
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΑ 86 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940
Με αφορμή τα 86 χρόνια από την έναρξη του ιταλοελληνικού πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940, ο «Ριζοσπάστης» δημοσιεύει αποσπάσματα από δύο συλλογικά επεξεργασμένα κείμενα:
Το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ περίοδος 1939 - 1949, και τη Διακήρυξη της ΚΕ για τα 85 χρόνια από το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο ιταλοελληνικός πόλεμος, ως αναπόσπαστο μέρος του Β' Παγκοσμίου ιμπεριαλιστικού Πολέμου, προσφέρεται για ευρύτερα συμπεράσματα σε σχέση με τη στρατηγική ετοιμότητα και τα καθήκοντα του Κομμουνιστικού Κόμματος σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού πολέμου. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σήμερα, που έχουμε σε εξέλιξη δύο μεγάλα πολεμικά μέτωπα σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, που οξύνονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και το ελληνικό αστικό κράτος συμμετέχει ενεργά στα διάφορα ιμπεριαλιστικά σχέδια και στους ανταγωνισμούς στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ
.
Ο ιταλοελληνικός πόλεμος και η στάση του ΚΚΕΑπόσπασμα από το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ. Β1 τόμος (1939-1949), από το 2ο κεφάλαιο με τίτλο «Το ΚΚΕ στον ιταλοελληνικό πόλεμο. Η εισβολή του Γερμανικού στρατού στην Ελλάδα» σελ 69-77, εκδόσεις «Συγχρονη Εποχή», 2018
Αρχίζει ο ιταλοελληνικός πόλεμος. Τα τρία γράμματα του Ζαχαριάδη
Ο ιταλοελληνικός πόλεμος δεν αιφνιδίασε κανέναν, ενώ η επικείμενη έναρξή του έγινε βεβαιότητα, όταν, στις 15 Αυγούστου 1940, ιταλικό υποβρύχιο βύθισε στο λιμάνι της Τήνου το πολεμικό πλοίο «Ελλη», ενώ πραγματοποιούνταν και άλλες προκλήσεις από την πλευρά της ιταλικής κυβέρνησης. Εκείνο το διάστημα τέθηκε σε εφαρμογή περιορισμένη επιστράτευση195 ενώ στις 23 Αυγούστου 1940 επιστρατεύτηκαν οι έφεδροι της 8ης και 9ης Μεραρχίας.196 Τη βεβαιότητα για τον επερχόμενο πόλεμο ανάμεσα στο ιταλικό και το ελληνικό κράτος είχαν εκφράσει με σειρά τοποθετήσεις τους τόσο η ΚΔ όσο και το ΚΚΕ.
Ο ιταλοελληνικός πόλεμος αποτέλεσε συστατικό μέρος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Σε αυτόν τον πόλεμο, πέρα από τον ελληνικό και τον ιταλικό στρατό που εμπλέκονταν άμεσα στο πρώτο στάδιο της διεξαγωγής του, άμεσα επίσης συμμετείχαν και οι Γερμανία - Αγγλία, η πρώτη από τις 6 Απρίλη 1941 μαζί με την Ιταλία και η δεύτερη μαζί με την Ελλάδα από τον Μάρτη του 1941.
Τα ξημερώματα της 28ης Οκτώβρη 1940, ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα επέδωσε στον Ι. Μεταξά το τελεσίγραφο του Μουσολίνι, με το οποίο ζητούσε να επιτρέψει στον ιταλικό στρατό να καταλάβει μέσα στο ελληνικό έδαφος διάφορες θέσεις στρατηγικής σημασίας. Ο Μεταξάς απέρριψε το τελεσίγραφο. Στο μεταξύ η επίθεση της Ιταλίας είχε αρχίσει πριν ακόμα λήξει η τρίωρη προθεσμία που όριζε αυτό.

Τις πρωινές ώρες της ίδιας μέρας, ο Ι. Μεταξάς απηύθυνε διάγγελμα όπου ανέφερε και τα εξής:
«Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της (...) Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρέσβυ ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ' εαυτό και τον τρόπο με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος (...)
Ολον το Εθνος ας εγερθεί σύσσωμον. Αγωνισθείτε διά την πατρίδα, τας γυναίκας και τα παιδιά σας και τας ιεράς μας παραδόσεις.
Νυν υπέρ πάντων ο αγών».197
Βέβαια, παρά το «εθνεγερτήριο» κάλεσμα, στα ηγετικά κλιμάκια της αστικής τάξης ήταν κυρίαρχη η άποψη ότι η αντίσταση του ελληνικού στρατού όφειλε να είναι σθεναρή, όχι όμως και η πεποίθηση ότι μπορούσε να είναι και νικηφόρα, εξαιτίας της συντριπτικής υπεροχής του αντιπάλου σε πολεμικά μέσα. Στο τελευταίο συνέβαλε πολύ και η στάση της Αγγλίας, η οποία δεν παραχωρούσε στην κυβέρνηση Μεταξά τον εξοπλισμό που εκείνη ζητούσε, κυρίως σε αεροπορικά μέσα.
Στο πνεύμα του πρωθυπουργικού διαγγέλματος κινούνταν και οι άλλοι αστοί πολιτικοί ηγέτες, όπως ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Σοφοκλής Βενιζέλος από την Αμερική όπου βρισκόταν, ο Γεώργιος Καρτάλης και ο Εμμανουήλ Τσουδερός.
Η απόφαση της αστικής τάξης να υπερασπίσει την ακεραιότητα του ελληνικού χώρου ήταν ομόθυμη. Επιβεβαιώνεται ότι καμία αστική τάξη δεν παραχωρεί κυριαρχικά της δικαιώματα, δηλαδή καμία αστική τάξη δεν δέχεται τον διαμελισμό της εσωτερικής της αγοράς και τον περιορισμό της εξουσίας της.
Ακόμα ότι, σε περίπτωση που εξαναγκαστεί να τα αποδεχτεί (στρατιωτική κατοχή, απώλεια εδαφών μετά από πόλεμο κ.ά.), ποτέ δεν παραιτείται από την προσπάθεια επανάκτησής τους με οποιοδήποτε δυνατό μέσο. Αλλά και όταν η αστική τάξη παραχωρεί κυριαρχικά δικαιώματα με τη θέλησή της (συμμετοχή σε διεθνείς καπιταλιστικούς οργανισμούς), πάλι ο στόχος της είναι να διευρύνει τις διεθνείς συμμαχίες της, προκειμένου να θωρακίσει την εξουσία της, να διευρύνει την οικονομική και πολιτική επιρροή της.

Με ημερομηνία 31 Οκτώβρη 1940, ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης, έγραψε το παρακάτω ανοιχτό γράμμα198 προς τον ελληνικό λαό:
«Προς το λαό της Ελλάδας.
Ο φασισμός του Μουσσολίνι χτύπησε την Ελλάδα πισώπλατα, δολοφονικά και ξετσίπωτα με σκοπό να την υποδουλώσει και εξανδραποδίσει. Σήμερα όλοι οι Ελληνες παλαίβουμε για τη λευτεριά, την τιμή, την εθνική μας ανεξαρτησία. Η πάλη θα είναι πολύ δύσκολη και πολύ σκληρή. Μα ένα έθνος που θέλει να ζήσει πρέπει να παλεύει, αψηφώντας τους κινδύνους και τις θυσίες. Ο λαός της Ελλάδας διεξάγει σήμερα έναν πόλεμο εθνικοαπελευθερωτικό, ενάντια στο φασισμό του Μουσσολίνι. Δίπλα στο κύριο μέτωπο και Ο ΚΑΘΕ ΒΡΑΧΟΣ, Η ΚΑΘΕ ΡΕΜΑΤΙΑ, ΤΟ ΚΑΘΕ ΧΩΡΙΟ, ΚΑΛΥΒΑ ΜΕ ΚΑΛΥΒΑ, Η ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ, ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΣΠΙΤΙ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ.
Κάθε πράκτορας του φασισμού πρέπει να εξοντωθεί αλύπητα. Στον πόλεμο αυτό που τον διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις, δίχως καμιά (η υπογράμμιση είναι του Δοκιμίου) επιφύλαξη. Επαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα πρέπει να είναι, και θα είναι, μια καινούργια Ελλάδα της δουλειάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση και από κάθε εκμετάλλευση (η υπογράμμιση είναι του Δοκιμίου), μ' έναν πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό.
Ολοι στον αγώνα, ο καθένας στη θέση του και η νίκη θα 'ναι νίκη της Ελλάδας και του λαού της. Οι εργαζόμενοι όλου του κόσμου στέκουν στο πλευρό μας.
Αθήνα, 31 του Οκτώβρη 1940.
Νίκος Ζαχαριάδης, Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ».199
Μαζί με το 1ο Γράμμα ο Ν. Ζαχαριάδης έγραψε το ακόλουθο κείμενο προς την κυβέρνηση Μεταξά:
«ΟΙ 4 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ σ. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ. Μαζί με το "Ανοικτό Γράμμα" ο σ. Ζαχαριάδης έστειλε στον Μεταξά σημείωμα που περιλάμβανε προτάσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος σε μια βάση για κοινή λαϊκή - πατριωτική - εθνική πάλη κατά της φασιστικής επιδρομής. Ο Μεταξάς φυσικά δεν απάντησε, γιατί δεν έκανε λαϊκό-εθνικό πόλεμο, μα πλουτοκρατικό - δυναστικό - ξενοκίνητο. Οι τέσσερις προτάσεις-όροι είνε οι εξής: 1. Το ΚΚΕ αναλαμβάνει τη γραμμή του "Ανοικτού Γράμματος" να την κρατήσει ως το τέλος του πολέμου. 2. Η κυβέρνηση δίνει γενική αμνηστία. 3. Ξαναβγαίνει ο Ριζοσπάστης. 4. Οποιο μέλος του ΚΚΕ διαφωνήσει με τη γραμμή του "Ανοικτού Γράμματος" θα διαγραφεί απ' το ΚΚΕ».200
Το παραπάνω κείμενο απευθυνόταν «Προς τον κ. υφυπουργό Δ. Ασφαλείας». Αυτήν τη φράση αφαίρεσε ο Μανιαδάκης από το συγκεκριμένο κείμενο και την επικόλλησε στο ανοικτό γράμμα του Ν. Ζαχαριάδη. Οπως έγραψε ο «Ριζοσπάστης» (28 Οκτώβρη 1945), «ο Μανιαδάκης πήρε την επικεφαλίδα αυτού του δεύτερου γράμματος (...) και την έβαλε σαν επικεφαλίδα στο "Ανοικτό Γράμμα", θέλοντας έτσι να δείξει ότι και αυτό σ' αυτόν το έστειλε ο σ. Ζαχαριάδης». Εδώ ακριβώς βρισκόταν η πλαστογραφία του 1ου ανοικτού γράμματος.
Εκτός από την παραπάνω, προηγήθηκε ακόμα μία πλαστογραφία, συντείνοντας περισσότερο στην ήδη υπάρχουσα σύγχυση που είχε δημιουργηθεί με τη συγκρότηση της χαφιεδικής «ΠΔ». Εναν μήνα πριν το 1ο γράμμα του Ν. Ζαχαριάδη, την 1η Οκτώβρη 1940, κυκλοφόρησε το 9ο φύλλο του πλαστού «Ριζοσπάστη», που δημοσίευε ως πρώτο κύριο θέμα του δήθεν γράμμα201 του Ν. Ζαχαριάδη, το οποίο σημειωτέον έχει καταγγείλει ο Ζαχαριάδης ως πλαστό, σε επιστολή του που δημοσιεύτηκε στον «Ριζοσπάστη» στις 9 Ιούλη 1946.
Το κατασκευασμένο γράμμα οι Μανιαδάκης - «ΠΔ» διοχέτευσαν με τον πλαστό «Ριζοσπάστη» στα νησιά και στις φυλακές, όπου αναπαράχθηκε σε χειρόγραφες εφημεριδούλες πολιτικών εξόριστων. Κι έτσι οι Ακροναυπλιώτες τοποθετήθηκαν αρχικά (29 Οκτώβρη 1940) σύμφωνα με τη θέση του πλαστού γράμματος, με υπόμνημα που έστειλαν προς τον Μεταξά.
Μετά από τη δημοσίευση του 1ου ανοιχτού γράμματος ακολούθησαν υπομνήματα που έστειλαν οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας με βάση αυτό. Το ίδιο και οι ομάδες εξόριστων, που επίσης ζήτησαν από την κυβέρνηση να σταλούν στο μέτωπο για να πολεμήσουν.
Η κυβέρνηση Μεταξά αρνήθηκε, θέτοντας ως προϋπόθεση για να ικανοποιηθεί το αίτημά τους να υπογράψουν δήλωση μετανοίας.
Η στάση της ήταν καθαρά ταξική, με στόχο μακροπρόθεσμο και άμεσο. Η μαζική υπογραφή «δήλωσης μετανοίας» από περίπου 2.000 φυλακισμένους και εξόριστους θα γινόταν παντοτινό στίγμα του Κόμματος. Θα αποτελούσε σύμβολο ιδεολογικής και πολιτικής υποταγής του στα αστικά κελεύσματα της ταξικής συνεργασίας, καθιστώντας μύθο την κατακτημένη με αίμα κοινή παραδοχή ότι το ΚΚΕ δεν σκύβει το κεφάλι σε οποιεσδήποτε συνθήκες.
Με τη «δήλωση μετανοίας» επιδίωκε να καταστήσει τους κρατούμενους κομμουνιστές πολιτικά αφερέγγυους στον λαό και στον στρατό. Γιατί 2.000 στελέχη του ΚΚΕ, σκορπισμένα στο μέτωπο του πολέμου, μόνο ανησυχία θα προκαλούσαν στην κυβέρνηση Μεταξά. Συγκροτούσαν μια εκρηκτική και ανυπότακτη «μάζα» ανθρώπων με κύρος, που είχαν πρωτοστατήσει στους αγώνες της εργατικής τάξης και της αγροτιάς.
Η «Παλιά ΚΕ» χαρακτήρισε το γράμμα του Ν. Ζαχαριάδη πλαστό,
ενώ ο πλαστός «Ριζοσπάστης» δημοσίευσε «Ανακοίνωση πάνω στο γράμμα του σ. Ζαχαριάδη» που έλεγε:
«Κάνουμε γνωστό σ' όλα τα μέλη του ΚΚΕ και τους οπαδούς μας πως το ανοιχτό γράμμα που έστειλε ο σ. Ν. Ζαχαριάδης στην κυβέρνηση και που δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες και δόθηκε από το ραδιοσταθμό Αθηνών και τον εγγλέζικο Τύπο είναι γνήσιο...».202
Η σύγχυση που δημιουργήθηκε στις γραμμές των κομμουνιστών και γενικότερα ήταν τεράστια.203
Το Μακεδονικό Γραφείο, που δεν είχε επαφή ούτε με την «Παλιά ΚΕ», ούτε με την «ΠΔ» (κατά τον Βαγγέλη Βασβανά επηρεαζόταν από τη γραμμή της «Παλιάς ΚΕ»), αποφάσισε να ανατυπώσει το γράμμα «χωρίς τη φράση για "ανεπιφύλακτη υποστήριξη του Μεταξά"...».204
Για το ίδιο θέμα ο Θεόκλητος Κρόκος, μέλος του Μακεδονικού Γραφείου, έγραψε σε μεταγενέστερη έκθεσή του:
«Μας πλακώνει ο πόλεμος. Κάνουμε σύσκεψη στο Γραφείο, τι θα κάνουμε με τον πόλεμο. Βλέπαμε τον πόλεμο και σαν εθνικό και σαν ιμπεριαλιστικό. Δεν είχαμε ακόμα ξεκαθαρίσει τίποτα. Δώσαμε εντολή σε όλα τα μέλη του Κόμματος να πάνε στρατιώτες και τους δόθηκαν συνθήματα και παρασυνθήματα για να τους βρούμε».205
Στις 26 Νοέμβρη 1940 ο Ν. Ζαχαριάδης έγραψε το 2ο ανοιχτό γράμμα, το οποίο έχει ως εξής:
«Προς τον λαό της Ελλάδας.
Ολόκληρος ο λαός της Ελλάδας ξεσηκώθηκε σαν ένας άνθρωπος και χάλασε τα σχέδια του φασισμού. Με το αίμα του ο λαός εξασφάλισε τη λευτεριά και την ανεξαρτησία του. Εξω απ' αυτά η Ελλάδα δεν έχει καμιά θέση στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο ανάμεσα στην Αγγλία και Ιταλία - Γερμανία. Αφού ο λαός μας υπερασπίσει αποτελεσματικά την ανεξαρτησία και την εθνική λευτεριά του, σήμερα ένα μονάχα πράμα θέλει: Ειρήνη και ουδετερότητα με τούτους τους όρους: 1. Να ξανάρθουν τα πράγματα όπως ήταν στις 28 Οχτώβρη 1940 δίχως καμιά εδαφική - οικονομική - πολιτική ζημιά σε βάρος της Ελλάδας. 2. Οι πολεμικές δυνάμεις της Αγγλίας να φύγουν όλες απ' τα χώματα και τα νερά της Ελλάδας. Με βάση τους δύο αυτούς όρους να ζητήσουμε αμέσως απ' την κυβέρνηση της ΕΣΣΔ να μεσολαβήσει για να γίνει ελληνοϊταλική ειρήνη. Αυτό είναι σήμερα το μοναδικό εθνικολαϊκό συμφέρον. Και η πράξη έχει αποδείξει ότι μόνον η ΕΣΣΔ σήμερα έδωσε την ειρήνη και ουδετερότητα της Γιουγκοσλαβίας - Βουλγαρίας - Τουρκίας.
26 του Νοέμβρη 1940
Ν. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ
ΥΓ. Είμαστε υποχρεωμένοι να ζητήσουμε ειρήνη έντιμη και δίχως κυρώσεις και για να ξεκαθαρίσουμε άλλη μια φορά τόσο τον εθνικό - αμυντικό - απελευθερωτικό χαρακτήρα του πολέμου που κάνουμε, όσο και ότι είμαστε ξένοι προς τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο που κάνουν οι πλουτοκρατικές μεγάλες δυνάμεις. Αν σήμερα δεν δουλέψουμε για μια έντιμη ειρήνη, ο πόλεμος θα χάσει για μας τον εθνικό αμυντικό χαραχτήρα του, θα γίνει καταχτητικός και τότε θα έχει αντίθετο τον λαό».206
Οταν γράφτηκε το 2ο γράμμα, ο ελληνικός στρατός είχε διώξει τον ιταλικό από τα σύνορα και είχε περάσει στην επίθεση. Τα γεγονότα εξελίχθηκαν τελείως διαφορετικά απ' ό,τι ίσως περίμεναν οι στρατιωτικοπολιτικές ηγεσίες και των δύο κρατών.
Από τις 14 Νοέμβρη έως τις 28 Δεκέμβρη 1940 ο ελληνικός στρατός κατέλαβε την Κορυτσά, την Πρεμετή, τους Αγίους Σαράντα, το Δέλβινο, το Αργυρόκαστρο, και έφτασε στη γραμμή Πόγραδετς - Κάμια - Σούχα - Γκόρα - Χειμάρα.
Το 2ο γράμμα του Νίκου Ζαχαριάδη δεν είδε το φως της δημοσιότητας. Κρατήθηκε από τη Γενική Ασφάλεια, στην οποία το παρέδωσε η «Προσωρινή Διοίκηση».
Στις 15 Γενάρη 1941, ο Νίκος Ζαχαριάδης έδωσε στον φοιτητή Λιανόπουλο, κρατούμενο που τότε αποφυλακιζόταν, το 3ο ανοιχτό γράμμα του207, για να το παραδώσει στη Φοιτητική Οργάνωση του Κόμματος και της ΟΚΝΕ. Ο Λιανόπουλος δεν υλοποίησε την εντολή του Ζαχαριάδη. Το γράμμα έφτασε πολύ αργότερα στην ΚΕ. Ο «Ριζοσπάστης» που εξέδιδε η «Παλιά ΚΕ», μη γνωρίζοντας το γεγονός, το κατήγγειλε ως πλαστό (17 Ιούνη 1941).
Στο 3ο γράμμα ο Νίκος Ζαχαριάδης κατήγγειλε ανοιχτά την «ΠΔ», που δεν είχε αντιληφθεί τον ρόλο της για ένα διάστημα, αν και διατηρούσε επιφυλάξεις. Επίσης επαναλάμβανε αναλυτικά την ίδια θέση με το 2ο γράμμα για τον χαρακτήρα του πολέμου και καλούσε τον λαό και τον στρατό ν' ανατρέψουν την κυβέρνηση Μεταξά, να συναδελφωθούν στο μέτωπο με τους Ιταλούς στρατιώτες και η νέα κυβέρνηση ν' απευθυνθεί για στήριξη στην ΕΣΣΔ.
Εκτίμηση των 3 γραμμάτων
Ηταν πολύ σημαντικό ότι με το 1ο γράμμα καλούνταν ο στρατός και ο λαός να πολεμήσουν ενάντια στον εισβολέα. Αυτό το γεγονός έχει καταγραφεί ως στάση που δείχνει τον γνήσια πατριωτικό χαρακτήρα του ΚΚΕ.
Ταυτόχρονα, στο 1ο γράμμα του Νίκου Ζαχαριάδη ο πόλεμος χαρακτηριζόταν εθνικοαπελευθερωτικός και όχι ιμπεριαλιστικός και από τις δυο πλευρές.
Αποτελούσε αντίφαση ότι ο σωστός στόχος που ετίθετο στο γράμμα, για «μια καινούργια Ελλάδα της δουλειάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση και από κάθε εκμετάλλευση, μ' έναν πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό», συνυπήρχε με τη θέση «στον πόλεμο αυτό που διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά όλοι μας πρέπει να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις δίχως καμιά επιφύλαξη».
Αυτή η θέση αποτύπωνε τον συσχετισμό δυνάμεων εκείνης της περιόδου, αλλά δεν συνέβαλλε στην αλλαγή του σε μια πορεία.
Ο δίκαιος ή άδικος χαρακτήρας κάθε πολέμου δεν καθορίζεται από το ποιο κράτος επιτίθεται και ποιο αμύνεται. Και οι δύο αστικές τάξεις και οι κυβερνήσεις τους συγκρούονταν, όχι όμως για τα συμφέροντα των εργατικών τάξεων της Ελλάδας και της Ιταλίας. Η πρωτοπορία της εργατικής τάξης και σ' εκείνες τις συνθήκες όφειλε να διαφωτίζει για τις ευθύνες της αστικής τάξης στον πόλεμο, να προετοιμάζει στην κατεύθυνση υπεράσπισης της δικής της πατρίδας και όχι στην κατεύθυνση της λεγόμενης «εθνικής ενότητας». Στον ιταλοελληνικό πόλεμο δεν υπήρξε και ούτε μπορούσε να υπάρξει ποτέ μια τέτοια ενότητα, γιατί αυτή είναι αντικειμενικά ανύπαρκτη σε κάθε ταξική κοινωνία.
Οντας ο ιταλοελληνικός πόλεμος συστατικό μέρος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, όπως προαναφέρθηκε, ξετυλίχτηκε στο εσωτερικό του και εξέφραζε την αντίθεση ανάμεσα στις δύο ιμπεριαλιστικές πλευρές που προκάλεσαν τη γενικότερη ανάφλεξη, με την Ελλάδα να βρίσκεται στο πλευρό του βρετανικού ιμπεριαλισμού. Επομένως, ο χαρακτήρας του ιταλοελληνικού πολέμου δεν μπορεί ν' αποσπαστεί από το γενικότερο πλαίσιο και ν' αναλυθεί παρά και ενάντια σ' αυτό.
Ο Νίκος Ζαχαριάδης έθετε το σκεπτικό ότι ο πόλεμος που έκανε η κυβέρνηση Μεταξά βοηθούσε (εξ αντικειμένου και όχι ότι ήταν στις προθέσεις της) τη Σοβιετική Ενωση, ενώ την ίδια στιγμή και ο ελληνικός λαός είχε συμφέρον ν' αντιμετωπίσει την ιταλική εισβολή.
Αυτή η διαπίστωση ήταν σωστή. Ο ελληνικός λαός ασφαλώς και έπρεπε ν' αντιμετωπίσει την ιταλική επίθεση, τόσο για το δικό του συμφέρον όσο και για να συμβάλει στην αποδυνάμωση ενός από τους εχθρούς της Σοβιετικής Ενωσης, όπως ήταν και ο ιταλικός ιμπεριαλισμός.
Ωστόσο, εχθρός της ΕΣΣΔ και του ελληνικού λαού ήταν και η κυβέρνηση Μεταξά, που βρισκόταν στο πλευρό της Αγγλίας, τις οποίες η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα επίσης έπρεπε ν' αντιμετωπίσουν.
Οντας ο συσχετισμός δυνάμεων στην Ελλάδα σε βάρος του επαναστατικού εργατικού κινήματος, το σύνθημα «να ανατραπεί τώρα η κυβέρνηση Μεταξά» δεν ήταν ρεαλιστικό να τεθεί ως άμεσο πρακτικό καθήκον. Ομως, ήταν ρεαλιστικό και αναγκαίο να τεθεί ως κατεύθυνση και ως σύνθημα ζύμωσης στον λαό και στον στρατό, ως σύνθημα οργάνωσης της πάλης των πρωτοπόρων εργατών και στρατευμένων, που στις συνθήκες του πολέμου κατά του ιταλικού ιμπεριαλισμού μπορούσε να προετοιμάζει τον προσανατολισμό των εργατικών - λαϊκών μαζών για τις συνθήκες αποδυνάμωσης της εγχώριας και ξένης καπιταλιστικής εξουσίας. Ηταν απαραίτητο, με την αυτοτελή στάση του, να διαχωριστεί το ΚΚΕ από το σύνολο των αστικών δυνάμεων όσον αφορά τον χαρακτήρα του πολέμου. Αυτό δεν θα ερχόταν σε αντίφαση με το κάλεσμα να πολεμήσει ο λαός εναντίον του επιτιθέμενου.
Το θεμελιακό και σωστό στο 3ο γράμμα, όπως και στο 2ο, ήταν ότι όριζαν σαφώς πως ο ιταλοελληνικός πόλεμος ήταν ιμπεριαλιστικός και από τις δύο πλευρές, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι όριζαν τον πόλεμο ως ιμπεριαλιστικό λόγω της κατάκτησης αλβανικών εδαφών που επιχειρούσε η κυβέρνηση Μεταξά. Σε αυτήν τη βάση, τα παραπάνω δύο γράμματα του Ν. Ζαχαριάδη αναδείκνυαν ότι:
1. Το συμφέρον του ελληνικού λαού για τη μελλοντική του υπόσταση συνέπιπτε με την πάλη για την ανατροπή της κυβέρνησης Μεταξά και για την προσέγγιση με τη Σοβιετική Ενωση, τη μόνη δύναμη που μπορούσε να εγγυηθεί την ειρήνη για τον ελληνικό λαό. Βεβαίως, για να προσέγγιζε η Ελλάδα τη Σοβιετική Ενωση - και μάλιστα στις συνθήκες του 1941 - προϋπόθεση ήταν η ουσιαστική αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στην Ελλάδα, στην κατεύθυνση ανατροπής της αστικής εξουσίας, αφού όλες οι αστικές δυνάμεις στην Ελλάδα ήταν ταγμένες στο πλευρό της Μ. Βρετανίας. Τέτοιος συσχετισμός δυνάμεων δεν υπήρχε, ούτε έδινε κατεύθυνση το 3ο γράμμα για τη διαμόρφωσή του σε μια πορεία. Εθετε ως στόχο το «αντιφασιστικό, αντιπλουτοκρατικό λαϊκό καθεστώς» και «τη λαϊκή αντιφασιστική κυβέρνηση», στην οποία προφανώς χωρούσαν και αστικές πολιτικές δυνάμεις.
2. Αναδεικνυόταν και στο 2ο και στο 3ο γράμμα η διεθνιστική διάσταση της πάλης και αδελφοσύνης με τον λαό της Αλβανίας και τους λαούς των άλλων βαλκανικών χωρών, η πάλη για έντιμη και άμεση ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις. Αυτή η θέση δεν μπορούσε παρά να έχει θετική απήχηση και σε Ιταλούς στρατευμένους.
Είναι σαφής η ομοιότητα της θέσης της «Παλιάς ΚΕ» με το 2ο και 3ο γράμμα, ιδιαίτερα με το 3ο.
Μέσα στις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί τότε στην Ελλάδα, ήταν παραπάνω από φανερή η αδυναμία του υποκειμενικού παράγοντα, και του Κόμματος, ν' ασκήσει καθοριστική επίδραση στις εξελίξεις.
Η θέση του Ν. Ζαχαριάδη, κυρίως όπως ήταν διατυπωμένη στο 3ο γράμμα, είχε μείνει στο σκοτάδι, όπως είχε μείνει και η θέση του 2ου γράμματος. Ταυτόχρονα η «Παλιά ΚΕ», χτυπημένη απ' όλες τις πλευρές και με ελάχιστες δυνάμεις, ήταν αδύνατο πια να πράξει κάτι περισσότερο απ' όσα έκανε.
Παραπομπές:195. Αλέξανδρος Παπάγος, «Ο ελληνικός στρατός και η προς πόλεμον προπαρασκευή του: Από Αυγούστου 1923 μέχρι Οκτωβρίου 1940», εκδ. «Πυρσός», Αθήνα, 1945, σελ. 275 - 289.
196. «Ιωάννης Μεταξάς, Το προσωπικό του ημερολόγιο», τόμ. Δ', εκδ. «Ικαρος», Αθήνα, 1960, σελ. 500.
197. Αλέξανδρος Εδιπίδης (επιμ.), «Μεγάλη Εικονογραφημένη Ιστορία του ελληνοϊταλικού και ελληνογερμανικού πολέμου 1940 - 1941», εκδ. «Βιβλιοαθηναϊκή», Αθήνα, χ.χ., σελ. 42.
198. Το 1ο γράμμα του Νίκου Ζαχαριάδη δέχτηκε κριτική από την ΚΔ, με το Πρωτόκολλο που συντάχτηκε ύστερα από συνεδρίαση του Προεδρείου της ΚΔ (19 Δεκέμβρη 1940). Για το περιεχόμενο του Πρωτοκόλλου, που έχει χρονολογία 10 Γενάρη 1941, καθώς και για τις αντιφάσεις που περιέχονται στην κριτική της ΚΔ, βλ. στο «Τμήμα Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ, Το ΚΚΕ στον ιταλοελληνικό πόλεμο 1940-41», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2015, σελ. 143 - 147.
199. Το 1ο γράμμα είναι εδώ παρμένο από την έκδοση «Το ΚΚΕ από το 1931 ως το 1952 (Βασικά Ντοκουμέντα)», έκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, 1952, σελ. 92. Εχουν προστεθεί από το Δοκίμιο οι λέξεις «καμιά» και «και από κάθε εκμετάλλευση», γι' αυτό είναι υπογραμμισμένες στο κείμενο. Αυτές οι λέξεις, ενώ υπάρχουν στο χειρόγραφο του Ζαχαριάδη (βλ., π.χ., «Καθημερινή», 2/11/1940), λείπουν από την παραπάνω κομματική πηγή, καθώς και από τα κομματικά έντυπα που έχουν δημοσιεύσει το 1ο γράμμα. Λείπουν και από τον «Ριζοσπάστη» της 28ης Οκτώβρη 1945, στον οποίο το 1ο γράμμα δημοσιεύτηκε πρωτοσέλιδο σε πλαίσιο.
200. «Ριζοσπάστης», 28/10/1945.
201. Περιέχει το «Ανοιχτό γράμμα του Αρχηγού του ΚΚΕ σ. Ν. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ στον Πρόεδρο της κυβέρνησης Μεταξά...» (βλ. πλήρη καταγραφή στην αρχική πηγή).
202. «Ριζοσπάστης» (ΠΔ), 8/11/1940 (Αρχείο της ΚΕ του ΚΚΕ, Εγγραφο 341005).
203. Η «Παλιά ΚΕ» έπεσε έξω που χαρακτήρισε πλαστό το 1ο γράμμα, όμως το κείμενο περιείχε στοιχεία που μπορούσαν να οδηγήσουν κάθε καλόπιστο σε μια τέτοια εκτίμηση ή υποψία. «Δεν το πιστέψαμε από το περιεχόμενό του (εμείς παίρναμε άλλη πολιτική γραμμή)», έγραψε η Σταματία Βιτσαρά (Αρχείο της ΚΕ του ΚΚΕ, Εγγραφο 457789, Εκθεση της Στ. Βιτσαρά - Κτιστάκη προς τον Ν. Ζαχαριάδη, 6/7/1946). Ομως υπήρχαν και άλλα στοιχεία. Το πρώτο ήταν το πού απευθυνόταν το γράμμα. Η «Παλιά ΚΕ» δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ο Ζαχαριάδης θα έστελνε ποτέ γράμμα που δεν θα απευθυνόταν «προς τον λαό της Ελλάδας», αλλά θα απευθυνόταν «προς τον υφυπουργό Δημόσιας Ασφάλειας». Αλλά δεν γνώριζαν την πλαστογραφία του Μανιαδάκη. Ενα δεύτερο στοιχείο ήταν ότι το γράμμα καλούσε να μην έχει κανένας εργαζόμενος καμιά επιφύλαξη συμμετοχής στον πόλεμο που διηύθυνε η κυβέρνηση Μεταξά, γεγονός που η «Παλιά ΚΕ» θεωρούσε επίσης αδιανόητο. Και, ακόμα, ότι δίπλα στην υπογραφή δεν αναγραφόταν η ιδιότητα του Ζαχαριάδη ως Γενικού Γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΕ, αλλά είχε τεθεί η ιδιότητα «Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ». Από την άλλη, εδραίωσε ακόμα περισσότερο την πεποίθησή τους αυτή το γεγονός ότι η «ΠΔ» χαρακτήριζε το γράμμα γνήσιο. Ως πλαστό θεώρησαν το 1ο γράμμα και μια σειρά εξόριστοι (Αη Στράτης κ.ά.).
204. Θανάσης Χατζής, «Οι ρίζες της Εθνικής Αντίστασης», εκδ. «Φιλίστωρ», Αθήνα, 1996, σελ. 241.
205. Αρχείο της ΚΕ του ΚΚΕ, Εγγραφο 526841, Βιογραφική Εκθεση του Θεόκλητου Κρόκου, μέλους του Μακεδονικού Γραφείου τη δεκαετία του 1940.
206. Δημοσιεύεται όπως παρατίθεται στο «Το ΚΚΕ από το 1931 ως το 1952 (Βασικά Ντοκουμέντα)», έκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, 1952, σελ. 95.
207. Ολόκληρο το 3ο γράμμα δημοσιεύεται στο «Τμήμα Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ, Το ΚΚΕ στον ιταλοελληνικό πόλεμο 1940-41», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2015, σελ. 195 - 201.
Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος και ο χαρακτήρας τουΑπόσπασμα από τη Διακήρυξη της ΚΕ για τα 80 χρόνια από τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου (Μάης 2025)

Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν, όπως και νωρίτερα ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, αλλά και δεκάδες άλλοι τοπικοί και περιφερειακοί πόλεμοι που σημάδεψαν τον 20ό αιώνα και συνεχίζονται έως τις μέρες μας, ιμπεριαλιστικός. Ηταν αποτέλεσμα των ανταγωνισμών των καπιταλιστικών κρατών για το μοίρασμα αγορών, αποικιών και σφαιρών επιρροής, των δρόμων μεταφοράς εμπορευμάτων και Ενέργειας. Στον βωμό των καπιταλιστικών συμφερόντων συντελέστηκε το τερατώδες ιμπεριαλιστικό έγκλημα εναντίον της ανθρωπότητας, που χαρακτηρίστηκε από χιλιάδες μαζικές δολοφονίες πρωτοφανούς αγριότητας και άλλες αποτρόπαιες ενέργειες.
Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος είχε διάρκεια 2.194 μέρες και απλώθηκε σε έκταση 22 εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων. Πάνω από 110 εκατομμύρια άνθρωποι επάνδρωσαν τους τακτικούς στρατούς. Οι νεκροί στον πόλεμο, στρατιωτικοί και μη, έφτασαν τα 62 εκατομμύρια. Στη χώρα μας, οι νεκροί έφτασαν συνολικά τις 405.000 (θάνατοι από την πείνα, εκτελεσμένοι, νεκροί των μαχών, χιλιάδες που εξοντώθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης - κυρίως Εβραίοι της Θεσσαλονίκης - κ.ά.). Η Βιάννου, η Κάνδανος, τα Καλάβρυτα, το Δίστομο, ο Χορτιάτης, η Μεγαλόπολη, η Νίκαια και η Καισαριανή, όπως και τόσοι άλλοι τόποι ολοκαυτώματος και μαζικών εκτελέσεων, στέκουν αδιάψευστοι μάρτυρες της ιμπεριαλιστικής φασιστικής - ναζιστικής θηριωδίας.

Η ιστορική έρευνα φανερώνει ξεκάθαρα την καπιταλιστική μήτρα του φασισμού - ναζισμού. Στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, οι αστικές τάξεις της Ιταλίας και της Γερμανίας πρόκριναν τη φασιστική πολιτική μορφή της καπιταλιστικής εξουσίας, προκειμένου να πετύχουν δύο αλληλένδετους στόχους: α) την καταστολή του εσωτερικού ταξικού εχθρού που είχε πρωτοστατήσει σε σοσιαλιστικές επαναστάσεις και εξεγέρσεις μετά το τέλος του ιμπεριαλιστικού Α' Παγκοσμίου Πολέμου
και β) την επιδίωξη μιας νέας πολεμικής αναμέτρησης που θα επέβαλε το προς όφελός τους ξαναμοίρασμα των αποικιών, των αγορών και των σφαιρών επιρροής, των δρόμων μεταφοράς εμπορευμάτων και Ενέργειας. Ακριβώς για αυτό ο φασισμός και ο ναζισμός αναδείχτηκαν μέσα από τα αστικά κοινοβούλια, με τη συναίνεση των υπόλοιπων αστικών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων των σοσιαλδημοκρατών και βέβαια με την καθοριστική στήριξη των ιταλικών και γερμανικών μονοπωλίων, καθώς και της Καθολικής Εκκλησίας.
Ο φασισμός γεννιέται στα σπλάχνα του καπιταλιστικού συστήματος, όχι ως αποτέλεσμα μιας μορφής διαχείρισης (π.χ. της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, όπως ισχυρίζονται σήμερα οι οπορτουνιστικές και σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις στην Ευρώπη και γενικότερα), αλλά υπηρετώντας τις προτεραιότητες της καπιταλιστικής εξουσίας. Αποτελεί μορφή άσκησης της εξουσίας των μονοπωλίων. Υπερασπίζεται την καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Ιδιαίτερα σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης, φτώχειας, ανεργίας και φθοράς των αστικών κοινοβουλευτικών κομμάτων, η αστική τάξη χρησιμοποιεί πολλαπλά τα φασιστικά κόμματα, ως προκεχωρημένα φυλάκια εξυπηρέτησης των συμφερόντων της. Αξιοποιεί τη φασιστική δράση που, με τον ακραίο εθνικισμό και τη δήθεν «αλληλεγγύη», ρίχνει δίχτυα ενσωμάτωσης λαϊκών δυνάμεων, ανέργων, κατεστραμμένων μικροαστικών στρωμάτων.

Η μαζική βάση που απέκτησαν τα κόμματα του Χίτλερ και του Μουσολίνι, επιβεβαιώνει ότι η οικονομική και γενικότερη καπιταλιστική κρίση δεν οδηγούν από μόνες τους σε ριζοσπαστικοποίηση των εργατικών - λαϊκών μαζών. Αντίθετα, αν δεν συνοδευτούν από την άνοδο της ταξικής πάλης και από το μπόλιασμά της με την επαναστατική στρατηγική και δράση του Κομμουνιστικού Κόμματος, μπορούν να αξιοποιηθούν από την αστική τάξη, ώστε να οδηγήσουν σε ακόμα μεγαλύτερη υποχώρηση και στρέβλωση της ταξικής και πολιτικής συνείδησης και στην εμφάνιση μαζικών αντιδραστικών κινημάτων.
Τα ίδια τα αστικά Συντάγματα δίνουν τη δυνατότητα να «παραμεριστεί» προσωρινά η αστική δημοκρατία, ο αστικός κοινοβουλευτισμός και η νομιμότητα, που τα ίδια καθιερώνουν, όταν αυτό απαιτεί το συμφέρον της καπιταλιστικής εξουσίας. Την καπιταλιστική εξουσία υπηρετούν τα στρατιωτικά και πολιτικά πραξικοπήματα, η αναστολή των δικών της νόμων, προκειμένου να ενταθεί η κρατική και οποιασδήποτε άλλης μορφής βία και καταστολή, η περιστολή των όποιων πολιτικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργατικών - λαϊκών δυνάμεων. Και σήμερα, τα καπιταλιστικά κράτη και γενικότερα οι αστικές δυνάμεις που ομνύουν στη δημοκρατία και στον αντιφασισμό, την ίδια στιγμή ανέχονται και πολύ περισσότερο στηρίζουν τη δράση φασιστικών και άλλων παρακρατικών οργανώσεων. Τις διατηρούν ως εφεδρείες για το χτύπημα του εργατικού - λαϊκού κινήματος σε ενδεχόμενο ανάτασής του. Γι' αυτό και οι «ανησυχίες» τους για την άνοδο του φασισμού και της ακροδεξιάς στην Ευρώπη είναι κάλπικες.
Τον ταξικό χαρακτήρα της φασιστικής εξουσίας απέδειξε ιστορικά και η στάση των λεγόμενων δημοκρατικών καπιταλιστικών κρατών, που είχαν επωφεληθεί από τα αποτελέσματα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου (Μ. Βρετανία, Γαλλία και ΗΠΑ). Αυτά θεώρησαν άξια επαίνου τη φασιστική καταστολή του εργατικού - λαϊκού κινήματος, ενώ προσπάθησαν να στρέψουν τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις του φασιστικού Αξονα στην Ανατολή, επιδιώκοντας μια πολεμική του σύγκρουση με τη Σοβιετική Ενωση. Ηλπιζαν ότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στην ανατροπή της εργατικής εξουσίας και την αμοιβαία εξασθένιση των αντιμαχόμενων μερών, που θα τους επέτρεπε τη διάσωση της ηγετικής τους θέσης στο μεταπολεμικό ιμπεριαλιστικό σύστημα.
Υπάρχουν ακράδαντες αποδείξεις που μαρτυρούν ότι η μεγάλη οικονομική και στρατιωτική δύναμη της Γερμανίας αποκτήθηκε χάρη και στην άμεση στήριξη που της έδωσαν οι ΗΠΑ, η Γαλλία και η Μ. Βρετανία και στην ανοχή τους στον επανεξοπλισμό της Γερμανίας και στις πρώτες πολεμικές επιθέσεις της. Μόνο όταν οι βλέψεις του φασιστικού Αξονα αμφισβήτησαν τη δική τους εδαφική επικράτεια και τα ευρύτερα γεωστρατηγικά τους συμφέροντα, τα λεγόμενα δημοκρατικά καπιταλιστικά κράτη ήρθαν σε σύγκρουση μαζί του και πρόκριναν τη συμμαχία με τη Σοβιετική Ενωση, που για χρόνια απέρριπταν, παρά τις προσπάθειες της τελευταίας. Ομως, μετά τον πόλεμο, Γερμανοί εγκληματίες πολέμου στελέχωσαν τις μυστικές υπηρεσίες τους και το ΝΑΤΟ, στο πλαίσιο της παγκόσμιας αντιπαράθεσης καπιταλισμού - σοσιαλισμού.
Στις 28 Οκτώβρη 1940, η φασιστική Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο και εισέβαλε στην Ελλάδα από το έδαφος της Αλβανίας.
Η δικτατορία των Μεταξά - Γλίξμπουργκ αντέδρασε, εκφράζοντας το κυρίαρχο τμήμα της αστικής τάξης που θεωρούσε ότι τα συμφέροντά του εκπληρώνονται από τη συνέχιση της συμμαχίας με τη Μ. Βρετανία και έχοντας εξασφαλίσει πρωτύτερα τη συναίνεση των αστικών κομμάτων που έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης και ανοχής στην κυβέρνηση Μεταξά. Ο ελληνικός στρατός, στηριγμένος και στον μαζικό ηρωισμό των εργατικών - λαϊκών δυνάμεων, κατόρθωσε να αποκρούσει τον εισβολέα.
Με το πρώτο ανοιχτό γράμμα του, που δημοσιεύτηκε στις 2 Νοέμβρη 1940, ο Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης, από τη φυλακή της Ασφάλειας Αθηνών όπου κρατούνταν, κάλεσε τον ελληνικό λαό να δώσει όλες του τις δυνάμεις σε αυτόν τον αγώνα. Διακήρυξε ότι «έπαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για τον σημερινό του αγώνα, πρέπει να είναι και θα είναι μια καινούργια Ελλάδα της δουλειάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση και από κάθε εκμετάλλευση, μ' ένα πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό». Ακολούθησαν ακόμα δύο γράμματα του Ν. Ζαχαριάδη, με τα οποία σωστά χαρακτήριζε τον πόλεμο ιμπεριαλιστικό και καλούσε λαό και στρατό να ανατρέψουν την κυβέρνηση και να πάρουν στα χέρια τους την υπεράσπιση των συνόρων, ζητώντας και τη στήριξη της Σοβιετικής Ενωσης. Αυτά τα γράμματα δεν είδαν τότε το φως της δημοσιότητας, γιατί έφτασαν από χαφιέδες, που ο Ζαχαριάδης δεν γνώριζε, στα χέρια της Ασφάλειας. Την ίδια κατεύθυνση με τον Ν. Ζαχαριάδη είχε δώσει εξαρχής και η «Παλιά Κεντρική Επιτροπή» του ΚΚΕ.
Επίσης, οι φυλακισμένοι κομμουνιστές από την πρώτη στιγμή ζήτησαν να αποφυλακιστούν για να πολεμήσουν, αλλά η μεταξική δικτατορία αρνήθηκε και στη συνέχεια οι αξιωματούχοι του καπιταλιστικού κράτους τούς παρέδωσαν στις αρχές Κατοχής.
Στις 27 Απρίλη 1941, γερμανικά στρατεύματα μπήκαν στην Αθήνα και η χώρα βρέθηκε υπό την τριπλή κατοχή της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας. Ενα μέρος του αστικού πολιτικού κόσμου (Λ. Τσιριγώτης, Α. Λιβιεράτος, Σ. Γκοτζαμάνης, Εμμ. Λουλακάκης και αργότερα Ι. Ράλλης, Αν. Ταβουλάρης, Γ. Παμπούκας κ.ά.) και σημαντικό κομμάτι των ανώτατων αξιωματικών του στρατού (Γ. Τσολάκογλου, Α. Ρουσσόπουλος, Γ. Μπάκος, Ν. Ρίζος - Ραγκαβής, Π. Δεμέστιχας, Ν. Μάρκος, Σ. Μουτούσης, Χ. Κατσιμήτρος, Δ. Πολύζος) επέλεξε την ανοιχτή συνεργασία με τους κατακτητές. Ενα άλλο διέφυγε (Εμμ. Τσουδερός, Σοφοκλής Βενιζέλος, Κ. Βαρβαρέσος, Π. Αργυρόπουλος, Α. Μιχαλόπουλος και αργότερα οι Π. Κανελλόπουλος, Γ. Παπανδρέου κ.ά.) μαζί με τον βασιλιά στο εξωτερικό (Κάιρο και Λονδίνο), παίρνοντας μαζί του τις τεράστιες ποσότητες των κρατικών αποθεμάτων σε χρυσό. Ενα τρίτο, που έμεινε στην Ελλάδα, απείχε από τον αγώνα, προσβλέποντας καιροσκοπικά σε μελλοντικές εξελίξεις, ενώ ένα άλλο συμμαχικό της Βρετανίας, που ανέλαβε να διεξαγάγει αντικατοχικό αγώνα, συνεργάστηκε στην πλειοψηφία του και με τους κατακτητές σε μια πορεία, για να χτυπηθεί το ΚΚΕ.
Σε μια εποχή που το σύνολο των αστικών δυνάμεων στην καλύτερη περίπτωση απείχε από την αντιστασιακή δράση και στη χειρότερη συνεργαζόταν με τις αρχές Κατοχής, σε συνθήκες λιμού και μαζικών διώξεων και εκτελέσεων, αναδείχθηκε η σημασία της οργανωτικής και ιδεολογικής - πολιτικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, του Κομμουνιστικού Κόμματος. Το ΚΚΕ έδωσε όλες του τις δυνάμεις για να οργανωθεί η αντίσταση στην Τριπλή Φασιστική Κατοχή. Μια χούφτα κομμουνιστές που ήταν ελεύθεροι, και άλλοι που δραπέτευσαν από φυλακές και εξορίες, ξεκίνησαν τον αγώνα για να ανασυγκροτηθούν οι Κομματικές Οργανώσεις και να αναπτυχθεί η αντίσταση μέσα στις δύσκολες συνθήκες της Τριπλής Φασιστικής Κατοχής, αλλά και της ηττοπάθειας και της αναμονής που καλλιεργούσαν στον λαό οι αστικές δυνάμεις.
Οταν τον Ιούλη του 1941, στην κατειλημμένη Αθήνα, μια δράκα αποφασισμένων κομμουνιστών αποφάσιζε την αντίσταση με όλα τα μέσα στην Τριπλή Φασιστική Κατοχή, τον καιρό που οι ναζιστικές μεραρχίες παρέμεναν αήττητες και προήλαυναν στα σοβιετικά εδάφη, έθετε σκοπούς και στόχους σε αντίθεση και πάλη με τον διαμορφωμένο συσχετισμό δυνάμεων. Ομως οι αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ αποτέλεσαν τη βάση της ΕΑΜικής εποποιίας, ακριβώς γιατί ήταν οι μόνες που ανταποκρίνονταν στα συμφέροντα και τις ανάγκες της εργατικής - λαϊκής πλειοψηφίας.
Το ΚΚΕ προσέφερε τα καλύτερα παιδιά του στην οργάνωση της αντιστασιακής πάλης. Με πρωτοβουλία του, αμέσως μετά την έναρξη της Κατοχής, δημιουργήθηκαν το Εργατικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΕΑΜ - 16 Ιούλη 1941) και το ΕΑΜ (27 Σεπτέμβρη 1941). Στο ΕΑΜ και στις οργανώσεις του (Εθνική Αλληλεγγύη, ΕΛΑΣ, ΕΛΑΝ, ΕΠΟΝ, ΕΤΑ, ΟΠΛΑ) συσπειρώθηκε η μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Χιλιάδες κομμουνιστές και άλλοι ΕΑΜίτες έδωσαν τη ζωή τους. Η Καισαριανή, το Κούρνοβο, η Ακροναυπλία, η Κοκκινιά, το Χαϊδάρι, ο Αϊ-Στράτης, το Μονοδέντρι, το στρατόπεδο «Παύλος Μελάς» είναι μερικοί μόνο από τους τόπους της θυσίας.
Σύντομα η δράση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ διαμόρφωσε ένα πανελλαδικό δίκτυο αντίστασης, που πύκνωνε όλο και περισσότερο. Στη διάρκεια του 1943, ενισχυμένος και από τις νίκες του Κόκκινου Στρατού, ο ΕΛΑΣ απελευθέρωσε μεγάλο μέρος της χώρας, όπου υπό την προστασία του συγκροτήθηκαν λαογέννητοι θεσμοί Τοπικής Διοίκησης, Εκπαίδευσης και Δικαιοσύνης, ενώ οι οργανώσεις του ΕΑΜ τροφοδοτούσαν και τη λαϊκή πολιτιστική ανάταση. Το ίδιο συνέβαινε και στα κατεχόμενα εδάφη, όπου η πολύμορφη δράση του ΕΑΜ ακύρωσε κεντρικές επιλογές των αρχών Κατοχής και των ντόπιων συνεργατών τους, όπως η επιστράτευση των Ελλήνων εργατών (Μάρτης 1943) ή η προσπάθεια επέκτασης στη Μακεδονία της βουλγαρικής ζώνης Κατοχής (Ιούλης 1943).
Αυτός ο μαζικός εργατικός - λαϊκός αγώνας δεν κατόρθωσε να φτάσει στην τελική νίκη. Το ΚΚΕ, παρά την τεράστια προσφορά του, δεν ήταν επαρκώς στρατηγικά - πολιτικά προετοιμασμένο να θέσει το ζήτημα της κατάκτησης της εργατικής εξουσίας ως αποτέλεσμα και έπαθλο της αντιστασιακής πάλης. Δεν συνέδεσε, απέσπασε την πάλη ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και στον φασισμό - ναζισμό από την ανάγκη ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας που αποτελεί τη μήτρα τους.