Η ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ
Γιατί η Φτωχοποίηση της Εργατικής Τάξης Τροφοδοτεί τον Δεξιό Συντηρητισμό και την Αστική Αριστερή Αυταπάτη;
1. Το Παράδοξο της Ταξικής Αποσύνθεσης
Στις συνθήκες της βαθιάς και δομικής κρίσης του καπιταλισμού, παρατηρείται ένα φαινόμενο που εκ πρώτης όψεως φαντάζει παράδοξο, αλλά που στην πραγματικότητα υπακούει σε αυστηρούς νόμους της πολιτικής οικονομίας και της κοινωνικής ψυχολογίας: το γεγονός ότι η περαιτέρω φτωχοποίηση και εξαθλίωση των εργαζομένων δεν οδηγεί αυτόματα στην επαναστατικοποίησή τους.
Αντιθέτως, η πλειονότητα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων διασπάται σε δύο κύριες ιδεολογικές παγίδες:
Στον συντηρητισμό και την παραίτηση: Εργαζόμενοι που, απογοητευμένοι ή και προσβεβλημένοι από την αστική πολιτική, εμμένουν σε παραδοσιακά ιδεολογήματα, παραιτούνται από τη διεκδίκηση και αναζητούν καταφύγιο στον ατομισμό, τον θρησκευτικό μυστικισμό ή τον εθνικισμό.
Στις αυταπάτες της συστημικής Αριστεράς: Εργαζόμενοι που αναζητούν τη «συσπείρωση» εντός των τειχών του συστήματος, αποδεχόμενοι τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης, επιλέγοντας τη διαχείριση αντί για την ανατροπή, γεγονός που συχνά τους οδηγεί στον αντικομμουνισμό.
Και στις δύο περιπτώσεις, η απουσία ανεπτυγμένης μαρξιστικής-λενινιστικής ταξικής συνείδησης μετατρέπει τους εκμεταλλευόμενους σε αυτόχειρες των ίδιων τους των συμφερόντων.
Βιβλιογραφική Παραπομπή:
Κ. Μαρξ - Φρ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
Για περαιτέρω μελέτη της ταξικής διάρθρωσης στην Ελλάδα: «Η μεταβολή της ταξικής διάρθρωσης της ελληνικής κοινωνίας την περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης», ΚΟΜΕΠ,
2. Η Υλική Βάση του Ιδεολογικού Εγκλωβισμού
Η Στρατηγική του Φόβου και ο Δεξιός Συντηρητισμός
Η βίαιη φτωχοποίηση δεν γεννά αυτόματα εξέγερση, αλλά βαθιά υπαρξιακή και οικονομική ανασφάλεια. Όταν απουσιάζει η ταξική οργάνωση, ο φόβος της περαιτέρω απώλειας στρέφει τον εργαζόμενο σε δοκιμασμένες, παραδοσιακές δομές (πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια) ως ιδεολογική σανίδα σωτηρίας.
Το σύστημα καλλιεργεί συστηματικά τον κοινωνικό αυτοματισμό και τον ανταγωνισμό μεταξύ των φτωχών (π.χ. ντόπιων και μεταναστών εργατών). Ο εθνικισμός και ο ατομισμός λειτουργούν ως ψευδαισθήσεις ανωτερότητας και προστασίας, διασπώντας την ταξική αλληλεγγύη και αποτρέποντας την κοινή δράση.
Βιβλιογραφική Παραπομπή:
Η Αυταπάτη της Αστικής Αριστεράς
Στον αντίποδα, η συστημική Αριστερά (ρεφορμισμός, σοσιαλδημοκρατία) προτείνει μια ηπιότερη διαχείριση του καπιταλισμού — ένα σύστημα με «ανθρώπινο πρόσωπο». Αυτό εγκλωβίζει τους εργαζόμενους στη λογική του «μικρότερου κακού» και της ταξικής συνεργασίας.
Αποδεχόμενη τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης, η αστική Αριστερά καλλιεργεί την αυταπάτη ότι τα εργατικά συμφέροντα μπορούν να δικαιωθούν μέσω των θεσμών του ίδιου του κράτους που τα καταπιέζει. Αυτή η ενσωμάτωση αναπόφευκτα οδηγεί στη σύγκρουση με τη ριζοσπαστική προοπτική, διολισθαίνοντας συχνά στον απροκάλυπτο αντικομμουνισμό όταν το σύστημα απειλείται.
Βιβλιογραφική Παραπομπή:
Β. Ι. Λένιν, Κράτος και Επανάσταση, εκδ. Σύγχρονη Εποχή (κριτική στις αυταπάτες περί «ειρηνικού περάσματος» και του κράτους ως οργάνου ταξικής συμφιλίωσης).
3. Η Μαρξιστική Διάγνωση: Από το Αυθόρμητο στη Συνείδηση
Όπως ανέλυσε ο Β. Ι. Λένιν στο μνημειώδες έργο του «Τι να κάνουμε;» (1902), η εργατική τάξη δεν αποκτά αυθόρμητα επαναστατική συνείδηση μόνο και μόνο επειδή υποφέρει.
Η Παγίδα του «Οικονομισμού»: Η αυθόρμητη αντίδραση των εργατών, βασισμένη αποκλειστικά στις δικές τους δυνάμεις, μπορεί να αναπτύξει μόνο συνδικαλιστική (trade-unionist) συνείδηση. Η αποκλειστική επικέντρωση στην αμυντική διαχείριση της λιτότητας (συμβάσεις, οριακές αυξήσεις) αντιμετωπίζει τις συνέπειες και όχι την αιτία της εκμετάλλευσης.
Η Αναγκαιότητα της Πρωτοπορίας: Η σοσιαλιστική, ταξική συνείδηση εισάγεται στο εργατικό κίνημα «από τα έξω» — από τη μαρξιστική θεωρία και την οργανωμένη επαναστατική πρωτοπορία (το Κόμμα). Χωρίς αυτή την παρέμβαση, η αυθόρμητη οργή εκτονώνεται ή υποτάσσεται στην κυρίαρχη αστική ιδεολογία, η οποία διαθέτει βαθύτερες ρίζες και ισχυρότερους μηχανισμούς επιβολής.
Βιβλιογραφική Παραπομπή:
Β. Ι. Λένιν, Τι να κάνουμε;, εκδ. Σύγχρονη Εποχή (Κεφάλαιο: «Το αυθόρμητο των μαζών και η συνειδητότητα της σοσιαλδημοκρατίας»).
Για τη σχέση αυθόρμητου και συνειδητού: «Η μαρξιστική-λενινιστική αντίληψη για την ταξική συνείδηση και την οργάνωση της εργατικής τάξης»,
4. Αντόνιο Γκράμσι: Η «Ηγεμονία» και ο Ιδεολογικός Έλεγχος
Συμπληρώνοντας τη λενινιστική διάγνωση, ο Αντόνιο Γκράμσι εξήγησε ότι η αστική τάξη δεν κυβερνά μόνο με την καταστολή, αλλά κυρίως μέσω της «πολιτισμικής ηγεμονίας» στην Κοινωνία των Πολιτών (μέσω του σχολείου, της εκκλησίας, των τεχνών και των ΜΜΕ).
Η «Κοινή Λογική» (Common Sense): Η άρχουσα τάξη επιβάλλει μια κατακερματισμένη «κοινή λογική» που παρουσιάζει τον καπιταλισμό ως φυσικό, αιώνιο και αμετάβλητο νόμο.
Η Διασπασμένη Συνείδηση: Η συνείδηση του εργαζόμενου είναι διασπασμένη: από τη μία πλευρά υπάρχει η βιωματική, πρακτική συνείδηση που τον ωθεί στην αντίσταση στον χώρο εργασίας, και από την άλλη η επιβεβλημένη «κοινή λογική» της αστικής τάξης. Αν δεν υπάρξει συστηματικός «πόλεμος θέσεων» για την οικοδόμηση μιας αντι-ηγεμονίας, η αστική ιδεολογία θα εξουδετερώνει πάντα την εργατική αντίσταση.
Βιβλιογραφική Παραπομπή:
Για τον ρόλο των αστικών θεσμών: «Η πολιτιστική ηγεμονία και η ιδεολογική χειραγώγηση της εργατικής τάξης στον σύγχρονο καπιταλισμό», ΚΟΜΕΠ,
5. Ιστορικές Νομοτέλειες: Όταν η Φτώχεια Γεννά Φασισμό
Η ιστορία επιβεβαιώνει με τραγικό τρόπο ότι η οικονομική εξαθλίωση, όταν δεν συναντά μια ισχυρή, οργανωμένη και επαναστατική ταξική εναλλακτική, αποτελεί το ιδανικό θερμοκήπιο για τον δεξιό ριζοσπαστισμό και τον εκφασισμό:
Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης (Γερμανία, 1929-1933): Η μεγάλη οικονομική κρίση εκμηδένισε το βιοτικό επίπεδο των μαζών. Η υποχώρηση της επαναστατικής στρατηγικής και η διάσπαση του κινήματος επέτρεψαν στους Ναζί να διοχετεύσουν την απόγνωση των εργαζομένων στον εθνικισμό.
Η Άνοδος του Φασισμού στην Ιταλία (1920-1922): Μετά τις ηττημένες και ανοργάνωτες εργατικές εξεγέρσεις της «Κόκκινης Διετίας», η κόπωση και η φτωχοποίηση έστρεψαν τμήματα των λαϊκών στρωμάτων στον Μουσολίνι, ο οποίος εμφανίστηκε ως «αντισυστημικός» προστάτης της τάξης.
Η Σύγχρονη Rust Belt των ΗΠΑ (2016-Σήμερα): Η αποβιομηχάνιση και η εγκατάλειψη της εργατικής τάξης από τη νεοφιλελεύθερη «αστική Αριστερά» (Δημοκρατικό Κόμμα) άνοιξε τον δρόμο για τον δεξιό λαϊκισμό του Τραμπισμού, ο οποίος εγκλωβίζει την εργατική οργή σε τεχνητούς πολιτισμικούς πολέμους (culture wars).
Βιβλιογραφική Παραπομπή:
Β. Ι. Λένιν, Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, εκδ. Σύγχρονη Εποχή (ανάλυση της σήψης του καπιταλισμού και της αντιδραστικοποίησης του συστήματος).
Για την ιστορική ανάλυση του φασισμού: «Ο χαρακτήρας του φασισμού και οι ρίζες του στην καπιταλιστική economy», ΚΟΜΕΠ, τ. 6/2009.
6. Οι Σύγχρονοι Μηχανισμοί Χειραγώγησης:
Το Ψηφιακό Προλεταριάτο και η Ψηφιακή Αλλοτρίωση
Στον 21ο αιώνα, ο καπιταλισμός έχει αναπτύξει εξαιρετικά εξελιγμένα υλικά και τεχνολογικά εργαλεία για να κρατά τη συνείδηση της εργατικής τάξης εγκλωβισμένη:
Το Ψηφιακό Προλεταριάτο (Gig Economy)
Η ανάδυση των εργαζομένων σε πλατφόρμες (διανομείς, οδηγοί Uber, micro-workers) εισάγει την ψευδαίσθηση του «ανεξάρτητου συνεργάτη» ή του «μικροεπιχειρηματία». Η διοίκηση ασκείται από έναν απρόσωπο, τιμωρητικό αλγόριθμο, ενώ ο ακραίος φυσικός κατακερματισμός των εργαζομένων εμποδίζει τη γέννηση κοινών τόπων συνάντησης και παραδοσιακής συνδικαλιστικής οργάνωσης, εντείνοντας τον ατομισμό.
Η Ψηφιακή Πολιτιστική Βιομηχανία και τα Social Media
Οι αλγόριθμοι των μέσων κοινωνικής δικτύωσης δημιουργούν «φούσκες φίλτρων» (filter bubbles) που αναπαράγουν την οργή και τη συνωμοσιολογία. Μετατοπίζουν τη συζήτηση από την οικονομική βάση (εκμετάλλευση, υπεραξία) στους τεχνητούς πολιτισμικούς πολέμους (woke vs anti-woke).
Παράλληλα, η Alt-Right εργαλειοποιεί την κουλτούρα των memes και τον ψηφιακό ψευδο-αντισυστημισμό, προσφέροντας στους απομονωμένους νέους εύκολους αποδιοπομπαίους τράγους (μετανάστες, μειονότητες) αντί για τον πραγματικό ένοχο: τις σχέσεις παραγωγής του κεφαλαίου.
Βιβλιογραφική Παραπομπή:
7. Η Μετατροπή της Τάξης «καθεαυτή» σε Τάξη «για τον εαυτό της» και το Πρόγραμμα του ΚΚΕ
Η κορυφαία στιγμή της ταξικής ωρίμανσης του προλεταριάτου είναι η μετάβασή του από την κατάσταση της «τάξης καθεαυτή» (Klasse an sich) στην κατάσταση της «τάξης για τον εαυτό της» (Klasse für sich). Η εργατική τάξη παύει να είναι μια απλή οικονομική κατηγορία ανθρώπων που πουλούν την εργατική τους δύναμη για να επιβιώσουν και μετατρέπεται σε συνειδητό υποκείμενο της ιστορικής της αποστολής. Αυτή η μετάβαση δεν είναι μια διαδικασία αυτόματης εξέλιξης, αλλά το αποτέλεσμα της συστηματικής παρέμβασης της επαναστατικής πρωτοπορίας.
Το σύγχρονο Πρόγραμμα του ΚΚΕ, όπως αναπτύχθηκε και εξειδικεύτηκε στα συνέδριά του, αποτελεί την ανώτερη πολιτική έκφραση αυτής της συνειδητοποίησης στον ελληνικό κοινωνικό-οικονομικό σχηματισμό. Το Πρόγραμμα δεν περιορίζεται σε μια λίστα άμεσων οικονομικών διεκδικήσεων, αλλά καθορίζει με επιστημονική ακρίβεια τον χαρακτήρα της εποχής μας και τον στρατηγικό στόχο του κινήματος:
Ο Χαρακτήρας της Επανάστασης: Το Πρόγραμμα του ΚΚΕ ξεκαθαρίζει ότι ο χαρακτήρας της επανάστασης στην Ελλάδα είναι σοσιαλιστικός. Στην εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού (ιμπεριαλισμός), δεν μεσολαβεί κανένα ενδιάμεσο «στάδιο» ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό. Η εργατική τάξη, ως «τάξη για τον εαυτό της», απορρίπτει τις αυταπάτες της αστικής Αριστεράς για δήθεν «προοδευτικές» ή «αντινεοφιλελεύθερες» κυβερνήσεις διαχείρισης εντός του συστήματος και θέτει στο στόχαστρο την ίδια την καπιταλιστική ιδιοκτησία.
Η Κοινωνική Συμμαχία: Η εργατική τάξη συγκροτεί τη δική της κοινωνική συμμαχία με τα λαϊκά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου (αυτοαπασχολούμενους, μικρούς αγρότες). Η συμμαχία αυτή, η οποία οικοδομείται στους καθημερινούς αγώνες, έχει σαφή αντιμονοπωλιακό και αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό. Στόχος της δεν είναι η βελτίωση του υπάρχοντος πλαισίου, αλλά η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ανατροπή του.
Η Σοσιαλιστική Οικοδόμηση και η Εργατική Εξουσία: Το Πρόγραμμα περιγράφει τις θεμελιώδεις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Η εργατική τάξη παίρνει στα χέρια της την εξουσία (Δικτατορία του Προλεταριάτου), η οποία εκφράζεται μέσα από τις νέες μορφές εργατικής οργάνωσης (Εργατικά Συμβούλια) με αφετηρία τον χώρο δουλειάς. Οι βασικές παράμετροι αυτής της νέας κοινωνικής πραγματικότητας περιλαμβάνουν:
Την κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής: Τα μονοπώλια, οι υποδομές, η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες και η γη περνούν στην ιδιοκτησία όλης της κοινωνίας.
Τον Κεντρικό Επιστημονικό Σχεδιασμό της οικονομίας: Η παραγωγή δεν κινείται πλέον με κριτήριο το καπιταλιστικό κέρδος, αλλά με βάση τη διευρυνόμενη ικανοποίηση των σύγχρονων λαϊκών αναγκών.
Την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο: Η εργατική δύναμη παύει να είναι εμπόρευμα.
Η Στάση απέναντι στις Ιμπεριαλιστικές Ενώσεις: Η ταξική συνείδηση επιτάσσει την πλήρη αποδέσμευση της χώρας από τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις (ΕΕ, ΝΑΤΟ). Το Πρόγραμμα του ΚΚΕ υπογραμμίζει ότι η αποδέσμευση αυτή μπορεί να είναι πραγματική, προς όφελος του λαού, μόνο όταν συνδέεται οργανικά με την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη και όχι υπό την ηγεσία μιας αστικής «πατριωτικής» κυβέρνησης που θα διατηρούσε τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.
Βιβλιογραφική Παραπομπή:
Πρόγραμμα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, Έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ.
Κ. Μαρξ, Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας, ριζοσπάστης 16 Μάρτη 2003 (για τη θεωρητική θεμελίωση της «τάξης για τον εαυτό της»).
Για την ανάλυση της στρατηγικής του Κόμματος: «Το Πρόγραμμα του ΚΚΕ: Η επιστημονική απάντηση στην καπιταλιστική βαρβαρότητα», ΚΟΜΕΠ, τ. 3-4/2013.
Για τη σύγχρονη επεξεργασία της εργατικής εξουσίας: «Ο Κεντρικός Επιστημονικός Σχεδιασμός ως νομοτέλεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης», ΚΟΜΕΠ, τ. 6/2024.
Συμπέρασμα
Η ανατομία της εγκλωβισμένης συνείδησης αποδεικνύει ότι η φτωχοποίηση, από μόνη της, δεν αρκεί για την κοινωνική αλλαγή. Η αυθόρμητη αντίδραση είναι τυφλή και εύκολα χειραγωγήσιμη από την αστική τάξη (είτε μέσω του δεξιού συντηρητισμού είτε μέσω των σοσιαλδημοκρατικών αυταπατών).
Χωρίς τον «διαφωτισμό» της μάζας από την επαναστατική θεωρία, χωρίς τη μετατροπή της εργατικής τάξης από «τάξη καθεαυτή» (που ορίζεται απλά από τη θέση της στην παραγωγή) σε «τάξη για τον εαυτό της» (που έχει συνείδηση του ιστορικού της ρόλου), η οικονομική εξαθλίωση θα συνεχίσει να λειτουργεί ως κυματοθραύστης των εξεγέρσεων, μετατρέποντας τους εκμεταλλευόμενους σε οργανικά γρανάζια της ίδιας τους της καταπίεσης.
Τελική Βιβλιογραφική Σύνοψη:
Κ. Μαρξ, Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας (η κλασική διάκριση μεταξύ «τάξης καθεαυτή» και «τάξης για τον εαυτό της»).
«Το Κόμμα Νέου Τύπου ως καθοδηγητής της ταξικής πάλης: 120 χρόνια από το "Τι να κάνουμε;" του Λένιν», ΚΟΜΕΠ, τ. 2/2002.
Με αφορμή τις πρόσφατες κινητοποιήσεις: Τα ταχύρρυθμα... γαλλικά «κοινωνικής ειρήνης» και τα πραγματικά μαθήματα

Αν κανείς παρακολουθούσε την... αναστάτωση της περασμένης εβδομάδας για τις πολύ μεγάλες κι ελπιδοφόρες κινητοποιήσεις μαθητών, φοιτητών, εκπαιδευτικών κι εργαζομένων στη χώρα μας στον απόηχο των κινητοποιήσεων σε όλη την Ευρώπη, μπορούσε με ευκολία να διακρίνει και το πραγματικό άγχος των αστικών επιτελείων και τον λόγο του: Το υπόβαθρο και οι αιτίες των μεγάλων κοινωνικών εκρήξεων βρίσκονται εκεί, οι μεγάλοι κλονισμοί για το σάπιο σύστημά τους είναι μπροστά, στο άμεσο μέλλον. Ακόμα περισσότερο εκεί βρίσκεται σήμερα η δυνατότητα η λαϊκή δυσαρέσκεια όχι μόνο να εκφραστεί ακόμα πιο μαζικά, αλλά και να μην πατήσει την μπανανόφλουδα των νέων παγίδων εγκλωβισμού του λαού που στήνονται ξανά, να αμφισβητήσει τη «σταθερότητα» της εκμετάλλευσης και των πολέμων, να βάλει στο στόχαστρο τον πραγματικό ένοχο των μεγάλων λαϊκών προβλημάτων και αδιεξόδων, το καπιταλιστικό σύστημα, τις κυβερνήσεις και όσους το υπηρετούν. Να αξιοποιήσει τις ρωγμές από τις αντιθέσεις, τους ανταγωνισμούς, τα αδιέξοδα του σάπιου συστήματος και να τις διευρύνει, να συμπορευτεί με το ΚΚΕ, να βαδίσει τον δρόμο της ανατροπής.

- Είναι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος που κλιμακώνεται, η εμπλοκή και τα νέα πολεμικά επεισόδια που προστίθενται στην αλυσίδα, τα σχέδια για μια «αναπόφευκτη μεγάλη πολεμική σύγκρουση», η «κουλτούρα φέρετρων» για να στείλουν τους εργαζόμενους και τους νέους στα σφαγεία του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Αλλά και οι «παράπλευρες απώλειες», η ένταση της εκμετάλλευσης, οι λαϊκές ανάγκες που θυσιάζονται με όλους τους τρόπους στον πυρετό της πολεμικής προετοιμασίας.
- Είναι μια νέα μεγάλη καπιταλιστική κρίση που καραδοκεί, την ώρα που οι ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί προειδοποιούν πως η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται «στα όρια της ανθεκτικότητας», τα κρατικά χρέη εκτοξεύονται, η οικονομία της Ευρωζώνης βρίσκεται μπροστά σε νέα αδιέξοδα κι οι ανταγωνισμοί στο εσωτερικό της φουντώνουν.
- Είναι η ευρωενωσιακή «κανονικότητα», η πολιτική της ΕΕ, η οποία γίνεται ακόμη πιο επιθετική, ακόμη πιο βάρβαρη απέναντι στους λαούς στην προσπάθειά της να «κλείσει την ψαλίδα» με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα.
- Είναι η ίδια η «φυσιολογική» λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος που αναπαράγει και διευρύνει συνεχώς τις κοινωνικές ανισότητες, οδηγεί συνεχώς σε μεγαλύτερα αδιέξοδα, σε συνεχείς κρίσεις που φορτώνονται στους λαούς.
Είναι με δυο λόγια ο κόσμος του καπιταλισμού, ο σάπιος κόσμος τους που φλέγεται από τους ανταγωνισμούς και τους πολέμους, που μόνο χειρότερα έχει να «δώσει» στους λαούς, που δεν «γιατρεύεται» αλλά μόνο ανατρέπεται.
Τα αστικά επιτελεία, επειδή γνωρίζουν τι είναι μπροστά γι' αυτό και προσπαθούν να «μαγειρέψουν πριν πεινάσουν», «επιθεωρούν» τις ρωγμές, τις αντιφάσεις, τις δυσκολίες τους κι επιχειρούν να θωρακίσουν την εξουσία, συνολικά τα συμφέροντα του κεφαλαίου μέσα σε αυτές τις συνθήκες.
Δεν είναι τυχαίο - ούτε αφορά μόνο τα όσα συμβαίνουν στη Γαλλία και τις υπόλοιπες χώρες - πως στο επίκεντρο των αστικών προβληματισμών αυτές τις μέρες μπήκαν:
- Τα σχετικά μικρότερα περιθώρια ελιγμών που έχουν οι αστικές τάξεις για την ενσωμάτωση ευρύτερων εργατικών - λαϊκών δυνάμεων, ως αποτέλεσμα της οικονομικής κατάστασης και της διαχείρισης των προηγούμενων κρίσεων, της δυσκολίας να «ισορροπήσουν» ανάμεσα στην πολεμική οικονομία που απαιτεί περικοπές και εξοπλισμούς και στην ανάγκη για στράτευση των λαών στους στόχους τους. Οπως χαρακτηριστικά έγραφε μια οικονομολόγος του μονοπωλιακού ομίλου ING: «Η Γαλλία δεν διαθέτει ούτε το δημοσιονομικό περιθώριο για να εξαγοράσει την κοινωνική ειρήνη, ούτε το πολιτικό περιθώριο για να επιβάλλει εύκολα μέτρα προσαρμογής» (Ch. Montpellier, «Εφ.Συν» 22/10), ενώ ένας άλλος καθηγητής πρόσθετε: «Η Γαλλία πρέπει να λύσει ταυτόχρονα δύο προβλήματα: Την πόλωση, τον διχασμό και ταυτόχρονα τη δαμόκλειο σπάθη του χρέους, της χρεοκοπίας, να συνειδητοποιήσει ο γαλλικός λαός ότι χρειάζεται πολιτική λιτότητας», έλεγε τις προάλλες (Πρεβελάκης, «Real fm», 21/10).
- Η φθορά των αστικών πολιτικών συστημάτων στις λαϊκές συνειδήσεις, που αποτυπώνεται στις αναλύσεις που μιλάνε για τη «χαμένη αξιοπιστία» της πολιτικής, ότι κανείς δεν πιστεύει «ότι μπορούν μερικές πολιτικές κινήσεις να λύσουν την οικονομική δυσανεξία της μεσαίας τάξης», αλλά και στις διαπιστώσεις πως η δυσαρέσκεια διαπερνά «οριζόντια» όλες τις χώρες της ΕΕ ανεξάρτητα από το «πρόσημο» της διαχείρισης, από τη Γαλλία του «αποτυχημένου κεντρώου μεταρρυθμιστή» Μακρόν έως τη Γερμανία του «νεοφιλελεύθερου» Μερτς και από την Ισπανία του σοσιαλδημοκράτη Σάντσεθ έως την Ιταλία της ακροδεξιάς Μελόνι.
- Το γεγονός ότι η αμφισβήτηση αγγίζει μια σειρά από αστικούς θεσμούς, φθείρει την αστική δημοκρατία, θέτει στη δικτατορία του κεφαλαίου «διλήμματα» για το ποιο είναι το κατάλληλο μείγμα καταστολής και ενσωμάτωσης, καλεί σε πιο άμεσα μέτρα. «Οταν η επιλογή μεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας έκφρασης γίνεται δίλημμα, εκείνη που πληρώνει τον λογαριασμό στο τέλος είναι η Δημοκρατία. Τέτοιου είδους συνθήκες οδήγησαν στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης...» έγραφε με νόημα τις προάλλες μια αστική ντουντούκα (Κασσιμάτης, «Νέα», 21/10)
και ένας άλλος έσπευδε να προσθέσει με νόημα: «Η αδυναμία της αστυνομίας (...) είναι το σύμπτωμα μιας φοβισμένης πολιτείας απέναντι στην κοινωνία την οποία υποτίθεται καλείται να προστατεύσει. Ενας φοβισμένος κρατικός μηχανισμός είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο, επικίνδυνος από έναν διαλυμένο κρατικό μηχανισμό» (Θεοδωρόπουλος, «Καθημερινή», 21/10). Κι ούτε βέβαια τυχαίο ήταν πως το πάθος τους ενάντια στη «βία των διαδηλωτών» έφτασε σε τέτοια ύψη, ώστε να πάρει μπάλα μέχρι και τον... Ροβεσπιέρο και τους υπόλοιπους αστούς επαναστάτες, επιβεβαιώνοντας ότι η αστική τάξη βρίσκεται προ πολλού στη θέση που είχαν οι «Λουδοβικοί» και οι «Αντουανέττες».

Οι αγωνίες και τα άγχη τους δείχνουν βέβαια από την ανάποδη τι είναι εκείνο που φοβούνται και υπολογίζουν, δίνουν απαντήσεις στο τι κίνημα χρειάζεται σήμερα, φωτίζουν ότι για τον λαό μονόδρομος είναι ο δρόμος της ανατροπής:
Γιατί σήμερα δεν αρκούν οι περιγραφές των προβλημάτων και των αδιεξόδων, δεν αρκούν ούτε απλά οι «μάχες οπισθοφυλακών» για την υπεράσπιση προηγούμενων κατακτήσεων, οι επιμέρους αγώνες για τα δίκαια αιτήματα των εργαζομένων, των νέων, για επιμέρους κατακτήσεις που εξανεμίζονται μέσα στη θάλασσα της αντιλαϊκής πολιτικής, αλλά απαιτείται σύγκρουση με την αιτία των προβλημάτων, το καπιταλιστικό κέρδος και την πολιτική που το υπηρετεί, το αστικό κράτος και τις κυβερνήσεις του, τους «εθνικούς» στόχους των καπιταλιστών που τον τραβάνε στον πόλεμο και τις κρίσεις, γιατί για να κερδίσει ο λαός πρέπει να χάσει το κεφάλαιο.
Γιατί σήμερα είναι ακόμα πιο φανερό ότι δεν αρκούν απλά «ξεσπάσματα» που ενσωματώνονται κι εκτονώνουν τη λαϊκή οργή, αλλά απαιτείται σχέδιο, οργάνωση, πανελλαδικός συντονισμός, αιτήματα που ενοποιούν και ενώνουν απέναντι στα μονοπώλια και την εξουσία τους, αντοχή και διάρκεια απέναντι σε έναν αντίπαλο που επιστρατεύει όλα του τα «όπλα» για να θωρακίσει την εξουσία και τα κέρδη του. Ενα κίνημα που θα διαχωρίζεται «παντού και πάντα» από τους στόχους των καπιταλιστών και των κυβερνήσεών τους, που δεν θα παλεύει για δήθεν «δικαιοσύνη» σε ένα άδικο σύστημα, αλλά για την ανατροπή του.
Σήμερα είναι ακόμα πιο φανερό πως ο λαός δεν έχει να περιμένει τίποτα από το σάπιο καπιταλιστικό σύστημα, πως δεν υπάρχει η «πολυτέλεια» άλλου χαμένου χρόνου με αυταπάτες για δήθεν φιλολαϊκές κυβερνήσεις στο πλαίσιο του καπιταλισμού, αλλά αντίθετα είναι κρίσιμο παντού να δυναμώνει η αμφισβήτηση απέναντι στις κυβερνήσεις και τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, τα κόμματα και τους θεσμούς του κεφαλαίου.
Ολα επιβεβαιώνουν πως τη λύση για τον λαό μπορεί να τη δώσει μόνο ο ίδιος με τον οργανωμένο αγώνα του σε γραμμή σύγκρουσης με το σύστημα της εκμετάλλευσης, τον καπιταλισμό. Μόνο αυτός και μόνο κοιτάζοντας «προς τα μπρος» και έξω από τα όρια αυτού του συστήματος μπορεί να σπάσει τον «φαύλο κύκλο» πολέμων και κρίσεων.
Τέτοιο σχέδιο και πολιτική πρόταση, για τη νέα κοινωνία τον σοσιαλισμό, έχει το ΚΚΕ, και γι' αυτό μπορεί σήμερα να πρωτοστατεί στους αγώνες, παλεύοντας αυτοί να πάρουν ακόμα πιο μαζικά, πιο ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά, γι' αυτό όχι μόνο δεν «κρύβεται» και δεν «κρύβει λόγια», δεν απευθύνει καλέσματα «κατευνασμού και ενσωμάτωσης», αλλά ρίχνει όλες του τις δυνάμεις στην οργάνωση της πάλης με αυτόν τον προσανατολισμό, μπαίνει μπροστά στη σύγκρουση με την κυβέρνηση, το αστικό κράτος, το μεγάλο κεφάλαιο.

Τα αστικά επιτελεία, ανεξαρτήτως χρώματος ή κατεύθυνσης, επιδόθηκαν σε «ταχύρρυθμο μάθημα» προς τον λαό ότι στο διά ταύτα ο λαός, οι εργαζόμενοι, οι νέοι επιτρέπεται «να κάνουν ό,τι θέλουν», αρκεί:
- Να μην αμφισβητούν τους «εθνικούς στόχους» των καπιταλιστών και τα κέρδη τους, τα «δημοσιονομικά περιθώρια» του αστικού κράτους και τα μνημόνια διαρκείας της ΕΕ.
- Να μην αμφισβητούν ότι οι «λύσεις» θα έρθουν «εντός των τειχών» του σάπιου συστήματος, ως κάποιο «εσωτερικό ζήτημα» της αστικής δημοκρατίας, της δικτατορίας δηλαδή του κεφαλαίου που θα «αυτορρυθμιστεί», των ιμπεριαλιστικών ενώσεων όπως η ΕΕ που θα «βρουν τον εαυτό τους», των «κατάλληλων», «σοβαρών» και πάνω απ' όλα σταθερών αστικών κυβερνήσεων.
- Να «παίρνουν την άδεια» για το «γιατί και το πώς» θα διαδηλώσουν και θα κινητοποιηθούν, ποιο περιεχόμενο και ποια μορφή πάλης επιτρέπεται, τα οποία βέβαια σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να ξεφεύγουν ούτε πόντο από τα τείχη του καπιταλιστικού συστήματος.
Αυτά συγκροτούν τον κεντρικό άξονα γύρω από τον οποίο ξεδιπλώθηκε τις προηγούμενες μέρες η επιχείρηση «εμπέδωσης της κοινωνικής ειρήνης» στην Ελλάδα, με αντανακλαστικά, συντονισμό και μοιρασμένους ρόλους:
- Η κυβέρνηση έσπευσε αρχικά να προβάλει τον κίνδυνο από τις κινητοποιήσεις. «Να μη γίνουμε Γαλλία», προωθώντας το αφήγημα της αντιλαϊκής «σταθερότητας» που πρέπει να υπερασπιστεί ο λαός πάση θυσία. Βαφτίζοντας «λαϊκισμό» και «χάος» τον αγώνα του λαού για την ικανοποίηση των δικών του αναγκών, παρουσιάζοντας ως μονόδρομο την αντιλαϊκή πολιτική και ως «διέξοδο» τον μύθο της «καπιταλιστικής ανάπτυξης για όλους», μύθο που καταρρίπτει και όλη η τελευταία 8ετία και στην Ελλάδα. Κυβερνητικά στελέχη επιδόθηκαν σε εμετικό αντικομμουνισμό, προειδοποιώντας για τις «ευθύνες του ΚΚΕ».
Αλλά και διακινώντας το παραμύθι της «θωρακισμένης καπιταλιστικής οικονομίας», την ίδια ώρα που μόλις την περασμένη βδομάδα στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής ο πρωθυπουργός έλεγε πως «καμία χώρα δεν βρίσκεται σε γυάλα», αλλά και της «θετικής εξαίρεσης» της ΕΕ, οι ίδιοι που προ μηνών παρουσίαζαν ως «εθνικό στόχο» τη σύγκλιση με την υπόλοιπη ΕΕ.
Ο κατασταλτικός μηχανισμός κινητοποιήθηκε πλήρως, φτιάχνοντας κλίμα τρομοκρατίας, εισαγγελείς στα σχολεία, εξονυχιστικούς μαζικούς αστυνομικούς ελέγχους κ.λπ. Στη συνέχεια, όταν αποδείχθηκε ότι αυτή η προσπάθεια δεν έπιασε τόπο, η κυβερνητική προπαγάνδα άρχισε να μετατοπίζεται «πονηρά», να λέει ότι μπορεί η κυβέρνηση να κατοχυρώνει και το «δικαίωμα στη διαδήλωση» - «οξυγόνο για τη δημοκρατία» το χαρακτήριζε κύριο άρθρο ναυαρχίδας του αστικού Τύπου - και το «δικαίωμα στην ασφάλεια» Με στόχο να βάλουν την κινητοποίηση στο «τσεπάκι τους» και την ίδια στιγμή να προβοκάρουν με τα περί «συστημικού» και «σοβαρού ΚΚΕ».
- Οι σοσιαλδημοκρατικές «μπαλωματούδες» του καπιταλισμού, το κόμμα Τσίπρα, το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ και λοιποί, έχυσαν μπόλικα κροκοδείλια δάκρυα για τη «δίκαιη» οργή των νέων και των εργαζομένων, για τα «αδιέξοδα» και την «αδικία», ως ντεκόρ για να καλέσουν τον λαό και τη νεολαία να διαδηλώσουν με τις τρύπιες σημαίες του «ανθρώπινου» καπιταλισμού και της «επαναφοράς της ΕΕ στις αρχές της», να παρουσιαστεί η εναλλαγή αστικών κυβερνήσεων ως δήθεν φιλολαϊκή λύση.
«Ολοι θέλουμε κοινωνική ειρήνη, αλλά με αυτές τις πολιτικές είναι δύσκολο να την έχουμε», έλεγε ο Τσίπρας, σε μια νέα εκδοχή των διαβεβαιώσεων στο κεφάλαιο ότι «είμαστε εδώ για να μη γίνει εξέγερση».
Ενδεικτικά και όσα έγραφε ο δήμαρχος Αθήνας και στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, Δούκας, που ανακάλυψε πως «πίσω από τις κινητοποιήσεις διακρίνεται μια κοινή, βαθύτερη αγωνία που γεννούν τα συμπτώματα μιας βαθύτερης κρίσης: Το κοινωνικό συμβόλαιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η μεταπολεμική Ευρώπη έχει διαρραγεί». Στα «δύσκολα» δηλαδή η σοσιαλδημοκρατία παίρνει το όπλο της και καλεί τον λαό να στοιχηθεί πίσω από μια ονειροφαντασία, την επιστροφή σε κάποια δήθεν «καλά χρόνια», κάποιου δήθεν «δίκαιου καπιταλισμού» και μιας «φιλολαϊκής» ΕΕ. Να υπογράψει δηλαδή με το πιστόλι στον κρόταφο, με εκβιασμούς και απάτη, «συμβόλαιο» ταξικής ειρήνης με το σύστημα που τους τραβάει ολοταχώς στον πόλεμο και σε νέες οικονομικές κρίσεις για να θωρακίσει τα κέρδη μιας χούφτας κηφήνων.
Την ίδια αγωνία «από την ανάποδη» έσπευσε να εκφράσει η ηγεσία της ΓΣΕΕ, χτυπώντας «καμπάνα» στους καπιταλιστές ότι χρειάζεται και λίγο από «καρότο» ενσωμάτωσης, μαζί με το μαστίγιο των θυσιών και της καταστολής, γιατί «η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού αποτελεί μεγάλη απειλή για τη χώρα σε μια περίοδο αμφισβήτησης των θεσμών και του δημοκρατικού πολιτεύματος».
- Τα μαντρόσκυλα του συστήματος, οι φασίστες, έσπευσαν για άλλη μια φορά να δικαιώσουν την επιλογή του συστήματος να τους βγάλει από τον πάγο, ως «πολυεργαλείο» απέναντι στους εργαζόμενους, στους νέους και στις διεκδικήσεις τους.
Είτε επιστρατεύοντας τα ...αντισυστημικά «γαβγίσματά» τους απέναντι στους αγώνες, που τα ζήλεψε και η πιο συστημική προπαγάνδα - όπως αυτά του εγκληματία ναζί Κασιδιάρη, που είδε «τρεις κι ο κούκος» και «κομμουνιστικές διαδηλώσεις» στο μαζικό πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο και στις κινητοποιήσεις σε όλη τη χώρα.
Είτε ως «σκιάχτρο» και «μπαμπούλας» απέναντι στους εργαζόμενους και στους νέους, τους οποίους τα αστικά επιτελεία προειδοποιούν ότι ή θα διαλέξουν μία από τις υπόλοιπες επιλογές του συστήματος, ή με τη στάση τους ...φέρνουν την ακροδεξιά και τον φασισμό.



Οντας ο ιταλοελληνικός πόλεμος συστατικό μέρος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, όπως προαναφέρθηκε, ξετυλίχτηκε στο εσωτερικό του και εξέφραζε την αντίθεση ανάμεσα στις δύο ιμπεριαλιστικές πλευρές που προκάλεσαν τη γενικότερη ανάφλεξη, με την Ελλάδα να βρίσκεται στο πλευρό του βρετανικού ιμπεριαλισμού. Επομένως, ο χαρακτήρας του ιταλοελληνικού πολέμου δεν μπορεί ν' αποσπαστεί από το γενικότερο πλαίσιο και ν' αναλυθεί παρά και ενάντια σ' αυτό.
Ο Νίκος Ζαχαριάδης έθετε το σκεπτικό ότι ο πόλεμος που έκανε η κυβέρνηση Μεταξά βοηθούσε (εξ αντικειμένου και όχι ότι ήταν στις προθέσεις της) τη Σοβιετική Ενωση, ενώ την ίδια στιγμή και ο ελληνικός λαός είχε συμφέρον ν' αντιμετωπίσει την ιταλική εισβολή.
Αυτή η διαπίστωση ήταν σωστή. Ο ελληνικός λαός ασφαλώς και έπρεπε ν' αντιμετωπίσει την ιταλική επίθεση, τόσο για το δικό του συμφέρον όσο και για να συμβάλει στην αποδυνάμωση ενός από τους εχθρούς της Σοβιετικής Ενωσης, όπως ήταν και ο ιταλικός ιμπεριαλισμός.
Ωστόσο, εχθρός της ΕΣΣΔ και του ελληνικού λαού ήταν και η κυβέρνηση Μεταξά, που βρισκόταν στο πλευρό της Αγγλίας, τις οποίες η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα επίσης έπρεπε ν' αντιμετωπίσουν.
Η ιστορική έρευνα φανερώνει ξεκάθαρα την καπιταλιστική μήτρα του φασισμού - ναζισμού. Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, οι αστικές τάξεις της Ιταλίας και της Γερμανίας πρόκριναν τη φασιστική πολιτική μορφή της καπιταλιστικής εξουσίας, προκειμένου να πετύχουν δύο αλληλένδετους στόχους: α) την καταστολή του εσωτερικού ταξικού εχθρού που είχε πρωτοστατήσει σε σοσιαλιστικές επαναστάσεις και εξεγέρσεις μετά το τέλος του ιμπεριαλιστικού Α' Παγκοσμίου Πολέμου
και β) την επιδίωξη μιας νέας πολεμικής αναμέτρησης που θα επέβαλε το προς όφελός τους ξαναμοίρασμα των αποικιών, των αγορών και των σφαιρών επιρροής, των δρόμων μεταφοράς εμπορευμάτων και Ενέργειας. Ακριβώς για αυτό ο φασισμός και ο ναζισμός αναδείχτηκαν μέσα από τα αστικά κοινοβούλια, με τη συναίνεση των υπόλοιπων αστικών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων των σοσιαλδημοκρατών και βέβαια με την καθοριστική στήριξη των ιταλικών και γερμανικών μονοπωλίων, καθώς και της Καθολικής Εκκλησίας.