανή Καρζή πρησμένη σαν μπαλόνι να μην μπορεί να σηκωθεί, το ίδιο και η Παρθένα Χαρμανίδου. Αρχίζουν να κουβαλούν όλες τις χτυπημένες σε κάτι πρόχειρες σκηνές, τα λεγάμενα αναρρωτήρια, στις οποίες «ανανήψαντες» γιατροί δώσανε τις πρώτες βοήθειες.

Κι έβλεπες κορμιά μελανιασμένα, πόδια με μώλωπες, πρησμένα, εγκεφαλικά κατάγματα, γυναίκες μέσα στα αίματα, άρρωστες σε κακά χάλια, ήταν ένα θέαμα φριχτό.

Εκείνο το βράδυ που αποφάσισαν να χτυπήσουν τις γυναίκες, όλες οι σκηνές των φαντάρων, όλοι οι κλωβοί των ιδιωτών, ακόμα και οι χαράδρες είχαν βουβαθεί όλες. Του καθενός η σκέψη κείνο το βράδυ πετούσε στις γυναίκες. Ο πατέρας που είχε την κόρη του, ο γιος τη μάνα, την αδελφή του, όλων η σκέψη βρισκόταν στον κλωβό των γυναικών. Το βράδυ εκείνο μία μόνο σκέψη κυριαρχούσε στη Μακρόνησο: ΑΠΟΨΕ ΧΤΥΠΟΥΝΕ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ!

Κι οι γλάροι, που πετούσαν πάνω στην αφρισμένη θάλασσα, λες και αγρίεψαν κι αυτοί και βάλθηκαν να μεταφέρουν με τα κρωξίματά τους τα νέα του ξυλοδαρμού των γυναικών στην άλλη άκρη. Οι νοσοκόμοι, που μπαινόβγαιναν στις σκηνές, μάς λέγανε να κάνουμε υπομονή κι όπου νάναι θα τελειώσει, έξω η διεθνή κοινή γνώμη διαμαρτύρεται έντονα για μας και η εφημερίδα «ΜΑΧΗ», η μόνη αριστερή εφημερίδα που κυκλοφορεί, γράφει συνέχεια για τις γυναίκες.

*αλφάδιασμα: επίμονη «κατήχηση» από τους Αλφαμίτες, πλύση εγκεφάλου.



«Σελίδες απ’ την Εθνική Αντίσταση και τον ΔΣΕ». Κάθε δεύτερη Τρίτη (εναλλάξ με τη μουσική στήλη «Τα χρόνια περνούν, τα τραγούδια όχι»), η στήλη θα παρουσιάζει πτυχές από γνωστά και λιγότερο γνωστά γεγονότα, θα φιλοξενεί αναμνήσεις αγωνιστών και θα καταγράφει μικρές και μεγάλες στιγμές, που χαράχτηκαν με αίμα στις χρυσές σελίδες της Εθνικής μας Αντίστασης και του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.
Σελίδες απ’ την Εθνική Αντίσταση και τον ΔΣΕ: Δείτε τις όλες εδώ.

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ: Απ' την Ικαρία της Αλληλεγγύης στο...Θανατονήσι

Φαίνεται ότι η διαταγή ήταν: ‘Φέρτε τους εξαντλημένους, αποκαμωμένους, αλλά όχι νεκρούς. Από τους νεκρούς δεν αποσπώνται δηλώσεις’. Απουσίαζε λοιπόν κι απ’ αυτήν την πράξη κι η παραμικρή υποψία συμπόνιας. Ο σκοπός τους αποκαλύφθηκε γυμνός στα μάτια μας. Οι σφαίρες τους πέφτανε απάνω μας όχι για να μας εξοντώσουν αλλά να μας αχρηστέψουν. Οι νεκροί μεγαλώνουν μια ιδεολογία, δεν την αχρηστεύουν” 
*****
Μενέλαος Λουντέμης: Από την Ικαρία της συμπόνιας και της αλληλεγγύης στο πέτρινο φίμωτρο της Μακρονήσου…

3020+300
Στις πρώτες σελίδες του αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος 
“Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα”(1) ο Μενέλαος Λουντέμης το 1949 λιπόσαρκος (2) και σακατεμένος από το ξύλο, βρίσκεται ακόμα εξόριστος στην Ικαρία, περιμένοντας μέρα τη μέρα να τον μπαρκάρουν για τη Μακρόνησο.
του Δημήτρη Δαμασκηνού,
εκπαιδευτικού Δ.Ε.-ιστορικού,
negreponte2004@yahoo.gr
1
Ξέρω. Το μαξιλάρι σου καίει 
Σαν τον μαρτυρικό τροχό. 
Το γέμισαν από βραδύς 
 Οι δήμιοι των ύπνων μας 
Με αναμμένα καρφιά 
 Μα εσύ κοιμήσου. Κοιμήσου. 
 Έστω κι αν στέκουν από πάνω σου 
 Με το όπλο “επί σκοπόν” 
 Και με το δάχτυλο στη σκαντάλη 
 Δύο διμοιρίες εφιάλτες. 
 Εσύ κοιμήσου.
 Κοιμήσου. 
 Και στην άκρη του ορίζοντα 
 Ακούονται οι ρωγμές 
 Που κάνει η ήλιος 
Στα κάστρα της νύχτας. 
 Μα εσύ κοιμήσου.
Μενέλαος Λουντέμης, Θα ξημερώσει . (3)

Τα πάθη του ο συγγραφέας τα διηγείται σε πρώτο πρόσωπο: 

Εμείς είμαστε ακόμα στην Ικαρία”, θα γράψει χρησιμοποιώντας εμφαντικά το εμείς, για να εντάξει βέβαια το ταπεινό του σαρκίο στην πολυπληθή ομάδα των συνεξόριστων συντρόφων του που έχουν κατακλύσει το νησί (4) και μεταφέρονται “συνοδεία” με τα βαπόρια που πύκνωσαν τα δρομολόγιά τους στη Μακρόνησο.

Κι είναι Άνοιξη! 
Ντροπαλά αεράκια μαλώνουν συναμεταξύ τους. Σηκώνουν χνούδια και πουλιά. Και χαρτάκια μ’ ανορθογραφίες: 
Όσον περί εμέ… βρίσκομαι στα τελευταία μου. Κατά τ’ άλλα… είμαι καλά! Τρομαγμένα ξεμύτισαν φέτος τα μπουμπούκια. Η αγάπη κρυβόταν στις γωνίες και σκέπαζε με την απαλάμη τα φιλιά της. Φέτος δε θάχουμε φρούτα. Τα σκότωσαν όλα πάνω στον ανθό. Μόνο τα πουρνάρια πρασινίζουν άφοβα -άγρια μες στην ασκήμια τους. 
Αυτά μόνο. Κι οι χωροφύλακες.” (5), που έχουν κατακλύσει το νησί, δούλοι: “που κάποτε γίνονται αφέντες. Κι οι αφέντες που προέρχονται από δούλους είναι σκληρότεροι από τους αφέντες των δούλων” (6).
2
Εύδηλος Ικαρίας το 1947. Από αριστερά Σίμος Γεράκης, Χρήστος Μαυρογιώργης, Στέφανος Σαράφης, υπασπιστής του Σαράφη, Πέτρος Ανδριώτης και ο τελευταίος άγνωστος. (Η φωτογραφία είναι από το προσωπικό αρχείο του Χρήστου Μαλαχία).

Ο Μενέλαος Λουντέμης ζώντας ως εξόριστος στην Ικαρία, όλο αυτόν τον καιρό μετά την ήττα του Δεκέμβρη, έχοντας σε πρώτη φάση τις εμπειρίες και τα βιώματα του καταδιωκόμενου και ύστερα του πολιτικού εξόριστου, καταγράφει προσεκτικά τις δραματικές του αναμνήσεις σ’ ένα χειρόγραφο που -για να μη χαθεί- έχει αντιγράψει σε δύο αντίγραφα. 

Το ένα, προσεκτικά κρυμμένο στο κούφωμα μέσα στο καρφωμένο τακούνι του παπουτσιού του, το κουβαλάει συνέχεια πάνω του, ενώ το άλλο το εμπιστεύεται στην ασπρομάλλα Ζωίτσα, μιαν Ικαριώτισσα που έδινε πολλές φορές τα λιγοστά ραδίκια από τον κήπο της στον Μενέλαο Λουντέμη, τη μόνη του τροφή, “γιατί δεν δέχονταν τίποτ’ άλλο το στομάχι μου (7).
3
Pάχες 1947. Oμάδα εξορίστων και ανάμεσά τους με το ραβδί 0 Mίκης Θεοδωράκης. Ακριβώς πίσω από τον Θεοδωράκη ο Μένιος Τσερώνης. Στην Ικαρία το ίδιο διάστημα βρέθηκαν ως εξόριστοι και ο Λάκης Σιάντας, ο Ρούσος Κούνδουρος, ο Μήτσος Παρτσαλίδης, ο Φοίβος Ανωγιαννάκης και πολλοί άλλοι γνωστοί αγωνιστές του ΕΑΜικού κινήματος. Ανάμεσά τους και ο Ευάγγελος Μαχαίρας που αναφέρει πως, όταν το καλοκαίρι του 1948 μεταφέρθηκε από τον Χρυσόστομο στο Μαυράτο της Ικαρίας, βρήκε εκεί τον Μενέλαο Λουντέμη κι έκαναν καθημερινή παρέα “σ’ ένα «θάλαμο» Ποντίων, που είχαν μια λύρα και μας τραγουδούσαν ποντιακά τραγούδια ή μας έλεγαν ποντιακά ανέκδοτα”. (8)

Η Ικαρία… Πρέπει να τη βαφτίσουμε ‘Συμπόνοια'”, γράφει ο συγγραφέας (9) και συνεχίζει για την παροιμιώδη αλληλεγγύη των Iκαριωτών στους πολιτικούς εξόριστους επισημαίνοντας: 

«Οι Ικαριώτες… Θυμούμαι πέρσι πούμασταν στο άλλο χωριό, το Mαυράτο. Γη δεν είχε ούτε κείνο… Λίγη αλεσμένη πέτρα όπου φυτεύανε δέκα μαρούλια και πέντε κρεμμύδια. Mα κανένας τους δεν τα γεύτηκε. Όλα τα τάιζαν σ’ εμάς. Tα πετούσαν κρυφά τις νύχτες απ’ τα μεσότοιχα. 
Mια μέρα μας έστειλαν αγγαρεία στην πέτρα. 
Tα πεζούλια απ’ όπου περνούσαμε ήταν στρωμένα με φρεσκοκομμένα σύκα. Tάχαν αφηγμένα στιβίτσες στιβίτσες απάνω στα συκόφυλλα για να τα βρούμε γυρνώντας απ’ τη σκληρή δουλειά. Aλλά τι να πρωτοθυμηθώ; 
Tο γάλα… Tο κάθε σπίτι είχε από μια κατσικίτσα, κι ένα σωρό παιδιά. Tα παιδιά αυτά από τότε που πήγαμε εμείς χάσανε το γάλα τους. Mας τόδιναν με χίλιες πονηριές για τους αρρώστους μας. Το ξέρανε πως ο Χλαμούτσης ήταν ικανός να τους εκτελέσει επί τόπου αν τους έπιανε. Το ξέρανε. Αλλά δεν έκαναν πίσω» (10).
4
Πολιτικοί εξόριστοι της περιοχής Αγ. Κηρύκου Ικαρίας (φωτογραφία του Γ. Καπετάνου στις 5-11-47)
Ο ίδιος ο Μενέλαος Λουντέμης παραμένει στην Ικαρία μέχρι “το έμπα του Ιούνη” (11)
Τότε μεταφέρεται σιδηροδέσμιος από δύο όργανα της τάξεως στο Διοικητήριο του Άη-Κήρυκα, παραδίδεται στον υπομοίραρχο με τα “συνοδευτικά” του έγγραφα και εγκλείεται σ’ ένα γεμάτο από θανατοποινίτες αγωνιστές, βρώμικο και σκοτεινό κελί “που βράζει σα σκουληκοφωλιά” (12).
Το επόμενο πρωί, απ’ τα χαράματα κιόλας, οδηγείται σ’ ένα βαρυεστημένο καϊκάκι που τον περίμενε υπομονετικά στο αραξοβόλι (13) του.
 Το μοτόρι σε λίγο βάζει μπρος με κατεύθυνση τον Εύδηλο, για να επιβιβαστεί το βραδάκι με τη συνοδεία του χωροφύλακα Σκουπίδα στο βαπόρι με προορισμό το Λαύριο. Η θαλασσοταραχή, ωστόσο, αναγκάζει τον καπετάνιο ν’ αναζητήσει ασφαλές καταφύγιο στο Βαθύ της Σάμου, όπου φτάνουν αργά το βράδυ της επόμενης μέρας:
5
Στο δρόμο από Καραβόσταμο για Αρέθουσα για το βασανιστικό προσκλητήριο (1949).

Γι’ αυτή του την εμπειρία γράφει χαρακτηριστικά ο σύγγραφέας:

 “… Το βαπόρι αργά, βουβά, ήρθε και φουντάρησε (14) αντίκρυ από το Λιμεναρχείο. Άδεια ήταν όλη η παραλία. Η κυκλοφορία απαγορευόταν μετά τη δύση του ήλιου. Τα σπίτια όλα μανταλωμένα (15). Οι μόνοι που κυκλοφορούσαν ελεύθερα ήταν εκείνοι που απαγόρευαν την ελεύθερη κυκλοφορία.
Με κατέβασαν σε μια βάρκα μαζί με το φρουρό μου. Το κέφι του Σκουπίδα ήταν μαύρο.
-Τί μας έφεραν εδώ; μουρμούριζε και κυττούσε ολοένα κατά τα βουνά. Τα τηράς (16); μου λέει… όλα τούτα είναι γιομάτα κατσαπλιάδες (17). Μην τους χαίρεσαι. Κλάφτους. Όπου νάναι τελειώνουν τα ψωμιά τους. Στραβωμάρα είχαν και μας έφεραν μες στη μύτη τους; ” (18).
Σε λίγο ο Μενέλος Λουντέμης οδηγείται εξαντλημένος στο κρατητήριο και σπρώχνεται σ’ ένα μπουντρούμι μπουκωμένο (19) βαριά αποφορά από τσιγαρίλες και ποδαρίλες, να περάσει τη νύχτα ανάμεσα σε μεροκαματιάρηδες που έχουν συλληφθεί για μικροπαρανομίες από ένα ανάλγητο στη φτώχεια τους κράτος.
Το πρωί που ξυπνά συναναστρέφεται με τους συγκρατούμενούς του και δέχεται τις περιποιήσεις και μοιράζεται το προσφάι με τον μπαρμπα Θαλή Αληφασκή, έναν γέρο ψαρά που τον έπιασε η αστυνομία ένεκα “αλιείας μετά της δυναμίτιδος” (20).
Όταν πέφτει ξανά το σκοτάδι τον βαρύ και τρομαγμένο ύπνο των κρατουμένων διακόπτουν σεισμοί, μπαταριές (21)
χαλασμός:
Στα όπλα! ούρλιαζαν από παντού. Στα όπλα! Συναγερμός. Καλυφθήτε! Πυρ!
Τί έτρεξε; “Το αντάρτικο, λέει, έκανε έφοδο στην πόλη”. 
Βλακείες. Κάποιος χωροφύλακας θα τρόμαξε ως φαίνεται από τον ίσκιο του κι άρχισε να πυροβολεί.
 Κι εδώ λοιπόν τα ίδια. Κι έδώ έκανε έφοδο μεσ’ στην ψυχή τους ο φόβος.
Μα ο χαλασμός ωστόσο ήταν τόσος που λες πως έπεσε η πόλη σε χέρια άγριων κουρσάρων που τώρα περνούσαν τον πληθυσμό από σφαγή και λεηλασία. 
Ποδοβολητά ακούγονταν από παντού, κλαγγές (22), λαχανιάσματα. Φαίνεται πως όλοι, ο στρατός κι η χωροφυλακή, συγκεντρώνονταν για επίθεση. Τώρα θα συντάσσονται για να τρέξουν κατά τα βουνά. 
Μα… τα ποδοβολητά αντί ν’ ακουστούν στο πλακόστρωτο ακούστηκαν μέσα, στο διάδρομό μας. 
Και κει -απομείναμε όλοι!- οι μπούκες (23) των ντουφεκιών αντί να στραφούν προς τα έξω στράφηκαν προς τα μέσα και μας σημάδευαν.
-Αλτ!.. να μη σαλέψει κανείς… μας φώναξαν πίσω απ’ τους φεγγίτες. Τα κινητά ουραία (24)ετοιμάστηκαν.
Θα σας καθαρίσουμε όλους!.. ξαναφώναξαν.
Τα χέρια τους δε φαίνονταν για να δούμε αν έτρεμαν αλλά έτρεμαν οι κάννες τους… Έτρεμαν σα να ήσαν κρεμασμένες στον αέρα.
Πέρασε ώρα. Η σάλπιγγα κάποτε βουβάθηκε. Οι κάννες αποσύρθηκαν. 
Είχε σταματήσει και το τρεμούλιασμα. Έξω βασίλευε πάλι ησυχία. Τα πολυβόλα είχαν σταματήσει. Τα βήματα των χωροφυλάκων σύρθηκαν στο διάδρομο. 
Σε λίγο ξανάγινε ησυχία. Ξημέρωνε. Απ’ έξω ακούστηκαν να κυλούν κάτι ρόδες.
 Οι βρύσες άρχισαν να τρέχουν” (25) και μπήκε φρικιαστική, άυπνη από το παραθυρόνι η φάτσα του χωροφύλακα Σκουπίδα, για να οδηγήσει τον Μενέλαο Λουντέμη ως τη σκάλα του βαποριού.
6
Πολιτικός εξόριστος φωτογραφίζεται με φόντο τα πλοία της εξορίας προς την Ικαρία.

Το βαπόρι πράγματι ήταν γεμάτο από νέα παιδιά, 20 ως 25 χρονών, που τους πήγαιναν σιδηροδέσμιους για “κατάταξη” στη Μακρόνησο. 

Ο Μενέλαος Λουντέμης κατέβηκε στο αμπάρι που έβραζε σαν καζάνι, για να υποβληθεί από τους δεσμώτες του, όπως και όλοι οι υπόλοιποι, στο μαρτύριο της δίψας για καμιά εικοσαριά ώρες, όπως σαδιστικά τους ανακοίνωσε ο ανθυπομοίραρχος, όσο δηλαδή θα διαρκούσε το ταξίδι για το Λαύριο. 
Από τις διαμαρτυρίες και τα ξεφωνητά οι ναύτες άνοιξαν τα δύο καπάκια και με τη μάνικα από τη θάλασσα άρχισαν έναν άγριο, αλμυρό καταιονισμό (26) που κράτησε ως μισή ώρα.
Αυτή η κτηνώδης αντιμετώπιση των εκτοπιζομένων στη Μακρόνησο αποκαλύπτει στα μάτια του συγγραφέα γυμνό τον σκοπό των δεσμωτών τους:
Φαίνεται ότι η διαταγή ήταν: ‘Φέρτε τους εξαντλημένους, αποκαμωμένους, αλλά όχι νεκρούς. Από τους νεκρούς δεν αποσπώνται δηλώσεις’. Απουσίαζε λοιπόν κι απ’ αυτήν την πράξη κι η παραμικρή υποψία συμπόνιας. Ο σκοπός τους αποκαλύφθηκε γυμνός στα μάτια μας. Οι σφαίρες τους πέφτανε απάνω μας όχι για να μας εξοντώσουν αλλά να μας αχρηστέψουν. Οι νεκροί μεγαλώνουν μια ιδεολογία, δεν την αχρηστεύουν” (27).
7
Χμ… Σε γνωρίζω εγώ εσένα.
 Σε ξέρω απ’ έξω κι’ ανακατωτά
 Όχι απ’ την “όψη του σπαθιού την τρομερή”
 Μα από την όψη τη χοντρή και βρωμερή.
 Και μη θαρρείς πως γεννήθηκες σήμερα,
 Είσαι πιο παλιός κι’ από το μπιστόλι σου
 Κι’ απ’ το καουτσικένιο σου ρόπαλο
 Το γεμάτο ξερά αίματα.
 Είσαι πιο παλιός κι’ απ’ το μίσος σου
 Κι’ απ’ το δικαίωμα ζωής και θανάτου
 Πάνω στις ζωές μας.
 Επάγγελμά σου το ξύλο.
 Καρδιά σου το ξύλο.
 Ξύλινος ο κόσμος σου
 Ξυλοκοπημένος ο κόσμος σου.
 Δεν είσαι αποδώ
 Δεν είσαι μόνο εδώ.
 Έρχεσαι από παντού.
 Απ’ τη Χιλή και το Περναμπούκο
 Απ’ το Σικάγο και το Τέξας.
 Κι’ απ’ τον κάθε τόπο όπου οι άνθρωποι
 Ζητούν ψωμί. Ενώ
 Πρέπει να το ζητιανεύουν. 

 (Μενέλαος Λουντέμης, Ο φύλαξ άγγελος). (28)
Το βαπόρι άραξε στο Λαύριο κοντά στα ξημερώματα. Τότε ανέβηκαν όλοι στο κατάστρωμα. Το Μακρονήσι ορθωνόταν αντίκρυ ως πέτρινο φίμωτρο…
Σημειώσεις:
1 Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα (Σαρκοφάγοι ΙΙ), εκδόσεις Δωρικός, έκδοση Γ’, Αθήνα 1974.
2 “Τους βλέπεις πώς με κάνανε”, θα πει στον πονόψυχο χωροφύλακα Μπαντούνα, που έρχεται και τον βρίσκει στο αναρρωτήριο. “Από εβδομήντα κιλά δεν μ’ αφήσανε ούτε σαράντα” (βλ. Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 20).
3 Βλ. Μενέλαος Λουντέμης, Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς, εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα 1977, σελ. 87.
4 Χιλιάδες άλλοι αγωνιστές της Αριστεράς στάλθηκαν εξόριστοι κατά την περίοδο 1938 – 1954. Το 1946-1949 σ’ αυτό το νησί των 11.000 κατοίκων υπήρχαν 14.000 εξόριστοι! (Βλ. Θ. Λ., Οι εννιά της Νικαριάς. Τιμή στους αλύγιστους της ταξικής πάλης, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Κυριακή 28 Ιούνη 2015 – 2η έκδοση, σελ. 26)
5 Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 15.
6 Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 15.
7 Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 23.
8 Βλ. Ευάγγελος Μαχαίρας, Ικαρία-Μακρόνησος-Στρατοδικεία. Εξόριστος στην Ικαρία και στη Μακρόνησο, περιοδικό της Εταιρείας Ικαριώτικων Μελετών, τριμηνιαία έκδοση, αριθμ. φύλλου 14, έτος 5ον, σελ. 25.
9 Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 23.
10 Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 26-27.
11 Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 28.
12 Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 31.
13 αραξοβόλι το: (λογοτ.) 1. μέρος κοντά στην ακτή, προφυλαγμένο από ανέμους, όπου αγκυροβολούν τα πλοία• αγκυροβόλιο. 2. (μτφ.) καταφύγιο.
14 φουντάρω: (εδώ, προφ.) ρίχνω άγκυρα, αγκυροβολώ.
15 μανταλώνω -ομαι: (λαϊκότρ., συνήθ. για πόρτα ή παράθυρο) κλείνω με το μάνταλο || (επέκτ.) κλείνω καλά,βκλειδώνω: Mανταλώθηκαν όλοι στα σπίτια τους, κλείστηκαν μέσα.
16 τηράω: (λαϊκότρ.) βλέπω.
17 κατσαπλιάς ο: (εδώ) υβριστικός χαρακτηρισμός για τους αντάρτες, κυρίως κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου.
18 Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 40.
19 μπουντρούμι το: (εδώ παρωχ.) κρατητήριο ή φυλακή.
20 Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 43.
21 μπαταριά η: (παρωχ.) ομοβροντία.
22 κλαγγή η: ήχος που ακούγεται, όταν συγκρούονται σιδερένια όπλα, κυρίως ξίφη.
23 μπούκα η: (εδώ) το στόμιο, ιδίως του πυροβόλου όπλου.
24 ουραίος -α -ο: (ως ουσ.) το κινητό ουραίο, ονομασία του κλείστρου στα οπισθογεμή επαναληπτικά τουφέκια.
25 Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 48-49.
26 καταιονισμός ο: (λόγ.) κατάβρεγμα με συσκευή που εκτοξεύει το νερό από ψηλά, σαν βροχή. || (ειδικότ.) ντους.
27 Μενέλαος Λουντέμης, Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα, ο.π., σελ. 52-53.
28 Μενέλαος Λουντέμης, Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς, εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα 1977, σελ. 58-59.