Συνολικές προβολές σελίδας

Translate

30 Οκτωβρίου, 2017

Το «ΟΧΙ» σαν μύθος, σαν συμβολισμός και σαν ουσία (μέσα από κείμενα του Ι.Μεταξά)

Mεταξάς:«…Θα σας αποκαλύψω τώρα, ότι τότε διέταξα να βολιδοσκοπηθή καταλλήλως το Βερολίνον. 

Μου διεμηνύθη εκ μέρους τον Χίτλερ (οι επαφές έγιναν την άνοιξη του 1940 σ.σ.), η σύστασις να αποφύγω οιονδήποτε μέτρον δυνάμενον να θεωρηθή από την Ιταλίαν πρόκλησις. 

Έκαμα το πάν δια να μη μπορούν οι Ιταλοί να εμφανισθούν ως δυνάμενοι να έχουν όχι αφορμάς ευλόγους, αλλ' ούτε ευλογοφανές παράπονον εκ μέρους μας, αν και από την πρώτην στιγμήν αντελήφθην τι πράγματι εσήμαινεν η όλως αόριστος σύστασις του Βερολίνου….
... Εις σχετικάς βολιδοσκοπήσεις προς την κατεύθυνσιν τον Άξονος μου εδόθη να εννοήσω σαφώς ότι μόνη λύσις θα μπορούσε να είναι μία εκουσία προσχώρησις της Ελλάδος εις την "Νέαν Τάξιν" . Προσχώρησις που θα εγένετο όλως ευχαρίστως δεκτή από τον Χίτλερ "ως εραστήν του Ελληνικού πνεύματος",,

– 28 Οκτωβρίου 1940 – Το «ΟΧΙ» σαν μύθος, σαν συμβολισμός και σαν ουσία (μέσα από κείμενα του Ι.Μεταξά)

Κάθε χρόνο τις μέρες αυτές, κάθε επετειακό κείμενο ή ομιλία που σέβεται τον εαυτό της, πρέπει να περιλαβάνει το χρονικό των ημερών… Ας αρχίσουμε λοιπόν τηρώντας την παράδοση, σε μια ασυνήθιστη και ίσως «αιρετική» προσέγγιση, αφήνοντας να μιλήσουν τα ίδια τα γεγονότα και οι πρωταγωνιστές τους:

Ένα «Όχι» που ποτέ δεν ειπώθηκε!
Στις 3.00 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο Ιταλός πρεσβευτής Γκράτσι ξυπνάει τον Έλληνα δικτάτορα Μεταξά και του επιδίδει κατ’ εντολή της ιταλικής κυβέρνησης ένα επίσημο διπλωματικό έγγραφο. 
Στο έγγραφο αυτό που έχει τη συνηθισμένη μορφή τελεσιγράφου, αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα παρακάτω:
«…Όθεν, η Ιταλική Κυβέρνησις κατέληξεν εις την απόφασιν να ζητήση από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν -ως εγγύησιν δια την ουδετερότητα της Ελλάδος και ως εγγύησιν δια την ασφάλειαν της Ιταλίας- το δικαίωμα να καταλάβη δια των ενόπλων αυτής δυνάμεων… ωρισμένα στρατηγικά σημεία του ελληνικού εδάφους. 
Η Ιταλική Κυβέρνησις ζητεί από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν όπως μη εναντιωθή εις την κατάληψιν ταύτην και όπως μη παρεμποδίση την ελευθέραν διέλευσιν των στρατευμάτων των προοριζομένων να την πραγματοποιήσωσι. …η Ιταλική Κυβέρνησις δεν προτίθεται ποσώς, δια της προσωρινής κατοχής στρατηγικών τινών σημείων …να θίξη οπωσδήποτε την κυριαρχίαν και την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος.
Η Ιταλική Κυβέρνησις ζητεί από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν όπως δώση αυθωρεί εις τας στρατιωτικάς αρχάς τας αναγκαίας διαταγάς ίνα η κατοχή αυτή δυνηθή να πραγματοποιηθή κατά ειρηνικόν τρόπον. Εάν τα ιταλικά στρατεύματα ήθελον συναντήση αντίστασιν, η αντίστασις αυτή θα καμφθή δια των όπλων και η Ελληνική Κυβέρνησις θα έφερε τας ευθύνας, αι οποίαι ήθελον προκύψη εκ τούτου.
Αθήναι τη 28η Οκτωβρίου 1940[1]

Με άλλα λόγια η Ιταλία απαιτεί το «δικαίωμα» της ανεμπόδιστης …ειρηνικής(sic!) διέλευσης των ενόπλων δυνάμεών της από την ελληνική επικράτεια με σκοπό την κατάληψη (και κατοχή!) «ωρισμένων στρατηγικών σημείων του ελληνικού εδάφους!»,
 τα οποία βέβαια δεν ορίζονται εξ αρχής, ούτε ως προς τη θέση, αλλά ούτε και ως προς την έκταση!...
Για την ελληνική κυβέρνηση απομένουν σαν χρονικό περιθώριο αντίδρασης οι τρείς ώρες, οι όποίες τελικά περιορίζονται σε δυόμιση!... Που σημαίνει ότι, αν δεν είχαν ήδη εκδοθεί σχετικές διαταγές, τίποτε δεν μπορούσε να αλλάξει από τις ισχύουσες. 
Το αποκορύφωμα της προκλητικότητας και της ιταμότητας του περιεχομένου του εγγράφου, έρχεται μέσα από την …διαβεβαίωση των Ιταλών συντακτών του ότι, οι παραπάνω αναφερόμενες απαιτήσεις, δεν πρόκειται «να θίξουν οπωσδήποτε την κυριαρχίαν και την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος!»…
Πέρα λοιπόν από το τυπολατρικό τελετουργικό ενός συνηθισμένου διπλωματικού εγγράφου τέτοιας σοβαρότητας, αυτό στην ουσία δεν ήταν τίποτε άλλο από την ανακοίνωση μιας προαναγγελθείσας κήρυξης πολέμου μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας.
 Με τη διακοίνωση που έδοσε ο πρέσβης στον Μεταξά, απλά ανακοινωνόταν ότι σε μερικές ώρες θα άρχιζαν οι εχθροπραξίες που όλοι περίμεναν εδώ και καιρό, όπως θα δούμε παρακάτω.

Σε ανάλογο ύφος υπήρξε και η απάντηση του δικτάτορα στον πρέσβη:
«Alors, c' est la guerre (ώστε έχουμε πόλεμο)».
Δεν είναι γνωστό τι ακριβώς λέχθηκε μεταξύ των δύο ανδρών.
 Σε κάθε περίπτωση, δεν αλλάζει το πνεύμα της αρχικής διαπίστωσης, ότι δηλαδή έχουμε να κάνουμε με αδιαμφισβήτητη κήρυξη πολέμου, χωρίς ίχνος διαπραγματευτικής διάθεσης..

Στις 5.30 το πρωί, μια πανέτοιμη, υπερεξοπλισμένη δύναμη 135.000 ανδρών με την υποστήριξη αρμάτων μάχης, βαρέων πυροβόλων και αεροπορίας περνάει τα ελληνοαλβανικά σύνορα, υπερφαλαγγίζει τα ελληνικά φυλάκια και προελαύνει σε ελληνικό έδαφρος.
Στην Ελλάδα, ηχούν οι σειρήνες, και κηρύσσεται γενική επιστράτευση. Και ενώ ο λαός σπεύδει ενθουσιώδης στα γραφεία επιστράτευσης, η πολιτειακή, πολιτική και στρατιωτική ηγεσία εκδίδει απανωτά διαγγέλματα.

Ενδιαφέρον και το διάγγελμα του Μεταξά[2] όπου μεταξύ των γνωστών «εθνεγερτικών» λέει:
«Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν δια την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της. 
Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία, μη αναγνωρίζουσα εις ημάς το δικαίωμα να ζώμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3ην πρωινήν την παράδοσιν τμημάτων του εθνικού εδάφους, κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν, και μου ανεκοίνωσεν ότι, προς κατάληψιν αυτών, η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6ην πρωινήν. 
Απήντησα εις τον ιταλόν Πρέσβυν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ' εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας, την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος ας εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε δια την Πατρίδα. τας γυναίκας, τα παιδιά σας και τας ιεράς μας παραδόσεις.
Νυν υπέρ πάντων ο αγών.
Ι. ΜΕΤΑΞΑΣ (Οι επισημάνσεις δικές μας σ.σ.)

Στο ίδιο πνεύμα ήταν και το διάγγελμα του Γλύξμπουργκ, του Αρχιεπισκόπου Χρύσανθου, η ημερήσια διαταγή του επικεφαλής του στρατού στρατηγού Παπάγου. 
Ακολούθησαν οι εφημερίδες με έκτακτες εκδόσεις. 
Όλες στο πνεύμα του πρώτου πολεμικού ανακοινωθέντος:
«Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουσιν από της 05:30 ώρας της σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της Ελληνοαλβανικής Μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του Πατρίου εδάφους.»
Πόλεμος!… είμαστε σε πόλεμο!… Η Ιταλία μας επιτέθηκε!… Η Ελλάδα αμύνεται!…

Στις 30 Οκτωβρίου κυκλοφορεί η τεταρτοαυγουστιανή εφημερίδα «Ελληνικό Μέλλον», όπου για πρώτη φορά αναφέρεται η λέξη ΟΧΙ, σαν τίτλος πρωτοσέλιδου άρθρου.
Την ίδια μέρα, ο Μεταξάς συναντιέται με δική του πρωτοβουλία με τους ιδιοκτήτες και τους αρχισυντάκτες των αθηναϊκών εφημερίδων[3]
Εκεί ο ίδιος, αρχίζοντας την ομιλία του, αναφέρει:
«…Mη νομίσητε ότι η απόφασις του ΟΧΙ πάρθηκε έτσι, σε μια στιγμή. Μην φαντασθήτε ότι εμπήκαμε στον πόλεμο αιφνιδιαστικά…»
Εδώ, η λέξη ΟΧΙ, χρησιμοποιείται για πρώτη φορά από επίσημα χείλη. Η τυπική άρνηση ενός τελεσιγράφου, που επιδόθηκε στα πλαίσια του τυπολατρικού διπλωματικού τελετουργικού, αποκτά νέα σημασία και γεννά νέα ερωτηματικά: 
Είναι το ΟΧΙ, η «άρνηση» δηλαδή του δικτάτορα στο τελεσίγραφο, η αιτία που «εμπήκαμε στον πόλεμο»;
 Θα μπορούσε να είχε πει ναι αντί για όχι; 
Πώς θα είχε υλοποιηθεί αυτή η «συναίνεση», μέσα σε δυόμιση ώρες; Με ποιες συνέπειες; 
Και το πιο σημαντικό: Αν δεν επιδιδόταν το τελεσίγραφο, όπως στην περίπτωση της εισβολής της Γερμανίας, λίγους μηνες αργότερα, πώς θα λεγόταν αυτό το «όχι»;
Θα επιστρέψουμε όμως να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, αφού πρώτα διευκρινήσουμε κάποια σημαντικά σημεία.
Το χρονικό ενός προαποφασισμένου πολέμου.
Η Φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι βρσκόταν από καιρό σε μια πορεία ολοκλήρωσης των μεγαλεπίβολων σχεδίων για την επανίδρυση της αρχαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και τη μετατροπή της Μεσογείου σε σύγχρονη Μάρε Νόστρουμ. 
Η Αβυσσηνία έχει ήδη κατακτηθεί και ο Ιταλός βασιλιάς αποκαλείται πλέον και Αυτοκράτορας της Αφρικής! 
Στις αρχές του 1939 τα ιταλικά στρατεύματα εισβάλουν και καταλαμβάνουν τα εδάφη της Αλβανίας, που ήταν ήδη σύμμαχός της, μετατρέποντας όλα τα λιμάνια και το νησί Σάσσων σε στρατιωτικές βάσεις, για τον έλεγχο της Αδριατικής.

Για την ιστορία: Η κατάληψη της Αλβανίας είχε γίνει με σχεδόν πανομοιότυπο τρόπο, όπως είχε σχεδιαστεί και για την Ελλάδα: Μια διακοίνωση κήρυξης πολέμου για τη διέλευση των στρατευμάτων και την κατοχή στρατηγικών σημείων. Εκατό χιλιάδες στρατός με πολλές ναυτικές μονάδες. Μερικές αψιμαχίες με περιορισμένο αριθμό αντιστασιακών Αλβανών. Κατάληψη όλης της τότε Αλβανικής επικράτειας, ενσωμάτωση του Αλβανικού κρατικού μηχανισμού και του στρατού στον ιταλικό. Στέψη του Βίκτωρα Εμμανουήλ και σαν βασιλιά της Αλβανίας.
Με προγεφύρωμα τώρα την Αλβανία, τα σχέδια για τον ιταλικό έλεγχο των Βαλκανίων, μέχρι και τα ρουμανικά πετρέλαια, βρίσκονται σε πλήρη ανάπτυξη. Όταν στις αρχές του 1940 όμως ο σύμμαχος Χίτλερ προλαβαίνει να φτάσει πρώτος στα πετρέλαια της Ρουμανίας, ο Μουσολίνι εξοργίζεται κι αποφασίζει να επισπεύσει τις ενέργειές του. Η κατάληψη της Ελλάδας μπαίνει σαν άμεσο ζητούμενο.
Οι προκλητικές σε βάρος της Ελλάδας δηλώσεις ιταλών αξιωματούχων είναι συνεχείς. ο τορπιλισμός της «Έλλης» στις 15 Αυγούστου στην Τήνο, οι συνεχείς παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου, οι αλλεπάλληλοι βομβαρδισμοί ελληνικών πολεμικών πλοίων, οι προβοκάτσιες με τη δράση αλβανικών συμμοριών στα σύνορα, η ενθάρρυνση επεισοδίων με τους Τσάμηδες στην ελληνική Ήπειρο… Όλα δείχνουν ότι η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας,είναι κοντά.
Την ίδια εποχή στην Ελλάδα
Τη ίδια περίοδο στην Ελλάδα τα πράγματα είναι δύσκολα. Για δυο σχεδόν δεκαετίες, η ελληνική αστική τάξη και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι έχοντας βγει από μια προηγούμενη δεκαετία συνεχών πολεμικών αναμετρήσεων, αγωνίζονται απεγνωσμένα να αφομοιώσουν οικονομικά και κοινωνικά μια στρατηγική ήττα, του 1920-1922 και μια στρατιά εξαθλιωμένων προσφύγων από τη Μικρά Ασία. 
Επί πλέον, το χρεοστάσιο του 1932 επηρεάζει τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις, όπως πάντα σε αντιλαϊκές κατευθύνσεις. 

Ο αστικός πολιτικός κόσμος παραδέρνει μέσα σε ένα χάος αδιεξόδων και εσωτερικών αντιθέσεων. 
Βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί, μοναρχικοί και αντιμοναρχικοί, στρατιωτικοί και πολιτικοί, αγγλόφιλοι και γερμανόφιλοι, φασίστες και δημοκρατικοί, συγκρούονται και συνάμα συμπορεύονται μέσα σε ένα πεδίο κινούμενης άμμου. 
Οι πραξικοπηματικές παρεμβάσεις και τα στρατιωτικά κινήματα διαδέχονται το ένα το άλλο. Η διαφθορά βασιλεύει. 
Η κυρίαρχη αντίληψη της «ψωροκώσταινας» οδηγεί στην σχεδόν ολοκληρωτική ανυπαρξία ενός στοιχειώδους σχεδιασμού σε ό, τι αφορά στην διαχείριση των αδιεξόδων και αναζητά όπως πάντα στηρίγματα στο εξωτερικό, στην πρόσδεση της χώρας στα συμφέροντα των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.
Και μέσα σε όλα αυτά, ένα νεαρό, ρωμαλέο εργατικό επαναστατικό και συνδικαλιστικό κίνημα διεκδικεί από το 1918 τη θέση που του αρμόζει στην κοινωνία, απειλώντας τους δυνάστες και εκμεταλλευτές του, έτοιμο να γράψει τη δική του ιστορία.

Η δικτατορία του Μεταξά
Η μεταξική δικτατορία ήρθε σαν φυσική συνέπεια των παραπάνω. Σύσσωμος ο αστικός πολιτικός κόσμος μαζί και οι στρατιωτικοί, υπό την κάλυψη και παρότρυνση των βιομηχάνων, των μεγαλεμπόρων και των τραπεζιτών, παραμέρισε τις υποτιθέμενες «αγεφύρωτες διαφορές» των διαφόρων μερίδων του και μπροστά στην ολοφάνερη αδυναμία τους να αντιμετωπίσουν τον ταξικό εχθρό, όλοι μαζί συνέργησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην επιβολή ενός στυγνού αποκρουστικού καθεστώτος εξοντωτικών διώξεων για κάθε δημοκράτη και για κάθε επαναστάτη αγωνιστή του εργατικού κομουνιστικού κινήματος. 
Οι αγωνιστές πρέπει να εξαφανιστούν… οι εργάτες πρέπει να σκύψουν το κεφάλι… η κερδοφορία των κεφαλαιοκρατών πρέπει να διασφαλιστεί… Οι εντολές των ιμπεριαλιστών «προστατών» μας πρέπει να εκτελεστούν απαρέγκλιτα…
Το φασιστικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου χτύπησε αλύπητα τους πολιτικούς του αντιπάλους και ειδικά τους κομουνιστές, μέχρι και την ηθική ή και φυσική τους εξόντωση, συνέτριψε τις κοινωνικές οργανώσεις, κρατικοποίησε τα συνδικάτα, ίδρυσε την ΕΟΝ, επιχείρησε να περάσει ενιαία ιδεολογικά και ενιαία πολιτικά - πολιτιστικά πρότυπα. 
Παρ’ όλα αυτά, μετά από τέσσερα χρόνια στυγνής δικτατορίας, έχει κι αυτή εξαντλήσει τα όριά της σαν τελευταία λύση διακυβέρνησης της άρχουσας τάξης. 
Μπορεί το οργανωμένο λαϊκό κίνημα να έχει προσωρινά εξουδετερωθεί, αλλά και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, στέκει απομονωμένο από το λαό που περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία να εκφράσει την οργή και τη δυσαρέσκειά του. 
Ο ίδιος ο Μεταξάς επιβιώνει μόνο χάρη στο γεγονός ότι το σύνολο του αστικού πολιτικού κόσμου δεν έχει μπορέσει να ξεπεράσει τις εσωτερικές αντιθέσεις του, αυτές που έφεραν το φασισμό στο προσκήνιο. 
Η αντίδραση του λαού, βρισκει διέξοδο αρχικά μέσα από το Λαϊκό ‘Επος του Σαράντα, για να μεγαλουργήσει τα επόιμενα χρόνια μέσα από το Λαϊκό Έπος της Εθνικής Αντίστασης.

Φασισμός και 4η Αυγούστου
Ο Μεταξάς ήταν πέρα από κάθε αμφιβολία φασίστας. Θαυμαστής του πρωσικού μιλιταρισμού από την εποχή των στρατιωτικών σπουδών του στο Βερολίνο, έκλινε περισσότερο προς τον γερμανικό ναζισμό. 
Ο ίδιος χαρακτηρίζει τα καθεστώτα της Γερμανίας, της Ιταλίας, αλλά και της Ελλάδας σαν συγγενή, «αντικοινοβουλευτικά, αντικομουνιστικά, ολοκληρωτικά». 
Εκφράζει μάλιστα το παράπονό του, στις αρχές Γενάρη του 41[4], λίγες μέρες πριν πεθάνει, γιατί με την ιταλική επίθεση και με την μη υποστήριξη της συγγενούς ιδεολογικά Ελλάδας από τον Χίτλερ, «επρόδωσαν τις ιδεολογικές σημαίες τους για την εξυπηρέτηση άλλων συμφερόντων, ιμπεριαλιστικών». 
Πού να μπορούσε κιόλας να δει την Γερμανία να επιτίθεται στην Ελλάδα, μόλις τρεις μήνες μετά!...
Στο ίδιο απόσπασμα όμως του ημερολογίου του, αποκαλύπτεται και ένα ακόμα από τα χαρακτηριστικά του τυπικού φασίστα: 
Ένας φασίστας έχει ελάχιστη σχέση με τη συνέπεια και την πίστη σε ιδεολογίες και αρχές. 
Βασικός του οδηγός στην καθημερινή του πρακτική είναι μόνο το συμφέρον.
 Έτσι, και ο φασίστας Μεταξάς, εκεί που κατηγορεί τους ομοϊδεάτες του γιατί δεν υποστήριξαν το αδελφό ιδεολογικά καθεστώς της Ελλάδας, παραδέχεται ότι και η Ελλάδα, παρά τη συγγένειά της με τις χώρες του Άξονα, δεν προσχωρεί σε αυτόν, αλλά αντίθετα, διατηρεί στενούς δεσμούς με την Αγγλία και επιμένει να τηρεί αυστηρά ουδέτερη στάση στον πόλεμο.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο Μεταξάς αναγκάστηκε να επιλέξει την πρόσδεση με την Αγγλία[5], λόγω του αγγλόφιλου βασιλιά Γεώργιου Γλύξμπουργκ. 
Τους βολεύει μια παρόμοια εκδοχή. Τους βολεύει μια εικόνα, σύμφωνα με την οποία ο φασίστας γερμανόφιλος Μεταξάς και η παρέα του βρίσκονται σε αγαστή συμβίωση με την παρέα του αγγλόφιλου «δημοκράτη» Γλύξμπουργκ και των «καλών» Άγγλων ιμπεριαλιστών. 
Νομίζουν ότι έτσι «αθωώνουν» τους Άγγλους, το βασιλιά και τη μερίδα του αστικού πολιτικού κόσμου που διέφυγε στο Κάιρο. 
Ας μην ξεχνάμε όμως ότι η μεταξική δικτατορία επιβλήθηκε με πλήρη σύμπνοια και σε αγαστή συνεργασία με τον βασιλιά και εξυπηρετούσε κοινούς στόχους. 
Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι στην τελευταία Βουλή του 36, όλα τα αστικά πολιτικά κόμματα αποδέχτηκαν το διορισμό του Μεταξά από τον βασιλιά σαν πρωθυπουργού, αν και ήξεραν πού οδηγούνταν τα πράγματα. 
Μόνο το ΚΚΕ αντιστάθηκε, αφού πρώτα εγκαταλείφθηκε μόνο του από τους «δημοκράτες» της εποχής. 
Αλλά και στους Άγγλους δεν είχε έρθει άσχημα η επιβολή της δικτατορίας. 
Ο υφυπουργός της Αγγλίας, Ρ. Βάνσιταρτ, έγραφε σε υπόμνημά του το Μάη του 1937 για τις ελληνοβρετανικές σχέσεις:
«Βρήκαμε ότι το καθεστώς Μεταξά είναι πολύ πιο συνεννοήσιμο από πολλά από τα προϋπάρχοντα καθεστώτα»[6]

Και φυσικά, ας μην ξεχνάμε ότι και ο ίδιος ο «Μεταξάς» ήταν αστός συντηρητικός πολιτικός, που έφερε μάλιστα και τον τίτλο του …κόμη! Άλλωστε, όπως πολύ γρήγορα φάνηκε, με την πολιτική κρίση που ξέσπασε κατά την γερμανική επίθεση την άνοιξη του 1941, ότι ολοκληρωτικοί, αντικοινοβουλευτικοί γερμανόφιλοι φασίστες υπήρχαν παντού, από την κυβέρνηση και τη βασιλική αυλή, μέχρι και τις παρέες των απότακτων «δημοκρατικών» αξιωματικών του στρατού. 
Και όλοι τους αυτοί ήταν πάντα έτοιμοι να έρθουν σε επαφή με τους Άγγλους και να αλλάξουν στρατόπεδο, ή τουλάχιστον να κάνουν προσωρινές συμφωνίες πίσω από τις πλάτες του λαού. 
Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου λοιπόν ήταν φασιστικό, αλλά και αστικό, στην υπηρεσία του μεγάλου κεφαλαίου
Η Ελλάδα δεμένη στο άρμα της Αγγλίας
Η αλήθεια είναι ότι η καπιταλιστική Ελλάδα ήταν από την αρχή δεμένη στο άρμα των Άγγλων και των συμμάχων και αυτό δεν επρόκειτο να αλλάξει. 
Από το Δημόσιο χρέος, μόλις το 3,5% προέρχονταν από κεφάλαια των χωρών του Άξονα. 
Το ελληνικό νόμισμα, μετά την κρίση του 1929-1932 και οδυνηρό «χρεοστάσιο». 
Οι εμπορικές συναλλαγές γίνονταν κατά συντριπτικό ποσοστό με χώρες όπως η Αγγλία, οι ΗΠΑ, οι Κάτω Χώρες κλπ. 
Το ίδιο πάνω κάτω ισχύει και για τις 567 νέες ελληνικές επιχειρήσεις που ιδρύθηκαν στα πρώτα δύο χρόνια της δικτατορίας, ενώ μόλις προς το τέλος είχε αρχίσει να αυξάνεται ο όγκος των εμπορικών συναλλαγών με τις χώρες του Άξονα και ειδικά με τη χιτλερική Γερμανία.
Όλα αυτά ήταν από πολύ νωρίς σε πλήρη γνώση της γέρικης αλεπούς, του Μεταξά. 
Σαν παλιός και άριστος γνώστης της στρατιωτικής τέχνης, γνώριζε ότι η στρατηγική θέση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο παρουσίαζε κυρίαρχο ενδιαφέρο για την Αγγλία, η οποία δεν θα άφηνε εύκολα χώρο σε οποιονδήποτε εχθρικά διακείμενο, να αμφισβητήσει την κυριαρχία της στην περιοχή, κοντά στις αποικίες της της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής. 
Ήξερε πολύ καλά να προχωρά σε αναλύσεις της πραγματικής κατάστασης και των συσχετισμών και γι’ αυτό διακατεχόταν από έναν στυγνό πραγματισμό. 
Από τη άλλη, έχοντας καταφέρει να επιβιώνει πολιτικά για δύο σχεδόν δεκαετίες και κάτω από οριακές καταστάσεις, είχε μάθει να ελίσσεται ώστε να μεγιστοποιεί το αποτέλεσμα κάθε ενέργειάς του.
 Δεν επρόκειτο λοιπόν να προσχωρήσει χωρίς λόγο στις δυνάμεις του Άξονα, όσο και αν αυτό ήταν πιο κοντά στις βαθύτερες επιθυμίες του.

Η ουδετερότητα της Ελλάδας
Έτσι, ο Ι. Μεταξάς,παρά την ομολογημένη προσέγγισή του προς τον γερμανικό ναζισμό και τις δυνάμεις του Άξονα, έχει αποφασίσει από νωρίς ότι η Ελλάδα, σαν παραθαλάσσιο κράτος, ώφειλε να συνδέσει τις τύχες της με την μόνη μέχρι τότε παγκόσμια ναυτική δύναμη, την Αγγλία. Το 1938 και το 1939 είχε προτείνει στην Αγγλία την υπογραφή αμυντικής συμφωνίας. 
Οι τελευταίοι όμως αντιμετώπιζαν δυσκολίες στα διάφορα μέτωπα και δεν θα μπορούσαν να διαθέσουν τις απαραίτητες δυνάμεις για την εξασφάλιση της ακεραιότητας και της άμυνας του νέου συμμάχου τους. Άλλωστε είχαν αρκετή εμπιστοσύνη στους εδώ τοποτηρητές των συμφερόντων τους, τον βασιλιά, τα αστικά πολιτικά κόμματα και, τώρα πια τον δικτάτορα πρωθυπουργό με τις ακραίες θέσεις.

Από την άνοιξη του 1939 και την κατάληψη της Αλβανίας, η Ιταλία αυξάνει τις προκλήσεις και δείχνει ότι είναι αποφασισμένη να επιτεθεί. Η Ελλάδα γίνεται ιδιαίτερα προσεκτική.
 Εκπονεί για πρώτη φορά σχέδια οργάνωσης της άμυνας και στο Αλβανικό Μέτωπο. Η κυβέρνηση κάνει ό,τι περνά από το χέρι της ώστε να μην φανεί ότι προκαλεί, ότι επιδιώκει μια πολεμική σύρραξη, ή ακόμη και ότι προετοιμάζεται γι’ αυτήν. 
Καθυστερεί ακόμα και η διαδικασία επιστράτευσης που ζητούσε επιτακτικά το Επιτελείο. 
Μετά τον τορπιλισμό της «Έλλης» και ενώ η εντεταλμένη επιτροπή έρευνας είχε στα χέρια της από πολύ νωρίς τις αποδείξεις για την ιταλική συνενοχή, η κυβέρνηση δίνει τα στοιχεία στη δημοσιότητα μόνο τις τελευταίες ημέρες πριν την επίθεση. 
Οι προβοκάτσιες με τις συμμορίες ποινικών Αλβανών στα ελληνοαλβανικά σύνορα είναι πια σχεδόν καθημερινό φαινόμενο και τροφοδοτούν την ανθελληνική προπαγάνδα τω Ιταλών, μέσω του ιταλικού Πρακτορείου Ειδήσεων Στέφανι… 
Η απειλή κατά της Ελλάδας γίνεται πιο χειροπιαστή, όλοι πια συμφωνούν σε αυτό και προσπαθούν να προβλέψουν τον χρόνο εκδήλωσης της επίθεσης.
 Για τον Μεταξά, η επιμονή στην ουδετερότητα γίνεται μόνη διέξοδος, ειδικά από την εποχή που η Αγγλία δηλώνει ότι δεν μπορεί να του προσφέρει ουσιαστική βοήθεια.

Η απόπειρα προσέγγισης του Άξονα
Ανεξάρτητα από τα δικά του «πιστεύω» ο Μεταξάς δεν είχε ταλαντεύσεις στο δόγμα της εποχής, ότι λόγω ιστορικών και μακροχρόνια διαμορφωμένων πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών δεσμών η Ελλάδα ποτέ δεν θα μπορούσε να βρεθεί σε αντίπαλο στρατόπεδο με τη Μεγάλη Βρετανία. 
Εντούτοις, μπροστά στο ενδεχόμενο πολεμικής εμπλοκής τής Ελλάδας με την Ιταλία, επιχείρησε να διερευνήσει τη δυνατότητα απεμπλοκής από την Αγγλία και συμβιβασμού με τις απαιτήσεις του φασιστικού μπλοκ της Ευρώπης. 
Οι επαφές γίνονταν μυστικά από διπλωματικές αντιπροσωπείες, σε διάφορες πόλεις της Ευρώπης.
Ο ίδιος περιέγραψε τις προσπάθειές του στη συνάντηση που είχε, στις 30 Οκτωβρίου του 1940, με τους ιδιοκτήτες και τους αρχισυντάκτες του αθηναϊκού Τύπου, σημειώνοντας πως για να αποφύγει η Ελλάδα τον πόλεμο θα έπρεπε να προσχωρήσει στον συνασπισμό των φασιστικών χωρών της Ευρώπης, καταβάλλοντας όμως βαρύτατες θυσίες:
 «Μου εδόθη να καταλάβω», έλεγε ο Μεταξάς για τις βολιδοσκοπήσεις που είχε κάνει προς τη μεριά του φασιστικού Αξονα, 
«ότι η προς τους Ελληνας στοργή του Χίτλερ ήτο οι εγγυήσεις ότι αι θυσίαι αυταί θα περιορίζοντο "εις το ελάχιστον δυνατόν".


Παραθετουμε αποσπάσματα από την σημαντική αυτή ομιλία του. όπου είναι αποκαλύπτικότατος, τόσο για τις γενικότερες συνθήκες,όσο και για τον τρόπο πουο ίδιος τις αντιμετωπίζει[7].
«…Θα σας αποκαλύψω τώρα, ότι τότε διέταξα να βολιδοσκοπηθή καταλλήλως το Βερολίνον. 
Μου διεμηνύθη εκ μέρους τον Χίτλερ (οι επαφές έγιναν την άνοιξη του 1940 σ.σ.), η σύστασις να αποφύγω οιονδήποτε μέτρον δυνάμενον να θεωρηθή από την Ιταλίαν πρόκλησις. 
Έκαμα το πάν δια να μη μπορούν οι Ιταλοί να εμφανισθούν ως δυνάμενοι να έχουν όχι αφορμάς ευλόγους, αλλ' ούτε ευλογοφανές παράπονον εκ μέρους μας, αν και από την πρώτην στιγμήν αντελήφθην τι πράγματι εσήμαινεν η όλως αόριστος σύστασις του Βερολίνου….
... Εις σχετικάς βολιδοσκοπήσεις προς την κατεύθυνσιν τον Άξονος μου εδόθη να εννοήσω σαφώς ότι μόνη λύσις θα μπορούσε να είναι μία εκουσία προσχώρησις της Ελλάδος εις την "Νέαν Τάξιν" . Προσχώρησις που θα εγένετο όλως ευχαρίστως δεκτή από τον Χίτλερ "ως εραστήν του Ελληνικού πνεύματος".
Συγχρόνως όμως μου εδόθη να εννοήσω ότι η ένταξις εις την Νέαν Τάξιν προϋποθέτει προκαταρκτικήν άρσιν όλων των παλαιών διαφορών με τους γείτονάς μας, και ναι μεν αυτό θα συνεπήγετο φυσικά θυσίας τινάς δια την Ελλάδα, αλλά αι θυσίαι θα έπρεπε να θεωρηθούν απολύτως "ασήμαντοι" εμπρός εις τα "οικονομικά και άλλα πλεονεκτήματα" τα οποία θα είχεν δια την Ελλάδα ή Νέα Τάξις εις την Ευρώπην και εις την Βαλκανικήν…
... Όταν επέμεινα να κατατοπισθώ, πόσον επί τέλους θα μπορούσε να είναι αυτό το ελάχιστον τελικώς, μάς εδόθη να καταλάβωμεν ότι τούτο συνίστατο εις μερικάς ικανοποιήσεις προς την Ιταλίαν δυτικώς μέχρι Πρεβέζης, ίσως και προς την Βουλγαρίαν ανατολικώς μέχρι Δεδεαγάτς . 
Δηλαδή θα έπρεπε δια να αποφύγωμεν τov πόλεμον, να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν... με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού προς ακρωτηριασμόν από την Βουλγαρίαν.
 Φυσικά δεν ήτo δύσκολον να προβλέψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Άγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. Και με το δίκαιόν των…»

Στη συνέχεια, πρώτα δικαιολογεί την Αγγλία, εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους «νομιμοποιείται» και εκείνη να καταλάβει ένα ακόμα κομμάτι της ελληνικής επικράτειας αι να προστατέψει τα ζωτικά συμφέροντά της[8]
Επικαλείται μάλιστα και ασφαλείς πληροφορίες από κύκλους της Αλεξάνδρειας, ότι ένα τέτοιο σενάριο είναι περισσότερο από πιθανό.
 Και στο τέλος περιγράφει και την κατάσταση που θα επικρατούσε στην Ελλάδα σε περίπτωση που θα ίσχυαν όσα περιγράφει λίγο πριν:
«…Αλλά τότε ο Ελληνικός λαός δικαίως θα ετάσσετο εναντίον της κυβερνήσεως η οποία δια vα τον προφυλάξη από τον πόλεμον θα τον κατεδίκαζε εις εθελουσίαν υποδούλωσιν μετ' εθνικού ακρωτηριασμού. Αυτή η δήθεν προφύλαξις θα ήτο δια την τύχην της εις το μέλλον Ελληνικής φυλής, πλέον ολεθρία και από τας χειροτέρας έστω συνεπείας οποιουδήποτε πολέμου. 

Το δίκαιον λοιπόν, δεν θα ήτο με το μέρος της Κυβερνήσεως των Αθηνών, εάν η τελευταία ενήργει κατά τας υποδείξεις του Βερολίνου που ανέφερα. Το δίκαιον θα ήτο με το μέρος του Ελληνικού Λαού, ο οποίος θα κατεδίκαζεν αυτήν, και των Άγγλων οι οποίοι υπερασπίζοντες την ύπαρξίν των επίσης δικαίως θα ελάμβανον τα μέτρα που εφέροντο έχοντες μελετήσει, εισακούοντες άλλωστε τας δικαίας αιτιάσεις των Ελλήνων, οίαι θα προέκυπτον εν καιρώ εάν εδίδετο ή εύλογος αυτή αφορμή.
Θα εδημιουργούντο έτσι όχι δύο, όπως το 1916, άλλά τρείς αυτήν την φοράν Ελλάδες.

Η πρώτη θα ήτο η επίσημος των Αθηνών η οποία είχεν φθάσει εις την πόρωσιν και το κατάντημα δια να αποφύγη τον πόλεμον να δεχθή να γίνη εθελοντής δούλος, πληρώνουσα μάλιστα την τιμήν αυτήν και με την συγκατάθεσίν της να αυτοακρωτηριασθή τραγικώτατα, παραδίδουσα εις την δουλείαν πληθυσμούς αμιγώς Ελληνικούς και μάλιστα δύναμαι να είπω τους Ελληνικωτέρους των Ελληνικών τοιούτους. 
Δευτέρα θα ήτο η πραγματική Ελλάς. Δηλαδή η παμψηφία της κοινής γνώμης του Έθνους, το οποίον ποτέ δεν θα απεδέχετο την εκουσίαν του υποδούλωσιν πληρωνομένην μάλιστα με εθνικόν ακρωτηριασμόν αφόρητον και ισοδυναμούσαν με οριστικήν ατίμωσιν και μελλοντικήν βεβαίαν εκμηδένισιν του Ελληνισμού ως εννοίας και οντότητος, εκμηδένισιν πρώτον ηθικήν και δεύτερον εν συνεχεία της ηθικής και υλικήν.

Tο Έθνος ουδέποτε θα συνεχώρει εις τόν Βασιλέα και την Εθνικήν Κυβέρνησιν της 4ης Αυγούστου, τοιαύτην πολιτικήν. 
Τρίτη τέλος θα προέκυπτε μία ακόμη Ελλάς, η Ελλάς την οποίαν δεν θα παρέλειπον να δημιουργήσουν, φυσικά με την επίκλησιν του δημοκρατισμού, οι δημοκρατικοί Έλληνες υπό την κάλυψιν του βρετανικού Στόλου εις τα νήσους, Κρήτην και εις τας άλλας. 
Η τρίτη αυτή Ελλάς, η "Δημοκρατική" θα είχε με το μέρος της όχι μόνον την πρόθυμον υποστήριξιν της Αγγλίας εις την οποίαν θα έδιδε το δικαίωμα να καλύψη τας νήσους μας, καλυπτομένη και η ιδία εις την Βόρειον Αφρικήν, αλλά θα είχε με το μέρος της και το Εθνικόν δίκαιον. 
Η ηθική της δύναμις λοιπόν θα απερρόφα μοιραίως την επίσημον Ελλάδα, διότι θα διέθετεν η τρίτη αυτή Ελλάς, την ανεπιφύλακτον έγκρισιν και ενίσχυσιν της ανεπισήμου, της "δευτέρας" Ελλάδος, της Εθνικής δημοσίας γνώμης εν τη παμψηφία της….»

Αξίζει νομίζουμε τον κόπο να σταθούμε λίγο σε αυτό το σημείο και να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τον ομιλούντα. Το κυρίαρχο θέμα που τον απασχολούσε ήταν η αποφυγή της εμπλοκής της Ελλάδας σε πόλεμο. 
Έχει πλήρη επίγνωση της κατάστασης στην οικονομία, την κοινωνία, ακόμα και τον βαθμό προετοιμασίας, το αξιόμαχο του στρατεύματος. Γνωρίζει επίσης ότι μετά από μια τετράχρονη στυγνή δικτατορία, οι δομές εξουσίας έχουν φθαρεί, βρίσκονται σε αδράνεια, ενώ η κοινωνία είναι βαθύτατα διαιρεμένη. 
Γνωρίζει τέλος ότι η είσοδος στον πόλεμο, χωρίς ένα ιδεολόγημα που θα λειτουργούσε συνεκτικά και συνεγερτικά προς τον λαό, θα δημιουργούσε τον τεράστιο κίνδυνο για κάθε εξουσιαστή, του «κενού εξουσίας», της αδυναμίας των δυνάμεων εξουσίας να ελέγξουν τις εξελίξεις.
 Μια τέτοια προοπτική μάλιστα θα αποτελούσε τον εφιάλτη όχι μόνο του ίδιου του δικτάτορα, αλλά του συνόλου των δομών εξουσίας, της βασιλείας, του πολιτικού κόσμου και το χειρότερο, του ίδιου του κοινωνικού και οικονομικού συστήματος, του μεγάλου κεφαλαίου. 
Μια τέτοια εξέλιξη ο ίδιος ο Μεταξάς, χωρίς να την κατονομάζει ευθέως, την χαρακτηρίζει «πλέον ολεθρία και από τας χειροτέρας έστω συνεπείας οποιουδήποτε πολέμου».
Θα προτιμούσε βέβαια να διατηρήσει την Ελλάδα σε κατάσταση αυστηρής ουδετερότητας, αλλά οι εμμονικές απαιτήσεις που θέτει η Ιταλία, δεν αφήνουν περιθώρια προς αυτή την κατεύθυνση, ειδικά εφ’ όσον η Αγγλία δεν μπορεί να υποσχεθεί σημαντική στρατιωτική προστασία που ίσως να λειτουργούσε αποτρεπτικά.
Και τότε εξετάζει το ενδεχόμενο να προσχωρήσει στο στρατόπεδο του Άξονα! 
Βήμα απελπισίας που είναι δεδομένο ότι θα γεννήσει εκρηκτικές αντιδράσεις σε διαφορετικά επίπεδα, εντός και εκτός Ελλάδας. 
Οι ιταλογερμανικές αξιώσεις όμως δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Προσχώρηση στις δυνάμεις του Άξονα σημαίνει οριστική εγκατάλειψη της ουδετερότητας, παραχώρηση εδαφών και ενεργό στρατιωτική εμπλοκή!

Στην ουσία, μια τέτοια επιλογή θα σήμαινε και το τέλος του φασιστικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. 
Και αυτό το ήξερε πολύ καλά ο Μεταξάς. 
Είναι άγνωστο αν θα υπήρχε η «Τρίτη Ελλάς» με την μορφή που την περιγράφει τόσο γλαφυρά. 
Αν δηλαδή, μια μερίδα απότακτων «δημοκρατικών αξιωματικών, με το βασιλιά και τους αγγλόφιλους πολιτικούς και με την μερίδα εκείνη των κεφαλαιοκρατών που τα συμφέροντά τους ήταν δεμένα με τους Άγγλους, θα ίδρυαν ένα ξεχωριστό κράτος με την Κρήτη και άλλα νησιά του Αιγαίου που θα πολεμούσε στο πλευρό των συμμάχων ενάντια στην υπόλοιπη Ελλάδα, ή θα πέρναγαν στην Αίγυπτο, (όπως άλλωστε και έγινε τελικά). 
Όπως επίσης είναι άγνωστο αν η «δεύτερη Ελλάς», η κοινή γνώμη, το Έθνος, ο λaός, όπως αρέσκεται να τους αποκαλεί, θα συντάσσονταν και σε ποιο βαθμό με την «Τρίτη Ελλάδα» των αγγλόφιλων αστών. 
Το μόνο βέβαιο θα ήταν ότι η «επίσημη Ελλάς» των φασιστών και της 4ης Αυγούστου, μαζί με τη μερίδα του κεφαλαίου που είχε συμφέροντα με τους Γερμανούς, θα αποτελούσαν τους δοσίλογους και τους γερμανοτσολιάδες, (όπως επίσης έγινε τελικά)
Σε κάθε περίπτωση, ο εργαζόμενος λαός. ο εργάτης, ο αγρότης, ο νέος και η νέα, πάλι θα έγραφαν το Λαϊκό Έπος του 40, καθώς και το Επος της Λαϊκής Εθνικής Αντίστασης.

ΠΡΩΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

1.- Ο Μύθος του « Όχι»
Σύμφωνα με διεθνείς συνθήκες, ένα «τελεσίγραφο» επιδίδεται από ένα κράτος σε άλλο για να κάνει γνωστή μια απαίτησή του πρώτου προς το δεύτερο. 
Θα περιλαμβάνει την αιτιολογημένη «απαίτηση», μια προθεσμία εκπλήρωσής της και μια «ποινή» (συνέπειες), αν αυτή δεν εκπληρωθεί.
 Η «συνέπεια» από την άρνηση συμμόρφωσης μπορεί να είναι και η κήρυξη πολέμου. 
Επίσης, το τελεσίγραφο (διεθνώς: ultimatum) υπονοεί ότι είναι η τελευταία προειδοποίηση και ότι δεν είναι διαπραγματεύσιμο, εκτός αν προκύψουν νέα στοιχεία ή μπει η συζήτηση σε νέες βάσεις. 
Τέλος, οι διεθνείς συνθήκες (Χάγη, ΟΗΕ κλπ.) ενθαρρύνουν ή επιβάλλουν τη επίδοση τελεσιγράφων πριν από την έναρξη εχθροπραξιών μεταξύ δύο κρατών, σε μια προσπάθεια μείωσης των ανεξέλεγκτων πολεμικών συγκρούσεων.
 Επειδή όμως ο πόλεμος είναι εφαρμογή δύναμης ή απλά επίδειξη δύναμης, πολλές φορές οι εχθροπραξίες αρχίζουν χωρίς την επίδοση τελεσιγράφου. 
Σε άλλες πάλι, η διατύπωσή του ή η «προθεσμία συμμόρφωσης» είναι έτσι διαμορφωμένες ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι δεσμευτικό για τον παραλήπτη και να μην αφήνει περιθώρια αντίδρασης άλλης απ΄την έναρξη εχθροπραξιών.
Από τις δυνάμεις του Άξονα, η Γερμανία και η Ιαπωνία δεν επέδωσαν ποτέ τελεσίγραφα στις χώρες στις οποίες επιτέθηκαν. Στις περιπτώσεις αυτές είχαμε τον λεγόμενο «αιφνίδιο πόλεμο». 
Η Ιταλία πάλι, επέδιδε τελεσίγραφο, διατυπωμένο όμως με τρόπο που δεν αποτελούσε τελεσίγραφο, αλλά στην ουσία μια ανακοίνωση έναρξης εχθροπραξιών, δηλαδή κήρυξη πολέμου. 
Δεν περιείχε πρακτικά εφαρμόσιμα χρονικά περιθώρια αντίδρασης. Ανακοίνωνε απλώς ότι τα στρατεύματά της εισέρχονται άμεσα στο ελληνικό έδαφος με σκοπό να κινηθούν ελεύθερα, όπου θέλουν, χωρίς να ενημερώνουν καν! 
Η μόνη διατυπωμένη «απαίτηση» ήταν να …μην συναντήσουν οποιαδήποτε αντίσταση! 
Τέλος δεν αναφέρονται «συνέπειες μη συμμόρφωσης», που σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα ήταν άλλη από την κήρυξη πολέμου. 
Ο λόγος είναι φανερός βέβαια Γιατί στην πράξη έχομε «αιφνίδια εισβολή» ιταλικών στρατευμάτων στην ελληνική επικράτεια, πράγμα που από μόνο του συνιστά πολεμική επιθετική ενέργεια!


2.- ΌΧΙ!... Τεχνικά δεν υπήρξε καμιά άρνηση, κανένα «όχι» στην ιταλική εισβολή
Επιστρέφω λοιπόν στα ερωτήματα που έθεσα κοντά στην αρχή: Τι ακριβώς λοιπόν «αρνήθηκε» ο Μεταξάς; 
Η απάντησή του στο «τελεσίγραφο» ήταν: «λοιπόν, έχουμε πόλεμο»! Που φυσικά ήταν σωστή σαν διαπίστωση, αλλά δεν συνιστούσε άρνηση σε κάτι. 
Η αντίθεση στις επιλογές των δύο χωρών και η ένταξή τους σε διαφορετικά στρατόπεδα του νέου ιμπεριαλιστικού πολέμου που είχε ξεσπάσει πριν λίγο, ήταν γνωστή και δεδομένη . 
Οι Ιταλοί ήταν από τις μεγάλες δυνάμεις του ιμπεριαλιστικού Άξονα, ενώ μικρή Ελλάδα είχε ταυτίσει την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της ελληνικής αστικής τάξης με τα συμφέροντα της αστικής τάξης της ιμπεριαλιστικής μεγάλης Βρετανίας.
Οι Ιταλοί είχαν εισβάλει σε ξένη χώρα και μάλιστα ουδέτερη, με σκοπό να κάνουν κατάληψη και κατοχή. 
Και σε ένα χέρσο χωράφι να πηδούσαν τη μάντρα και να έμπαιναν, σε ένα ακατοίκητο σπίτι να έσπαγαν το τζάμι και να έκαναν το ίδιο, πάλι θα ήταν παράνομοι. 
Για τους ιδιοκτήτες δε, θα ήταν αυτονόητο όχι απλά να αρνηθούν, αλλά να πάρουν όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα να διώξουν τους εισβολείς από εκεί που ήρθαν. 
Πολύ περισσότερο όταν μιλάμε για ένα κράτος και έναν λαό, αναγνωρισμένα μέλη της διεθνούς κοινότητας, με παράδοση και ιστορία που, όποια προβλήματα και αν έχει, δεν παύει να διατηρεί το δικαίωμα για ελευθερία και ανεξαρτησία. 
Και, στην περίπτωση που κάποιοι πολίτες αυτού του κράτους, θα επέλεγαν να αποδεχτούν το αποτέλεσμα της εισβολής, θα άξιζε να τους πετάξουν κι αυτούς σαν προδότες, μαζί με τα αφεντικά τους. Αυτό το νόημα είχε και η επιστολή του Ζαχαριάδη προς τους κομουνιστές και τους υπόλοιπους πατριώτες αγωνιστές.

Ο Μεταξάς λοιπόν δεν είπε κανένα Όχι!... Ο βασιλιάς, ο αστικός πολιτικός κόσμος, η στρατιωτική ηγεσία, η ίδια η αστική τάξη δεν είπαν όχι!... 
Όλοι αυτοί που αποτελούσαν την «Επίσημο Ελλάδα» δεν είπαν όχι στους Ιταλούς. 
Αντίθετα μάλιστα, όλοι τους λίγο ή πολύ σκέφτηκαν και μέτρησαν το ενδεχόμενο να πουν «ναι», να προσχωρήσουν δηλαδή στον χιτλεροφασιστικό Άξονα!
 Ήταν έτοιμοι να παραδώσουν τα κλειδιά της χώρας, να συναινέσουν στην υποδούλωση του ελληνικού λαού, γιατί αυτό υπαγόρευαν τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου που είχαν ταχτεί να υπηρετούν. 
Και όταν μερικούς μήνες αργότερα, με την εισβολή των Γερμανών, κατέρρεε όλο το σύστημα εξουσίας τους κάτω από την προδοσία κάποιων και την ολιγωρία κάποιων άλλων, τότε διαλύθηκαν σαν «ομάδες» και κατέληξαν υπηρέτες ξεχωριστών αφεντάδων.

Προς το παρόν πάντως, προτίμησαν να παραμείνουν προσκολλημένοι στο μύθευμα του Όχι… Το Έπος του σαράντα ήταν ένα καλό άλλοθι για όλα αυτά τα κοινωνικά παράσιτα. 
Χάρη στον γνήσιο πατριωτισμό των απλών φαντάρων που έτρεξαν με περίσσιο ενθουσιασμό στην επιστράτευση, τις λειψές αμυντικές πολεμικές προετοιμασίες που είχε προλάβει το τεταρτοαυγουστιανό καθεστώς με τη στρατιωτική ηγεσία, τον γνήσιο πατριωτισμό και τον επαγγελματισμό των κατώτερων, ανώτερων και ελάχιστων ανώτατων αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων, το «Λαϊκό Εθνικό Έπος του Σαράντα» είχε αρχίσει να γράφεται στα Βουνά της Αλβανίας. 
Και αποτελούσε μια καλή ευκαιρία για όλα τα παράσιτα και τους καιροσκόπους, να περάσουν το παραμύθι του «πανεθνικού αλβανικού έπους» και, μέσα από αυτό να εγγράψουν υποθήκες για μελλοντικές υποχωρήσεις και προδοσίες, για νέες επιθέσεις ενάντια στο λαϊκό εργατικό κίνημα.

Ο μόνος συμβολισμός του «όχι» είναι ο αγώνας του λαού κατά του φασισμού
Βέβαια, παρά την παντοδυναμία της προπαγάνδας τους που μπορούσε κάθε στιγμή να κάνει το μαύρο άσπρο, δεν ήταν δυνατόν να στηρίζονται επ’ άπειρον σε ένα ανύπαρκτο «όχι». 
Έτσι, με την πάροδο του χρόνου,κατασκεύασαν διάφορους «συμβολισμούς» του όχι, το φόρτισαν συναισθηματικά, με ταινίες, τραγούδια, πρόσθεσαν μεμονωμένα περιστατικά ηρωισμού στις μάχες, εθνικιστικές ακρότητες και αρκετή προπαγανδιστική σάλτσα, στοχεύοντας όχι στην ορθολογική λειτουργία του μυαλού, αλλά στο συναίσθημα του αναγνώστη, του θεατή, του μαθητή… Και έστησαν ένα ολόκληρο σκοταδιστικό αντιδραστικό κατασκεύασμα με το οποίο βομβαρδίζουν ογδόντα χρόνια τώρα τις συνειδήσεις, κρύβοντας ή διαστρεβλώνοντας την αλήθεια, συκοφαντώντας τον αγώνα γνήσιων αγωνιστών πατριωτών.

Κ όμως, υπάρχει ένας συμβολισμός στο «Όχι» του Σαράντα. 
Οι Έλληνες φαντάροι και αξιωματικοί, ήξεραν ότι πολεμώντας στα βουνά μέσα στο καταχείμωνο του 40-41, δεν αγωνίζονταν ενάντια στον Ιταλό φαντάρο ούτε μόνο ενάντια στον Ιταλικό φασισμό. 
Αγωνίζονταν ενάντια στον φασισμό με όποια μορφή και αν παρουσιάζεται. 
Και όταν τρέχαν να καταταγούν «με το χαμόγελο στα χείλη» το χαμόγελο αυτό πλάταινε ακόμα περισσότερο, όταν σκέφτονταν και τους δικούς τους Μεταξάδες, τους φασίστες, τους ναζιστές, τους δικτάτορες, και κάθε λογής ξενόδουλους.


Το μοναδικό ΟΧΙ! που βγήκε από το στόμα των Μεταξάδων…
Για να μην τους αδικούμε όμως… Υπάρχει ένα σημείο του Ελληνο-ιταλικού πολέμου στο οποίο πρώτος ο φασίστας δικτάτορας, όσο και το σύνολο σχεδόν του αστικού πολιτικού κόσμου ήταν κάθετοι στο «όχι» τους, απόλυτοι στην άρνησή τους.
Είπαν «όχι» στους κρατούμενους κομμουνιστές της Ακροναυπλίας που ζήτησαν από την πρώτη κιόλας μέρα να καταταγούν και να πάνε στο μέτωπο. 
Είπαν επίσης «όχι» και στους υπόλοιπους κρατούμενους και εξόριστους κομουνιστές στα διάφορα κάτεργα και στα ξερονήσια. 
Αρνήθηκαν επίσης να επιτρέψουν τη στρατολόγηση των δημοκρατικών αξιωματικών που είχαν αποταχτεί από το 35 και προσήλθαν μόλις ξέσπασε ο πόλεμος, ζητώντας να καταταγούν και να πολεμήσουν. 
Και δεν έφτανε αυτό, αλλά τελικά τους κράτησαν φυλακισμένους όλη την περίοδο και στο τέλος, τους παρέδωσαν σιδηροδέσμιους στους Γερμανούς!
 Άλλοι από αυτούς κρατήθηκαν σαν όμηροι και τελικά εκτελέστηκαν και άλλοι στάλθηκαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στη Γερμανία.
Αυτός ήταν ο ψευτοπατριωτισμός του δικτάτορα και των υπολοίπων εκπροσώπων των Μποδοσάκηδων, των Δαμβέργηδων, των εφοπλιστών, του Γ.Α.Βλάχου της Καθημερινής και του Χ. Λαμπράκη του Ελεύθερου Βήματος… Αυτή ήταν η υποκρισία τους ότι δήθεν νοιάζονταν για την πατρίδα, το κύρος και την αξιοπρέπεια του λαού της!...Ένα «όχι» γνήσια ταξικό, στην υπηρεσία της αστικής τάξης. 
Γιατί για τις αστικές τάξεις τα πράγματα είναι πάντα καθαρά και αδυσώπητα, χωρίς συναισθηματισμούς και φληναφήματα για Έθνη και πατριωτισμούς, για θυσίες και ηρωισμούς. 
 Είναι το συμφέρον της τάξης που έρχεται πρώτο. Και θα συμμαχήσουν ακόμα και με το διάβολο αν αυτός τους εξασφαλίζει τη διατήρηση της εξουσίας τους

Επίλογος
Το θέμα είναι τεράστιο και δεν χωρά στα στενά πλαίσα ενός επετειακού άρθρου για την 28η Οκτωβρίου και το λεγόμενο «Έπος του Σαράντα». Η εργασία αυτή όμως δεν τελειώνει εδώ. 
Πολύ περισσότερο γιατί μια πληθώρα στοιχείων και αποδείξεων γύρω από τα όσα ισχυρίζομαι κάνουν την εμφάνισή τους κατά τη δεύτερη και τρίτη φάση του ελληνο-ιταλικού πολέμου, κατά την γερμανική εισβολή και μετά από αυτήν. 
Είναι η περίοδος της μεγάλης πολιτικής κρίσης της ελληνικής αστικής τάξης και του αστικού πολιτικού κόσμου που, ξεσπάει στις αρχές του 1941 και διαρκεί με διάφορες φάσεις, για πολλές δεκαετίες
Επιφυλάσσομαι λοιπόν για το δεύτερο μέρος, σε εύθετο χρόνο…





[5] Έστω και καλυμμένη κάτω από την αυστηρή, αλλά οπωσδήποτε προσχηματική ουδετερότητα (σ.σ.)
[6] Γ. Ανδρικόπουλου: «Οι ρίζες του ελληνικού φασισμού», εκδόσεις «ΔΙΟΓΕΝΗΣ», σελ 25

[7] Βλέπε σημείωση 4
[8] Ένας ακόμα συνήγορος και υπερασπιστής των δικαίων του ιμπεριαλισμού, αυτή τη φορά του αγγλικού!...

Παρουσίαση κειμένου:Viva La Revolucion

24 Οκτωβρίου, 2017

Για τους Απεργοσπάστες:


Από:


ΑΠΕΡΓΟΣΠΑΣΤΕΣ, αυτοί οι πρωτοσαλταδόροι της γλίτσας
-------------------------------------------------------------------
«Απεργοσπάστης» είναι αυτός που όταν οι συνάδελφοί του απεργούν, εκείνος τους μαχαιρώνει πισώπλατα. 
Εκείνος που αντί να απεργεί συνεχίζει να εργάζεται ή προσφέρεται να εργαστεί προς αντικατάσταση των απεργών. Αυτός είναι ο επίσημος ορισμός της έννοιας «απεργοσπάστης». Ο ανεπίσημος ορισμός είναι αυτός που ορίζει τον «απεργοσπάστη» ως έναν ξεφτίλα που υπονομεύει τον αγώνα των υπόλοιπων εργαζομένων, υπηρετώντας με τον πιο χυδαίο τρόπο και γλείφοντας με τον πιο γλοιώδη τρόπο το αφεντικό του. 
Δεν υπάρχει λέξη που να περιγράφει το ποιόν του απεργοσπάστη. 
Και αναφέρομαι ειδικά στον απεργοσπάστη που δεν ανήκει στην κατηγορία των εργαζομένων που λύγισαν στον εξαναγκασμό του «Πολίτη Κέιν» - μιας και μιλάμε για τον χώρο του Τύπου – αλλά στα καλοταϊσμένα γιουσουφάκια του «Πολίτη Κέιν». 
Αυτός δεν είναι ούτε τσιράκι της εργοδοσίας (μόνο), ούτε τσανακογλείφτης του εκάστοτε κυβερνητισμού (μόνο), ούτε πεμπτοφαλαγγίτης (μόνο), ούτε τιποτένιος χαρτογιακάς μιας «εργατικής» αριστοκρατίας που λυμαίνεται θώκους (μόνο).
Αυτός είναι κάτι πολύ χειρότερο. Που μόνο μια λέξη μπορεί να περιγράψει: «Απεργοσπάστης»! 
Ένα είδος, δηλαδή, φτιαγμένο – όπως έλεγε ο Τζακ Λόντον – από την πιο αηδιαστική ουσία που είχε περισσέψει του Θεού.
Τα σημερινά θρασίμια, λοιπόν, οι πρωτοσαλταδόροι της γλίτσας, τα φερέφωνα των εγχώριων και διεθνών "Γερούν γερά" που επιχείρησαν να σπάσουν την απεργία των δημοσιογράφων όταν 
• 300 συνάδελφοί τους ζουν με συσσίτια, 
• όταν συνάδελφοί τους καρκινοπαθείς στερούνται ακόμα και τα φάρμακά τους,
• όταν χιλιάδες συνάδελφοί τους λιώνουν στην ανεργία κι άλλοι τόσοι στις γαλέρες της απληρωσιάς, 
ένα πράγμα κατέκτησαν: 
Κατέκτησαν – επαξίως - τον «τίτλο» που αρμόζει σε ό,τι πιο ποταπό, ό,τι πιο χυδαίο, ό,τι πιο γλοιώδες μπορεί να βρει απέναντί του ο εργαζόμενος που παλεύει για μισθό, για δουλειά, για ζωή: Απεργοσπάστες.
Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο: 
Απεργοσπάστες!