Συνολικές προβολές σελίδας

Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ήρωες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ήρωες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

05 Αυγούστου, 2026

Γιάννης Παλαβός: Υπαστυνόμος, Διώχτηκε & Βασανίστηκε, *Εζησε όμως ως Ανθρωπος!



Σγουρακη Αννα
4/8/26
Από
Stefanos Pantos
4/8/26 

Φωτεινά παραδείγματα...
Με συγκίνηση και απέραντη εκτίμηση αναδημοσιεύω την περίπτωση του αστυνομικού Γιάννη Παλαβού.
«Τελείωσα το Γυμνάσιο και το στρατιωτικό. Μας λέγανε πως τα κακά και τα δεινά του Λαού και της χώρας οφείλονταν στους κομμουνιστές, που δεν έχουν τάχα τίποτε ιερό και όσιο. Και πήρα απόφαση και πήγα στην Αστυνομία Πόλεων, για να υπερασπιστώ αυτά τα όσια και τα ιερά.
Μια μέρα με είχανε βάλει υπηρεσία στα γραφεία του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (ΔΟΕ). Από συζήτηση με τον υπάλληλο, έμαθα πως στις 100 δραχμές χαρτόσημο, που πληρώνει ο κοσμάκης, τα 75% τα παίρνει ο ΔΟΕ και λίγα πάνε στο δημόσιο ταμείο. Εγώ αυθόρμητα λέω τότε: "Και γιατί δεν καταργούμε το ΔΟΕ". Κι ο υπάλληλος μου απαντάει: "Αυτό ζητάνε οι κομμουνιστές".
Μια άλλη φορά ήμουνα σκοπός στην περιοχή του Νοσοκομείου ''Ευαγγελισμός'' και περνούσα έξω από το νοσοκομείο. Βρήκα έναν άρρωστο ξαπλωμένο δίπλα στην είσοδο. Μας λέγανε στις Σχολές, πως αν βρούμε στο δρόμο αρρώστους και πάσχοντες γενικά, να τους παράσχουμε κάθε βοήθεια και προστασία. Ρώτησα λοιπόν το θυρωρό του νοσοκομείου, γιατί αυτός είναι ξαπλωμένος εκεί. "Δεν έχει να πληρώσει άλλο", μου λέει, "και τον πέταξαν έξω". "Ασχημο πράγμα", του λέω, "να είσαι άρρωστος και να σε πετάνε έξω από το νοσοκομείο γιατί δεν έχεις να πληρώσεις". "Ναι", μου λέει ο θυρωρός, "έχεις δίκιο, αλλά αυτά είναι ζητήματα της διεύθυνσης του νοσοκομείου". Πήγα στο διευθυντή και του είπα πως δεν είναι σωστό να πετιέται ένας σοβαρά άρρωστος έξω από το νοσοκομείο, επειδή δεν έχει να πληρώσει. Κι αυτός μου απαντάει: "Αυτά λένε οι κομμουνιστές".
Μια άλλη φορά πάλι, διαμαρτύρονταν εργάτες που δούλευαν σε μια οικοδομή της οδού Σόλωνος, στον εργοδότη τους. Σαν όργανο της τάξεως πλησίασα να δω τι συμβαίνει. Οι εργάτες ζητούσαν να πληρωθούν δουλεμένα μεροκάματά τους. Τους τ' αρνιόταν ο εργοδότης. Παρεμβαίνω στον εργοδότη και ρωτάω γιατί αφήνει τους εργάτες απλήρωτους. "Δούλεψαν", του λέω, "και θα πρέπει να πληρωθούν". Κι αυτός μ' απαντάει: "Πήρες το μέρος τους, δεν τους ξέρεις καλά, αυτοί είναι κομμουνιστές"».
Με τα παραπάνω λόγια άρχισε την απολογία του στο Εκτακτο Στρατοδικείο της Αθήνας, τον Ιούλη 1950, ο απότακτος υπαστυνόμος Γιάννης Παλαβός, που δικαζόταν μαζί με τους εν ενεργεία συναδέλφους του αστυνομικούς, για παράβαση του ΑΝ 509/1947 «Περί μέτρων ασφαλείας του Κράτους, του πολιτεύματος, του κοινωνικού καθεστώτος κ.λπ.».
Οταν άκουσαν την απολογία του, ο επίτροπος του στρατοδικείου τον αποκάλεσε «επίορκο του καθήκοντος» και οι στρατοδίκες τον καταδίκασαν ομόφωνα σε θάνατο.
Ο Γιάννης Παλαβός δεν ήταν κομμουνιστής όταν κατατάχθηκε στην Αστυνομία, αρχές του 1935.
Ενας τίμιος άνθρωπος ήταν, που πίστευε στη δικαιοσύνη, στην καλοσύνη, στην ανθρωπιά.
Ο ίδιος ως αστυνομικός διαπίστωσε ότι αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος, αγωνίζεσαι ενάντια στο άδικο εκμεταλλευτικό σύστημα του καπιταλισμού, γίνεσαι κομμουνιστής.
Συνεπής στις αρχές του, στη διάρκεια της χιτλεροφασιστικής κατοχής εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση και αγωνίστηκε μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ Σωμάτων Ασφαλείας.
Στις 19-12-1943, υπηρετών στο Δ' Αστυνομικό Τμήμα Αθήνας, αποτάχθηκε γιατί αρνήθηκε να εκτελέσει διαταγή Γερμανού αξιωματικού να φρουρήσουν Ελληνες αστυνομικοί αποθήκες πυρομαχικών των ναζί.
Καταζητούμενος από τους Γερμανούς πέρασε στον ΕΛΑΣ στην Ελεύθερη Ελλάδα και με εντολή της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) ανέλαβε υποδιοικητής της Εθνικής Πολιτοφυλακής Πελοποννήσου, υπηρετώντας το λαό μας.
Για τη συνέπειά του αυτή, μετά την απελευθέρωση, ο υπαστυνόμος διώχτηκε, καταδικάστηκε, βασανίστηκε, φυλακίστηκε, εξορίστηκε.
Εζησε και πέθανε όμως ως Ανθρωπος!

19 Νοεμβρίου, 2019

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ...ΣΙΩΠΗΛΕΣ; - ΟΙ ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ;;

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ...ΣΙΩΠΗΛΕΣ;..



Ψάχνω τις παλιές φωτογραφίες..κοιτάζω..νέα πρόσωπα..όμορφα πρόσωπα..τσακισμένα λίγο απ΄τις κακουχίες άραγε, ή απ' το φθαρμένο χαρτί της εικόνας..βυθίζομαι στα βλέμματα..
ψάχνω τις σκέψεις..χαμένες σκέψεις μέσα στο χρόνο..τις δικές τους σκέψεις.. προσπαθώ να ξεκολλήσω απ' το χτες, το Τότε!..

Το Τότε!..να το κάνω σήμερα..
Αναρωτιέμαι βασανιστικά..
άραγε σκέφτεται την αγάπη του;..θάχε μια αγάπη άραγε;..γιατί τα νιάτα πάντα έχουν μια Αγάπη..
Κι εκείνη,,που νάταν εκείνη;

..σε κάποια άλλη γωνιά θα κρατούσε την δική του εικόνα..
Στο βλέμμα της;..στη προσμονή της, στις ελπίδες στις προσδοκίες και στα όνειρά της;..το μετέωρο βασανιστικό Αύριο..
Κι η μάννα..που νάταν η μάννα;
..γιατι πάντα μια μάνα κάθεται στη σκιά..σαν εικόνισμα σε παλιά εκκλησιά..
Η μάννα του!…να πίστευε άραγε,ότι ακόμα ζει ή θα τον έκλαιγε κρυφά σε σκοτεινά κατώγια;..
Μου τόχαν πει σαν μυστικό..ψιθυριστά..κανένας..όχι, κανένας, δεν μιλούσε για κείνους που είχαν τραβήξει το δρόμο του βουνού, του θανάτου ή της εξορίας..
Δεν θα κλαιγε η μητέρα φανερά για το χαμένο της παιδί.. θα κούρνιαζε στο κόρφο της όσα παιδιά της είχαν απομείνει να τα φυλάξει από το μίσος..
Μονάχα, σαν τέλειωνε τις δουλειές κι έβαζε τα πιάτα στο τραπέζι με το λευκό λινό τραπεζομάντιλο -και στο παιδί που λείπει σέρβιρε- ..ίσως θα ρθει..ίσως σήμερα θάρθει.. κι έστριβε το μάτι κατά τη δημοσιά..
Ισως τα νέα ήταν ψέμα.. ίσως..κάθε μέρα..κάθε νύχτα..κάθε ώρα..
Σκίρταγε η καρδιά..καθώς δάγκωνε το μαντήλι να κομπιάσει το δάκρυ..να σταθεί..να μην τρέξει...να μην τρέξουν τα πόδια, να μην τρέξει το δάκρυ.. βιαστικά κατέβαινε να πιάσει κρασί απ' το βαγένι..το κρασί που θά μπαινε στη κανάτα..κι ύστερα θα βαζε τη κανάτα καταμεσίς του τραπεζιού.. 
κόκκινο..βαθύ κόκκινο.. 
κι όλο την έσπρωχνε λίγο πιό σιμά στο πιάτο του απόντα..του σιαχνε ξανά τη πετσέτα.. ίσιωνε το πηρούνι και το μαχαίρι και κάθε φορά, τούτο το μαχαίρι μπιγότανε και πιο βαθειά στη καρδιά...
με περισσή φροντίδα έβαζε το κρασί..μπροστά στην άδεια καρέκλα..
και σαν έπεφτε κόμπο-κόμπο αφρίζοντας στο λευκό κρύσταλλο.. αχ..η τρελλή η σκέψη.

-Κι αν το αίμα του, τόπιε η γη;
-Kι αν....σαν τούτες τις ρουμπινιές στάλες..
Έμπλεκε θαρρείς τα δάχτυλα στα μαλλιά του, το κανάκευε στη νωτισμένη γη…
Κι εκείνη η άσπλαχνη, δεν της μαρτυρά μήτε τον κόρφο του μνήματος..
Τότες, έστριφτε τη ποδιά με τα δάχτυλα, βόγγαγε σα σφαχτό που του ξεριζώνουν τα σωθικά ζωντανό..άχνα..άχνα..όλο της το είναι φώναζε να κρυφτεί..τα παιδιά τ άλλα, να μην στερήσει την ελπίδα..
Τα δόντια της κόβανε το πανί με λύσσα..τρύπες τρύπες η ποδιά γινότανε απ' αυτή τη λύσσα.. κατρακύλαγε με εφηβική ορμή τα ξύλινα σκαλιά ως κάτω..
..και τα μάτια παραφυλάγανε απ' τις ρωγμές του ξύλινου πατώματος..

-Αργησε η Μάνα στο κατώι..ψιθύριζαν τ' αδέρφια..τα μικρότερα..-Γιατί βογγάει η Μάνα;..κλαίει;..γιατί κλαίει η Μάνα;..
Ανάστατα τα βλέμματα, πιάνονταν απ΄τα χέρια σφιχτά..σπρώχνονταν να ιδούν σε εκείνη τη μικρή ρωγμή τη μάνα.. καταγής, με τη κρουσταλλένια κανάτα πεσμένη στις πέτρες του κατωγιού.. και μιά μικρή ρουμπινένια αυλακιά άφριζε στις γκρίζες πέτρες.. ρίγος..θάνατος. και κομμένη ανάσα...κρύο νερό στις ραχοκοκκαλιές..
Κι ανάμεναν το βλέμμα της, σαν ανέβαινε..κι αυτή 
τάνοιωθε τούτα τα βλέμματα..
Ρίγαγε η ραχοκοκαλιά της..γύρναγε ο πόνος αναμμένο δαυλί και την πυρόπαιρνε ολάκερη..
χίλιες γέννες, χίλιες οδύνες..
τα μάτια του, το λευκό πουκάμισο της Λαμπρής κρεμασμένο εκεί στο παραγώνι..ακόμη..άδειο..κι η προσμονή της άδεια κι αυτή..
..Τό ξερε!
ίδρωνε το μέτωπο, το σκούπιζε βιαστική με την ίδια δαγκωμένη ποδιά.. κι ύστερα στητή , ξανάπαιρνε τα βήματα της..και τη κανάτα την ολόγιομη..
και,
-Φάτε..άιντε..δεν περιμένουν οι δουλειές..
Φωνή δωρική, λιτή κι απόκοσμη.. κι εκείνα ανάσαιναν!..αα..όλα καλά είναι!..κι έτρωγαν μ' όρεξη.. όπως τα νιάτα πάντα γυρεύουν τη ζωή..κι η ζωή γυρεύει τη χαρά και το παιχνίδι. κι η τελευταία γωνιά του γλυκού ψωμιού τρώγονταν ανάμεσα σε γέλια, φωνές και παιχνίδια στη ρούγα..ακράτητη η χαρά..όχι λαθέψανε..δεν έκλαιγε η Μάννα..
Κι η Μάννα..μάζευε το αφάγωτο φαγί απ΄ πιάτο και το τύλιγε στη λινή καρό πετσετούλα..την υφαντή στον αργαλειό, εκεί που ύφαινε με τα παρθενικά της όνειρα το διάβα της ζωής της..ένας κόμπος η ζωή της, φαρδύς, σαν το κόμπο στο πιάτο του..
-Πήγαινε το στη χαμοκέλα..πάλι νηστική θα κοιμηθεί η γριά Βάγια..διάταζε τη ψυχοκόρη, ενώ πάστρευε βιαστική τα ψίχουλα απ' το τραπέζι..
-έτσι, για να κρύψει το τρέμουλο του χεριού..-
το σπάραγμα της καρδιάς δεν ακουγόταν..τό ξερε..
ποτέ δεν ακούγεται ο πόνος ο βαθύς..
Κι αν κάποιος ρώταγε που ειναι ο γιός.. κοφτά του λεγε..
-Στην Αθήνα για δουλειές..στην Αθήνα..
και έβιαζε το βήμα της με ορθό το κορμί..
περήφανη μέσα της..το χαμόγελο δεν τόκρυβε..αυτό το μοναχό χαμόγελο της μέρας..
-Δε προσκύνησε ο γιός μου σαν και σένα χαφιέ!..
αχ..τούτο, δεν το ξεστόμιζε..μα το μαρτύραγε το κορμί της ολάκερο..το κοφτό της μάτι..το ίσιο της περπάτημα..
Ετσι μεγάλωσα..
Κι αυτές οι παλιές φωτογραφίες που προσπαθώ να περάσω στη στιγμή τους..κι αυτές οι κλεμμένες στιγμές.. πόσες ιστορίες.. πόσα μυστικά μου ψιθυρίζουν.. τόσα για να μην μπορώ να περάσω δίπλα τους αδιάφορα.. σα να με περιμένουν εκεί χρόνια και να μου χουν βάλει στη γωνιά του τραπεζιού ένα πιάτο από λευκή πορσελάνη που σταξε μιά ρόγα κρασί....ρουμπινένιο το κρασί..αφρισμένο ακόμα στη κανάτα ..ξέχειλο.. με κερνάει τούτη η γενιά το βιός της..το πλούσιο τραπέζι της..κερνάει τη δική μου με περίσσευμα μιας ζωής..κερνάω και γω..τις μνήμες που μάζεψα στα παιδιά μου.. όπως τα ψίχουλα του τραπεζιού..
Απο χούφτα σε χούφτα..κάθε ψίχουλο μιά ζωή..
Κι ήρθαν και τις γενιάς μου οι αγώνες..οι δικοί μου νεκροί..

κι αν τον λεν Γιώργη..Θανάση..ή Διομήδη στο Πολυτεχνείο το 1973;..
Αχ..οι καρδιές ίδιες..τα νιάτα..τα χαμόγελα..τα όνειρα..οι άνθρωποι..η υπερηφάνεια..η αξιοπρέπεια..ίδια…
Δε τρώμε...σκύβουμε όλοι μαζί.. κοιτάμε τη Μάννα στο κατώι...σιωπηλά βλέμματα...κοιτάμε απ' τις χαραμάδες του ξύλινου πατώματος τις ξέσκλιες ζωές ανάκατες με τις ρουμπινένιες στάλες...
Και παίρνουμε δύναμη να συνεχίσουμε τους δικούς μας καθημερινούς αγώνες για μιά καλύτερη και δίκαιη ζωή, με τιμιότητα, αξιοπρέπεια κι ελπίδα.

Το χρωστάμε σ΄εμας και την επόμενη γενιά..το χρωστάμε σε όλους αυτούς που μας έδειξαν το φωτεινό και όμορφο
-κι ας ειναι δύσβατο- μονοπάτι..

ΚΑΚΑΦΛΙΚΑ ΒΙΛΛΗ


....................................................
ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ....

-Στη Μάννα..και Γιαγιά μου...την Ελένη Κακαφλίκα, που ποτέ δεν έμαθε τους τάφους των παιδιών της και όσο ζούσε έβαζε δυο άδεια πιάτα στο τραπέζι και δυο ποτήρια κόκκινο κρασί που τελετουργικά το έριχνε κάθε απόδειπνο, στις πλάκες της αυλής...
Στα παιδιά της:
-Στο Γιώργη Κακαφλίκα..και θείο μου..Σαμποτέρ και μαχητή του ΕΛΑΣ που χάθηκε μετά από σαμποτάζ 3 Αυγούστου 1944 σε Γερμανικά πλοία στο λιμάνι του Πειραια 25 ετων και ποτέ δεν βρήκε τον τάφο του. Σε έγγραφο του ΓΕΣ αναφέρεται ως εκτελεστείς από τους Γερμανούς



-Στο Θανάση Κακαφλίκα..και θείο μου..26 ετών..μαχητή στην Αλβανία και στον ΕΛΑΣ που σκοτώθηκε στη μάχη της Δημητσάνας το 1948 και ποτέ δεν βρήκε το τάφο του


-Στο Δημήτρη Κακαφλίκα..πατέρα μου..φοιτητή Ιατρικής, μαχητή του Ιερού Λοχου των Φοιτητών


-Στους θείους μου..Χρήστο και Νίκο Κακαφλίκα μαχητές του ΕΛΑΣ


Στον πρωτοξάδερφό τους Δημήτρη Κακαφλίκα που χάθηκαν τα ίχνη του μετα από σαμποτάζ στο λιμάνι του Πειραιά σε Γερμανικά πλοία

         ΑΘΑΝΑΤΟΙ   !!!!!!


Στους Ήρωες της Τάξης μας:

01 Μαΐου, 2017

Την Πρωτομαγιά του '44, οι 200 της Καισαριανής σήκωσαν την Ελλάδα ένα μπόι ψηλότερα. !!


Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα,
μόν’ ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι.
Και πρώτος άρχος του χορού, δυο μπόγια πάνου απ’ όλους
κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος.
Κ’ είναι από τότες Μάης εδώ, φως όλα μέσα κ’ έξω.
Κόλλα τ’ αφτί και την καρδιά στο ματωμένο χώμα.
Στον Κάτου Κόσμο τραγουδάνε πάντα και χορεύουν
κι αν κάπου ανάκουστος καημός θολώνει τη λαλιά τους,
δεν είναι που τη μάνα τους τη μάβρη ανανογιούνται
παρά που τους προδώσαν απορίματα δικά μας.
Κι αν πέσανε για το λαό, νικήσαν οι προδότες,
που τώρα εδώ κατάχρυσοι περνούν και μαγαρίζουν,
και τώρα πιο τους μάχονται και τους ξανασκοτώνουν!
Σιχαίνεσαι τους ζωντανούς; Μην κλαις τους σκοτωμένους!
Απ’ τα ιερά τους κόκκαλα, πρώτη του Μάη και πάλι,
θα ξεπηδήσει ο καθαρμός κ’ η λεφτεριά του ανθρώπου.
Κ’ είναι χιλιάδες στην Ελλάδα όμοιοι Πανάγιοι Τάφοι.



Η διαταγή των Γερμανών ναζί κατακτητών δημοσιεύτηκε στις 30 Απρίλη 1944:
«…Την 27.4.44 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μιας ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν στρατηγόν και τρεις συνοδούς του (…) Ως αντίποινα θα εκτελεστούν: 1) Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1.5.1944. 2) Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην…».
«Ανανδρία» - στη γλώσσα των κατακτητών (και των συνεργατών τους) - ήταν ο ηρωικός αγώνας ενάντια στην Κατοχή.
Στη γλώσσα των ναζί (και των ντόπιων ομοϊδεατών και επιγόνων τους) «δολοφονία» ήταν η ένοπλη αναμέτρηση του λαού με τις ορδές και τους γκαουλάιτερ του Χίτλερ.
Την επομένη, μέρα Δευτέρα, ξημέρωνε Πρωτομαγιά. Η Πρωτομαγιά του '44. Το προσκλητήριο του θανάτου είχε ήδη γίνει από τα χαράματα, στο Χαϊδάρι. Κι από κει στο Σκοπευτήριο. Στην Καισαριανή.

Στη διαδρομή από το Χαϊδάρι στην Καισαριανή, οι μελλοθάνατοι αποτυπώνουν τις στερνές τους σκέψεις στο χαρτί. Πετούν στο δρόμο τα στερνά τους σημειώματα.

Όσα απ' αυτά διασώθηκαν δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά το '45 στην επιθεώρηση «Σήμερα».

Ανάμεσά τους ο Ναπολέων Σουκατζίδης.
 Ο κομμουνιστής που αρνήθηκε να εξαιρεθεί από τον κατάλογο των μελλοθάνατων. Που αρνήθηκε να πάρει τη δική του θέση άλλος συγκρατούμενός του. Στο δρόμο προς το εκτελεστικό απόσπασμα, γράφει στον πατέρα του: «Πατερούλη, πάω για εκτέλεση, να 'σαι περήφανος για τον μονάκριβο γιο σου».
Ο Νίκος Μαριακάκης στο δικό του σημείωμα έγραψε: «Καλύτερα να πεθαίνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος».

Ο Δημήτρης Σόφης: «Χαίρετε φίλοι. Εκδίκηση. Μάνα μη λυπάσαι. Χαίρε μάνα».

Ο Μήτσος Ρεμπούτσικας: «...Οταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτέ...».

Οι 200 της Καισαριανής έδωσαν τη ζωή τους για εκείνα τα ανώτερα ιδανικά που δίνουν περιεχόμενο στην έννοια «άνθρωπος». Και δεν πέθαναν ποτέ.

Εκείνη την Πρωτομαγιά, την Πρωτομαγιά του '44, την έγραψαν με το αίμα τους σε ένα κεφάλαιο της Ιστορίας που δε θα σβήσει ποτέ.

Οι 200 αντιφασίστες πατριώτες κομμουνιστές έγιναν θρύλος. 
Οι κομμουνιστές δεσμώτες, που η ελληνική πλουτοκρατία, η κυβέρνηση του Τσουδερού και το καθεστώς του Μεταξά κρατούσαν έγκλειστους στην Ακροναυπλία και την Ανάφη, 
οι κομμουνιστές που με την είσοδο των χιτλερικών στην Ελλάδα το καθεστώς του Μεταξά και οι δωσίλογοι τους παρέδωσαν στους ναζί, μετέτρεψαν με το αίμα τους το Σκοπευτήριο σε θυσιαστήριο της λευτεριάς.
Την Πρωτομαγιά του '44, οι 200 της Καισαριανής σήκωσαν την Ελλάδα ένα μπόι ψηλότερα. 
Οι πάνω από 750 συνολικά εκτελεσμένοι πατριώτες στο θυσιαστήριο της Καισαριανής σήκωσαν την Ελλάδα ψηλότερα με εκείνο τον τρόπο που ξέρουν να το κάνουν οι κομμουνιστές. 
Τον τρόπο που περιέγραψε λίγα χρόνια αργότερα ο Μπελογιάννης: «Με την καρδιά μας και με το αίμα μας».
Του Νίκου Μπογιόπουλου