Συνολικές προβολές σελίδας

Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Β. Ι. Λένιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Β. Ι. Λένιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

ΛΕΝΙΝ: H ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΑΣΤΙΚΑ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΑ k ΤΟΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟ !!

,,το  καθήκον της εργατικής τάξης είναι ν' αρπάξει τους οργανισμούς αυτούς απ' τα χέρια των τάξεων που διοικούνε, να τους τσακίσει, να τους καταστρέψει και στη θέση τους να δημιουργήσει όργανα της προλεταριακής εξουσίας,,


V.I. Lenin
ΤΑ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΑΙ Ο ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΣ

1. Η νέα εποχή και ο νέος κοινοβουλευτισμός
Στην αρχή (στην εποχή της Πρώτης Διεθνούς), η στάση των σοσιαλιστικών κομμάτων σχετικά με τον κοινοβουλευτισμό συνίστατο στο να χρησιμοποιούν τα αστικά κοινοβούλια για την προπαγάνδα. Τη συμμετοχή στο κοινοβουλευτικό έργο την έβλεπαν από την άποψη της ανάπτυξης της συνείδησης της τάξης, δηλαδή του ξυπνήματος της εχθρότητας των προλεταριακών τάξεων εναντίον των τάξεων που κατέχουν την εξουσία. Ο τρόπος αυτός της αντιμετώπισης των τάξεων υπάρχει όχι υπό την επίδραση μιας θεωρίας, αλλά υπό την επίδραση της πολιτικής προόδου. Χάρη στην αδιάκοπη αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων και στην επέκταση του επιπέδου της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, ο καπιταλισμός στερεώθηκε παρά πολύ, το ίδιο έγινε και για τα κοινοβουλευτικά κράτη.

Απ' αυτό προέρχονται η προσαρμογή της κοινοβουλευτικής τακτικής των σοσιαλιστικών κομμάτων προς τη νομοθετική δράση των αστικών Κοινοβουλίων, η διαρκώς αυξάνουσα σημασία του αγώνα για την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων μέσα στο περιθώριο του καπιταλισμού, η επικράτηση του λεγόμενου «μίνιμουμ» προγράμματος των σοσιαλιστικών κομμάτων και η χρησιμοποίηση ενός «μάξιμουμ» προγράμματος που απέβλεπε σ' έναν απομακρυσμένο «τελικό σκοπό». Πάνω σ' αυτή τη βάση αναπτύχθηκαν έπειτα τα συμπτώματα του κοινοβουλευτικού ανταγωνισμού, της διαφθοράς, της φανερής ή κρυφής προδοσίας των πιο στοιχειωδών συμφερόντων της εργατικής τάξης.

Η Τρίτη Διεθνής εξετάζει τον κοινοβουλευτισμό όχι από την άποψη μιας νέας θεωρίας, αλλά σχετικά με τη μεταβολή που πρέπει να γίνει στο ρόλο του κοινοβουλευτισμού. Στην προηγούμενη εποχή, το κοινοβούλιο, ως πράκτορας του αναπτυσσόμενου καπιταλισμού, έπαιξε, οπωσδήποτε, σπουδαίο ιστορικό ρόλο, σημείωσε μια πρόοδο. Αλλά στους σημερινούς όρους του αχαλίνωτου ιμπεριαλισμού, το Κοινοβούλιο έγινε όργανο ψευτιάς, κατεργαριάς, βίας και εκνευριστικής φλυαρίας. Αν έχουμε υπόψη μας τους εξοπλισμούς, τις κλεψιές, τις βίες, τις καταστροφές, τις ληστείες που προκάλεσε ο ιμπεριαλισμός, οι κοινοβουλευτικές μεταρρυθμίσεις του σημερινού συστήματος δεν έχουν καμιά σταθερότητα και λογική βάση κι έχουν χάσει κάθε πρακτική σημασία.

Οπως ολόκληρη η αστική κοινωνία, έτσι κι ο κοινοβουλευτισμός έχασε όλη του τη σταθερότητα. Η ξαφνική μετάβαση από την οργανική στην κριτική περίοδο δημιουργεί καινούρια βάση για την τακτική του προλεταριάτου όσον αφορά τον κοινοβουλευτισμό. Ετσι, το ρωσικό εργατικό Κόμμα (οι μπολσεβίκοι) είχε ήδη από πριν καθορίσει τις βάσεις του επαναστατικού κοινοβουλευτισμού, γιατί από το 1905, η Ρωσία είχε χάσει την πολιτική και την κοινωνική της ισορροπία και είχε μπει σε μια περίοδο καταιγίδων και ανατροπών.

Οταν μερικοί σοσιαλιστές, αρνούμενοι τον κομμουνισμό, επιμένουν ότι για τις χώρες τους δεν έφτασε ακόμη η στιγμή της κοινωνικής επανάστασης και δε θέλουν, προς το παρόν, να χωριστούν από τους οπορτουνιστές κοινοβουλευτικούς, ξεκινάνε από μια συνειδητή ή ασυνείδητη εκτίμηση της σημερινής εποχής, που τη θεωρούν ως περίοδο σχετικής στερεότητας της ιμπεριαλιστικής κοινωνίας και γι' αυτό το λόγο υποθέτουν ότι ο συνασπισμός με τον Τουράτι και με τον Λονγκέ θα μπορούσε να 'χει κάποια πρακτικά αποτελέσματα στον αγώνα τους για τις μεταρρυθμίσεις.

Μόλις φανεί, ο κομμουνισμός πρέπει ν' αρχίσει να εξηγεί θεωρητικώς το χαρακτήρα της εποχής του (ζενίθ του καπιταλισμού, τάσεις του ιμπεριαλισμού ν' αρνείται τον εαυτό του και να καταστρέφεται μόνος του, ακράτητη αύξηση της έντασης του εμφύλιου πολέμου κλπ.). Οι πολιτικές μορφές, σχηματισμοί και καταστάσεις μπορεί να διαφέρουν στις διάφορες χώρες, αλλά, στο βάθος, η κατάσταση των πραγμάτων είναι παντού η ίδια. Εμείς πρέπει να προετοιμάσουμε αμέσως τους πολιτικούς και τεχνικούς όρους της επανάστασης που θα κάνει το προλεταριάτο για να καταστρέψει την αστική εξουσία και για να δημιουργήσει την προλεταριακή εξουσία.

Σήμερα, για τους κομμουνιστές, το Κοινοβούλιο δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να είναι θέατρο ενός αγώνα για τις μεταρρυθμίσεις, για την καλυτέρευση της κατάστασης της εργατικής τάξης, όπως έγινε μερικές φορές στην προηγούμενη εποχή. Το κέντρο του βάρους της σημερινής πολιτικής ζωής έχει ξεπεράσει οριστικά τα κοινοβουλευτικά όρια. Εξάλλου, η αστική τάξη είναι υποχρεωμένη, όχι μόνο από τις σχέσεις που έχει με την εργαζόμενη τάξη, αλλά και με τα ίδια τα στοιχεία της, να περνάει όλες τις επιχειρήσεις κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο από το Κοινοβούλιο, όπου διάφορες συμμορίες τσακώνονται για την εξουσία, ξεσκεπάζοντας έτσι τη δύναμή τους, προδίδοντας τις αδυναμίες τους, σκοντάφτοντας κλπ.

Επομένως, το άμεσο ιστορικό καθήκον της εργατικής τάξης είναι ν' αρπάξει τους οργανισμούς αυτούς απ' τα χέρια των τάξεων που διοικούνε, να τους τσακίσει, να τους καταστρέψει και στη θέση τους να δημιουργήσει όργανα της προλεταριακής εξουσίας. Το επαναστατικό επιτελείο της εργατικής τάξης ενδιαφέρεται επίσης να έχει τους φωστήρες του μέσα στα αστικά κοινοβουλευτικά σώματα, για να ευκολύνει το καταστρεπτικό του έργο.

Ετσι θα δουν όλοι την ουσιώδη διαφορά που υπάρχει μεταξύ της τακτικής των κομμουνιστών, που μπαίνουν στο Κοινοβούλιο με σκοπό επαναστατικό και της τακτικής του κοινοβουλευτικού σοσιαλιστή. Ο κοινοβουλευτικός σοσιαλιστής αναγνωρίζει τη σχετική σταθερότητα του σημερινού συστήματοςΕργάζεται για να πετύχει με κάθε θυσία μεταρρυθμίσεις, ενδιαφέρεται οι κατακτήσεις των μαζών να περαστούν στο λογαριασμό του σοσιαλιστικού κοινοβουλευτισμού και να θεωρηθούν ως υπηρεσίες που αυτός προσέφερε (Τουράτι, Λονγκέ και Σία). Ο παλιός κοινοβουλευτισμός αντικαταστάθηκε από τον καινούριο, που είναι όργανο προορισμένο να καταστρέψει γενικώς τον κοινοβουλευτισμό. Τα αντιφατικά στοιχεία της παλιάς κοινοβουλευτικής τακτικής σπρώχνουν μερικά επαναστατικά στοιχεία στο στρατόπεδο εκείνων που είναι αντίπαλοι του κοινοβουλευτισμού (Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου, επαναστάτες συνδικαλιστές, Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα της Γερμανίας).

Οι θέσεις, που δέχτηκε για το ζήτημα αυτό το Β' Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, είναι οι ακόλουθες:

2. Ο κομμουνισμός, ο αγώνας για τη δικτατορία του προλεταριάτου και η χρησιμοποίηση του αστικού κοινοβουλίου
1. Ο κοινοβουλευτισμός, ως κυβερνητικό σύστημα, είναι δημοκρατική μορφή της κυριαρχίας της αστικής τάξης. Σε μια ορισμένη στιγμή της ανάπτυξής του έχει ανάγκη από μια ψευτολαϊκή αντιπροσωπεία, που, μολονότι παρουσιάζεται σαν οργάνωση της κοινωνικής θέλησης ανεξαρτήτως τάξεων, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μηχανή καταναγκασμού και καταπίεσης στα χέρια του κυρίαρχου κεφαλαίου.

2. Ο κοινοβουλευτισμός είναι ορισμένη μορφή του κυβερνητικού συστήματος. Γι' αυτό ποτέ δεν ταιριάζει στην κομμουνιστική κοινωνία, που δεν ξέρει ούτε τάξεις ούτε πάλη τάξεων ούτε κανένα είδος κυβερνητικής εξουσίας.

3. Ο κοινοβουλευτισμός δεν μπορεί να 'ναι ούτε η μορφή της κυβέρνησης του προλεταριακού κράτους στη μεταβατική περίοδο που πάει από τη δικτατορία της αστικής τάξης στη δικτατορία του προλεταριάτουΣτο πιο οξύ σημείο της πάλης των τάξεων, όταν η πάλη αυτή μεταβάλλεται σε εμφύλιο πόλεμο, το προλεταριάτο πρέπει κατ' ανάγκη να δημιουργήσει την κυβερνητική του οργάνωση ως οργάνωση «μάχης», στην οποία δε θ' αφήσει να χωθεί κανένας αντιπρόσωπος των παλιών κυρίαρχων τάξεων, κάθε δήθεν λαϊκή θέληση, κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης, είναι βλαβερή για το προλεταριάτο, το προλεταριάτο δεν έχει ανάγκη από τον κοινοβουλευτικό χωρισμό των εξουσιών, που μπορεί να είναι ολέθριος. Η σοβιετική δημοκρατία είναι η μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου.

4. Τα αστικά κοινοβούλια, που αποτελούν ένα από τα κυριότερα ελατήρια της κυβερνητικής μηχανής της αστικής τάξης, δεν μπορούν να κατακτηθούνόπως γενικά το αστικό κράτος δεν μπορεί να κατακτηθεί από το προλεταριάτο. Το καθήκον του προλεταριάτου είναι να σπάσει και να καταστρέψει την αστική κυβερνητική μηχανή, στην οποία περιλαμβάνονται και τα κοινοβουλευτικά σώματα, είτε είναι δημοκρατικά είτε συνταγματικά μοναρχικά.

5. Το ίδιο θα γίνει και για τους δημοτικούς και κοινοτικούς οργανισμούς που δεν είναι σωστό να τους θεωρούμε αντίθετους θεωρητικώς προς τα κυβερνητικά όργανα. Πράγματι, ο μηχανισμός τους είναι απαράλλακτος με τον κυβερνητικό μηχανισμό της αστικής τάξης και οι οργανισμοί αυτοί πρέπει να καταστραφούν από το προλεταριάτο και ν' αντικατασταθούν από τα τοπικά Σοβιέτ αντιπροσώπων εργατών.

6. Ο κομμουνισμός, λοιπόν, αρνείται κάθε μέλλον στον κοινοβουλευτισμόδεν τον δέχεται ως μορφή της δικτατορίας της τάξης του προλεταριάτου, δεν παραδέχεται πως είναι δυνατό να κατακτηθούν τα Κοινοβούλια, έχει ως σκοπό την κατάργηση του κοινοβουλευτισμού. Γι' αυτό δεν μπορεί να υπάρξει ζήτημα χρησιμοποίησης των αστικών κυβερνητικών οργανισμών παρά μόνο με το σκοπό της καταστροφής τους. Μ' αυτή, και μόνο μ' αυτή την έννοια μπορεί να τεθεί το ζήτημα.

7. Κάθε αγώνας τάξεων είναι αγώνας πολιτικός, γιατί στο τέλος είναι αγώνας για την εξουσία. Κάθε απεργία που απλώνεται σε μια ολόκληρη χώρα, γίνεται απειλή για την αστική κυβέρνηση, και γι' αυτό ακριβώς αποκτάει πολιτικό χαρακτήραΗ προσπάθεια για την ανατροπή της αστικής τάξης και το τσάκισμα του κράτους με κάθε μέσο είναι υποστήριξη πολιτικού αγώνα. Η δημιουργία ενός κυβερνητικού μηχανισμού καταναγκασμού «τάξης» εναντίον της ανυπότακτης αστικής τάξης, οποιοσδήποτε και αν είναι ο μηχανισμός αυτός, είναι κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας.

8. Ο πολιτικός, λοιπόν, αγώνας δε συνοψίζεται καθόλου στο ζήτημα της στάσης μας έναντι του κοινοβουλευτισμού. Περιλαμβάνει ολόκληρο τον αγώνα της τάξης του προλεταριάτου, εφόσον ο αγώνας αυτός παύει να είναι τοπικός και μερικός, και τείνει στην ανατροπή του καπιταλιστικού καθεστώτος.

9. Η βασική μέθοδος της πάλης του προλεταριάτου εναντίον της αστικής τάξης, δηλαδή εναντίον της κυβερνητικής της εξουσίας, είναι πρώτα πρώτα η μέθοδος της δράσης κατά μάζεςΗ δράση αυτή οργανώνεται και διευθύνεται από τις οργανώσεις των μαζών του προλεταριάτου (Σωματεία, Κόμματα, Σοβιέτ) υπό τη γενική οδηγία του στέρεα ενωμένου, πειθαρχικού και συγκεντρωτικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο εμφύλιος πόλεμος είναι πόλεμος. Στον πόλεμο αυτό, το προλεταριάτο πρέπει να 'χει ένα σώμα πολιτικών αξιωματικών, ένα καλό πολιτικό επιτελείο, που διευθύνει όλες τις επιχειρήσεις σ' όλους τους κλάδους της δράσης.

10. Ο αγώνας των μαζών αντιπροσωπεύει ολόκληρο σύστημα ενεργειών, που αναπτύσσονται, ζωογονούνται από την ίδια τη μορφή τους και οδηγούν λογικά στην επανάσταση κατά του καπιταλιστικού κράτους. Στον αγώνα αυτό των μαζών, που μοιραίως μεταβάλλεται σε εμφύλιο πόλεμο, το Κόμμα που διευθύνει το προλεταριάτο πρέπει, κατά γενικό κανόνα, να ενισχύει πίσω του όλες τις νόμιμες θέσεις, να τις κάνει στέρεα στηρίγματα της επαναστατικής του δράσης και να τις υποτάσσει στο κύριο σχέδιο της εκστρατείας, δηλαδή στον αγώνα των μαζών.

11. Ενα τέτοιο στέρεο στήριγμα είναι το βήμα του αστικού Κοινοβουλίου. Δεν πρέπει να προβάλλουμε εναντίον της συμμετοχής στην κοινοβουλευτική δράση την αστική ιδιότητα του κυβερνητικού οργανισμού. Το Κομμουνιστικό Κόμμα μπαίνει μέσα στη Βουλή, όχι να κάνει δράση οργανωτική, αλλά να υποσκάψει από μέσα την κυβερνητική μηχανή και την ίδια τη Βουλή. (Παραδείγματα: η δράση του Λίμπκνεχτ στη Γερμανία, των μπολσεβίκων στην τσαρική Δούμα, στη «Δημοκρατική Συνέλευση», στο «προκοινοβούλιο του Κερένσκι» και, τέλος, στη «Συντακτική Εθνοσυνέλευση» καθώς και στους δήμους).

12. Η κοινοβουλευτική αυτή δράση, που κυρίως συνίσταται στη χρησιμοποίηση του κοινοβουλευτικού βήματος για το σκοπό της επαναστατικής προπαγάνδας για την καταγγελία των στρατηγημάτων του αντιπάλου, για την πολιτική συγκέντρωση των μαζών κλπ., πρέπει να υποτάσσεται τελείως στους σκοπούς και στα έργα του ομαδικού αγώνα που γίνεται έξω από το Κοινοβούλιο.

13. Αν οι κομμουνιστές πάρουν την πλειοψηφία στους κοινοτικούς οργανισμούς, πρέπει: α) να αντιπολιτεύονται την κεντρική αστική εξουσία, β) να κάνουν ό,τι μπορούν για να εξυπηρετούν το φτωχότερο μέρος του πληθυσμού (οικονομικά μέτρα, εισαγωγή ή προσπάθεια εισαγωγής οπλισμένης εργατικής εθνοφρουράς κλπ.), γ) να δείχνουν σε κάθε ευκαιρία τα εμπόδια που βάζει το αστικό κράτος για τις ριζικές μεταρρυθμίσεις, δ) πάνω σ' αυτή τη βάση να αναπτύξουν επαναστατική προπαγάνδα όσο το δυνατό έντονη, χωρίς να φοβηθούν τη σύγκρουση με την κυβερνητική εξουσία, ε) ν' αντικαταστήσουν, σ' ορισμένες περιπτώσεις, τα κοινοτικά όργανα με τοπικά εργατικά Σοβιέτ. Ολη, λοιπόν, η δράση των κομμουνιστών πρέπει ν' αποτελεί μέρος του γενικού έργου της καταστροφής του καπιταλιστικού συστήματος.

14. Και η προεκλογική δράση πρέπει να γίνεται όχι με το πνεύμα της επιτυχίας όσο το δυνατό περισσότερων βουλευτικών θέσεων, αλλά με το πνεύμα της κινητοποίησης των μαζών με τα συνθήματα της προλεταριακής επανάστασης. Η προεκλογική δράση δεν πρέπει να γίνεται μόνο από τους κορυφαίους του Κόμματος, αλλά από το σύνολο των μελών του Κόμματος. Κάθε κίνημα των μαζών πρέπει να χρησιμοποιείται (απεργίες, διαδηλώσεις, ταραχές μέσα στους στρατιώτες και τους ναύτες κλπ.). Ολες οι προλεταριακές οργανώσεις πρέπει να σπρώχνονται σε μια ζωηρή δράση.

15. Υπό τέτοιους όρους, η κοινοβουλευτική δράση βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη σιχαμένη κοινοβουλευτική δράση που κάνουν τα σοσιαλιστικά κόμματα όλων των χωρών, των οποίων οι βουλευτές μπαίνουν στη Βουλή για να υποστηρίζουν ένα «δημοκρατικό» Σύνταγμα, ή το πολύ πολύ για να το «κατακτήσουν». Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν μπορεί να δεχτεί παρά μόνο την επαναστατική χρησιμοποίηση του κοινοβουλευτισμού, όπως μας την έδειξαν ο Καρλ Λίμπκνεχτ και οι μπολσεβίκοι.

16. Ο καταρχήν, λοιπόν, αντικοινοβουλευτισμός, δηλαδή η απόλυτη και κατηγορηματική άρνηση της συμμετοχής στις εκλογές και στην επαναστατική κοινοβουλευτική δράση, είναι παιδιακίστικη και απλοϊκή αντίληψη, που δεν μπορεί να αντισταθεί στην κριτική. Προέρχεται από μια βαθιά αποστροφή για τους κοινοβουλευτικούς πολιτευόμενους, αποστροφή που δημιουργείται γιατί υποθέτουν ότι δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατικός κοινοβουλευτισμός. Εκτός τούτου, η γνώμη αυτή βασίζεται πάνω σε μια εντελώς εσφαλμένη αντίληψη για το ρόλο του Κόμματος, που στην περίπτωση αυτή δε θεωρείται ως η συγκεντρωτική εργατική πρωτοπορία στον αγώνα, αλλά ως μια αποκεντρωτική οργάνωση αποτελούμενη από επαναστατικά τμήματα που δε συνδέονται καλά μεταξύ τους.

17. Εξάλλου, η ανάγκη της πραγματικής συμμετοχής στις κοινοβουλευτικές συνελεύσεις δεν προέρχεται καθόλου από την καταρχήν αναγνώριση της επαναστατικής δράσης στο Κοινοβούλιο. Στο ζήτημα αυτό, όλα εξαρτώνται από ένα σωρό ειδικούς όρους. Σε μια ορισμένη στιγμή μπορεί να είναι ανάγκη να φύγουν οι κομμουνιστές από τη Βουλή. Αυτό κάνανε οι μπολσεβίκοι όταν άφησαν το προκοινοβούλιο του Κερένσκι, για να το καταστρέψουν, για να του αφαιρέσουν κάθε δύναμη και να του αντιτάξουν πιο ζωηρά το Σοβιέτ της Πετρούπολης μια μέρα πριν τεθούν επικεφαλής της επανάστασης, το ίδιο κάνανε στη Συντακτική Εθνοσυνέλευση την ημέρα της διάλυσής της, φεύγοντας απ' αυτή και πηγαίνοντας στο Τρίτο Συνέδριο των Σοβιέτ. Σ' άλλες περιπτώσεις, μπορεί να 'ναι ανάγκη να μποϊκοταριστούν οι εκλογές ή να γίνει αμέσως επίθεση εναντίον της αστικής κοινοβουλευτικής κλίκας ή να λάβουμε μέρος στις εκλογές, αλλά να μην πάμε στη Βουλή κλπ.

18. Ετσι, μολονότι αναγνωρίζει κατά γενικό κανόνα την ανάγκη της συμμετοχής στις εκλογές, τόσο για τη Βουλή όσο και για τα όργανα της τοπικής εξουσίας, καθώς και την ανάγκη να κάνει κομμουνιστική δράση μέσα σ' αυτά τα σώματα, το Κομμουνιστικό Κόμμα πρέπει να παίρνει το ζήτημα αυτό συγκεκριμένα και να λαβαίνει υπόψη του τους ιδιαιτέρους όρους κάθε στιγμής. Το μποϊκοτάζ των εκλογών ή της Βουλής καθώς και η αποχώρηση από τη Βουλή είναι μέσα στα οποία μπορεί να 'ναι χρήσιμο να καταφύγουμε, προπάντων όταν βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα σύνολο όρων που μας επιτρέπουν ν' αρχίσουμε αμέσως τον ένοπλο αγώνα για την κατάκτηση της εξουσίας.

19. Είναι απαραίτητο να έχουμε σταθερά υπόψη μας τη μικρή σχετική σημασία του ζητήματος αυτού. Αν το κέντρο του βάρους βρίσκεται στον αγώνα για την κυβερνητική εξουσία που γίνεται έξω από το Κοινοβούλιο, είναι φανερό ότι η προλεταριακή δικτατορία και ο αγώνας των μαζών για την πραγματοποίηση της δικτατορίας αυτής δεν έχουν τίποτα να κάνουν με το ιδιαίτερο ζήτημα της χρησιμοποίησης του κοινοβουλευτισμού.

20. Γι' αυτό η Κομμουνιστική Διεθνής βεβαιώνει με τον κατηγορηματικότερο τρόπο ότι θεωρεί έγκλημα προς το εργατικό κίνημα κάθε σχίσμα ή απόπειρα σχίσματος μέσα στα κομμουνιστικά κόμματα που ακολουθούν αυτό το δρόμο. Το Συνέδριο κάνει έκκληση σ' όλους εκείνους που παραδέχονται τον αγώνα των μαζών υπέρ της δικτατορίας του συγκεντρωτικά οργανωμένου επαναστατικού προλεταριάτου, που θα χρησιμοποιήσει όλη του την επιρροή μέσα σ' όλες τις οργανώσεις της εργατικής τάξης, για να πραγματοποιήσει την τέλεια ενότητα των κομμουνιστικών στοιχείων, παρ' όλες τις ασυμφωνίες που μπορούν να υπάρξουν για το ζήτημα του κοινοβουλευτισμού.

3. Για την επαναστατική κοινοβουλευτική τακτική
Είναι ανάγκη:
1. Το Κομμουνιστικό Κόμμα στο σύνολό του και η Κεντρική του Επιτροπή να εξασφαλιστούν γενικώς στην προεκλογική περίοδο για την ειλικρίνεια και την αξία του υποψηφίου. Η Κεντρική Επιτροπή πρέπει να 'ναι υπεύθυνη για όλες τις πράξεις της κοινοβουλευτικής ομάδας. Πρέπει να έχει το αναμφισβήτητο δικαίωμα να απομακρύνει οποιονδήποτε υποψήφιο υποδεικνυόμενο από οποιαδήποτε οργάνωση, αν νομίζει ότι ο υποψήφιος αυτός δε θα μπορούσε να εκπληρώσει την κομμουνιστική του εντολή.

Τα κομμουνιστικά κόμματα πρέπει ν' αφήσουν τη συνήθεια να εκλέγουν για βουλευτές προπάντων εκείνους που αντιπροσωπεύουν ελεύθερα επαγγέλματα, δηλαδή δικηγόρους κλπ. Κατά κανόνα πρέπει να παίρνουν τους υποψήφιους μέσα από τους εργάτες, χωρίς να φοβούνται την κομμουνιστική τους απειρία.

Τα Κομμουνιστικά Κόμματα πρέπει να διώχνουν με αλύπητη περιφρόνηση τα συμφεροντολογικά στοιχεία που γλιστράνε μέσα στο Κόμμα την παραμονή των εκλογών, μόνο και μόνο για να μπούνε στη Βουλή. Οι Κεντρικές Επιτροπές πρέπει να εγκρίνουν τις υποψηφιότητες εκείνων μόνο που το παρελθόν τους δίνει αναμφισβήτητες αποδείξεις για την αφοσίωσή τους προς την εργατική τάξη.

2. Μόλις τελειώσουν οι εκλογές, η οργάνωση της κοινοβουλευτικής ομάδας πρέπει να βρεθεί τελείως στα χέρια της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος, αδιάφορο αν η Κεντρική Επιτροπή είναι νόμιμη ή παράνομη. Η εκλογή των μελών της διοίκησης της κοινοβουλευτικής ομάδας πρέπει να επικυρώνεται από την Κεντρική Επιτροπή. Η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος πρέπει να 'χει μέσα στην κοινοβουλευτική ομάδα αντιπρόσωπο με δικαίωμα ψήφου. Για όλα τα σπουδαία πολιτικά ζητήματα, η κοινοβουλευτική ομάδα πρέπει να ζητάει προηγουμένως οδηγίες από την Κεντρική Επιτροπή.

Η Κεντρική Επιτροπή έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να ορίζει ή να αλλάζει τους ρήτορες που πρόκειται να μιλήσουν στα σπουδαία ζητήματα. Οι ρήτορες υποβάλλουν στην έγκρισή της τις βάσεις πάνω στις οποίες θα μιλήσουν ή και ολόκληρο το κείμενο του λόγου τους.

Κάθε υποψήφιος του κομμουνιστικού συνδυασμού πρέπει να είναι υποχρεωμένος να παραιτείται μόλις το ζητήσει η Κεντρική Επιτροπή, για να μπορεί το Κόμμα να τον αντικαταστήσει σε κάθε στιγμή.

3. Στις χώρες όπου τα μεταρρυθμιστικά, μισομεταρρυθμιστικά ή απλώς συμφεροντολογικά στοιχεία έχουν χωθεί μέσα στην κομμουνιστική κοινοβουλευτική ομάδα (όπως έχει γίνει σε κάμποσες χώρες), οι Κεντρικές Επιτροπές των Κομμουνιστικών Κομμάτων πρέπει να τα διώξουν χωρίς έλεοςΜια μικρή, αλλά αληθινά κομμουνιστική κοινοβουλευτική ομάδα εξυπηρετεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης καλύτερα από μια ομάδα μεγάλη, αλλά χωρίς σταθερές κομμουνιστικές αρχές.

4. Κάθε κομμουνιστής βουλευτής πρέπει, κατά την απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής, να συνδυάζει την παράνομη με τη νόμιμη δράσηΣτις χώρες όπου οι κομμουνιστές βουλευτές έχουν ακόμα, σύμφωνα με τους αστικούς νόμους, τη βουλευτική ασυλία, πρέπει να χρησιμοποιούν την ασυλία αυτή για την παράνομη οργάνωση και δράση του Κόμματος.

5. Οι παραμικρότερες πράξεις των κομμουνιστών βουλευτών μέσα στη Βουλή πρέπει να υποτάσσονται στη μη κοινοβουλευτική εργασία του ΚόμματοςΝομοσχέδια καθαρά επιδεικτικά και καμωμένα όχι για να γίνουν δεκτά από την αστική τάξη, αλλά για προπαγάνδα και δημιουργία κίνησης, μπορούν να υποβάλλονται σύμφωνα με οδηγίες της Κεντρικής Επιτροπής.

6. Στις διαδηλώσεις που οργανώνουν οι εργάτες στους δρόμους και σε οποιαδήποτε άλλη επαναστατική εκδήλωση, οι βουλευτές έχουν υποχρέωση να βρίσκονται επικεφαλής των εργατικών μαζών και να τις οδηγούνε.

7. Οι κομμουνιστές βουλευτές πρέπει με κάθε μέσο να βρίσκονται σε επαφή (υπό τον έλεγχο του Κόμματος) με τους εργάτες, τους χωρικούς και κάθε είδους εργαζόμενους ανθρώπους, ποτέ δεν πρέπει να ενεργούν σαν τους σοσιαλιστές βουλευτές που φροντίζουν να βρίσκονται σε ρουσφετολογικές σχέσεις με τους εκλογείς τους. Πρέπει πάντα να βρίσκονται στη διάθεση των κομμουνιστικών οργάνων για το έργο της προπαγάνδας στη χώρα.

8. Κάθε κομμουνιστής βουλευτής πρέπει να καταλάβει καλά ότι δεν είναι νομοθέτης που πρέπει να συνεννοηθεί με άλλους νομοθέτες, αλλά προπαγανδιστής του ΚόμματοςΟ κομμουνιστής βουλευτής είναι υπεύθυνος όχι μπροστά στην ανώνυμη μάζα των εκλογέων, αλλά μπροστά στο Κομμουνιστικό Κόμμα, νόμιμο ή παράνομο.

9. Οι κομμουνιστές βουλευτές πρέπει μέσα στη Βουλή να μιλάνε σε γλώσσα που να την καταλαβαίνει κάθε εργάτης, κάθε τσοπάνης, κάθε πλύστρα, ώστε το Κόμμα να μπορεί να τυπώνει τους λόγους του σε φυλλάδια και να τα σκορπάει και στις πιο μακρινές γωνιές του τόπου.

10. Οι απλοί κομμουνιστές εργάτες πρέπει δίχως φόβο ν' ανεβαίνουν στο βήμα των αστικών Κοινοβουλίων, χωρίς ποτέ να παραχωρούν τη θέση τους σε καλύτερους κοινοβουλευτικούς ρήτορες - και αν ακόμη οι εργάτες αυτοί βρίσκονται στην αρχή του κοινοβουλευτικού τους σταδίου. Εν ανάγκη, οι εργάτες βουλευτές διαβάζουν απλώς τους λόγους τους, που προορίζονται να δημοσιευτούν από τον Τύπο ή σε χωριστά φυλλάδια.

11. Οι κομμουνιστές βουλευτές πρέπει να χρησιμοποιούν το κοινοβουλευτικό βήμα για να ξεσκεπάζουν όχι μόνο την αστική τάξη και τους επίσημους υπηρέτες της, αλλά τους σοσιαλπατριώτες, τους μεταρρυθμιστές πολιτευόμενους του κέντρου και, εν γένει, κάθε αντίπαλο του κομμουνισμού και για να κάνουν πλατιά προπαγάνδα των ιδεών της Τρίτης Διεθνούς.

12. Οι κομμουνιστές βουλευτές, ακόμα και όταν είναι πολύ λίγοι, πρέπει να προκαλούν την αστική κοινωνία και να μην ξεχνάνε ποτέ ότι άξιος του ονόματος κομμουνιστής είναι μονάχα εκείνος, που όχι με λόγια, αλλά με έργα, δείχνει πως είναι θανάσιμος εχθρός της αστικής κοινωνίας και των σοσιαλπατριωτών υπηρετών της.

Αλιεύτηκε από leninReloaded

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2018

Oι αστικοφυλλάδες της Σουηδίας για την -Nadezjda Krupskaja.


«Δεν είναι σίγουρο ότι παντρεύτηκε από αγάπη τον Λένιν ή επειδή ήθελε να συνεχίσει την πολιτική της καριέρα» γράφουν οι Σουηδικές φυλλάδες! «Δεν της φερόταν καλά» λένε. 
Αυτή όμως εκεί! 
Τον παντρεύτηκε και τον ακολούθησε στην εξορία στην Σιβηρία από το 1896 μέχρι το 1901 να κάνει πολιτική καριέρα στους πάγους.... 
Πήγε μαζί του στην Γερμανία μετά την απελευθέρωση τους. Ήταν δίπλα του γραμματέας της ΚΕ. 

«Άκουγε με προσοχή όταν του διηγήθηκα ότι στην Ελβετία το αστικό σχολείο μεταβάλει σε δούλους τους μαθητές». 
Γύρισε μαζί του το 1905 στην Ρωσία αλλά ξαναέφυγαν μετά την αποτυχία της προσπάθειας γιά επανάσταση. 
Και αφού έγινε η Οκτωβριανή επανάσταση επέμενε πάλι δίπλα του. 
Ασχολήθηκε με την εκπαίδευση μαζί με τον Καλίνιν. Ίδρυσε την Κομσομόλ και τους Πιονιέρους. 
Έμεινε δίπλα του όταν έπαθε τα τρία εγκεφαλικά απο το 22 μέχρι τον θανατό του το 24. 
Το 24 εκλέχθηκε στο ΠΓ. 
Εκλέχθηκε στο ανώτατο Σοβιέτ το 1931. Έγινε υφυπουργός παιδείας απο το '29 μέχρι το θάνατό της το 1939. 
Έδωσε μεγάλη βάση στην ίδρυση της παιδικής βιβλιοθήκης και στο Πολυτεχνικό σχολείο. 
Έγραψε την βιογραφία του Λένιν. 
« Το να χτίσεις σοσιαλισμό δεν σημαίνει μόνο να οικοδομήσουμε τεράστια εργοστάσια και αλευρόμυλους. Αυτό είναι βεβαίως απαραίτητο, αλλά όχι αρκετό για να χτίσεις τον σοσιαλισμό. Οι άνθρωποι πρέπει να μεγαλώσουν στο μυαλό και την καρδιά. Και με βάση αυτή την ατομική αλλαγή στήν ζωή μας διαμορφώνεται ένα νέο είδος ισχυρού συλλογικού σοσιαλισμού, στον οποίο το «Εγώ» και το «εμείς» θα ενωθούν σε ένα αδιάσπαστο σύνολο. Μια τέτοια συλλογική μπορεί να αναπτυχθεί μόνο με βάση τη βαθιά ιδεολογική αλληλεγγύη και μια εξίσου βαθιά συναισθηματική προσέγγιση και αμοιβαίας κατανόηση». Γράμμα στον Μαξίμ Γκόρκι το 1932.

Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

«Μέση λύση δεν υπάρχει»




...Εφτασε η ώρα...

«Η κρίση ωρίμασε», προειδοποιούσε ο Λένιν στις 29 Σεπτέμβρη.
 «Ολόκληρο το μέλλον της ρωσικής επανάστασης παίζεται κορόνα - γράμματα. Κρίνεται η τιμή ολόκληρου του Μπολσεβίκικου Κόμματος»
 (Απαντα, τόμ. 34, σελ. 280, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»).

Αναλύοντας το σύνολο των γεγονότων στη χώρα, ο Λένιν συμπέρανε ότι είχε φτάσει η ώρα για την άμεση προετοιμασία της ένοπλης εξέγερσης. 
«Στις 3 και 4 Ιούλη η εξέγερση θα ήταν λάθος: Δε θα μπορούσαμε να κρατήσουμε την εξουσία ούτε υλικά ούτε πολιτικά. Υλικά, παρά το ότι υπήρχαν στιγμές που η Πετρούπολη ήταν στα χέρια μας, γιατί οι εργάτες και οι στρατιώτες μας δε θα πολεμούσαν, δε θα πέθαιναν τότε για την Πετρούπολη: Δεν υπήρχε τέτοια "μανία'', τέτοιο άσβεστο μίσος ούτε απέναντι στον Κερένσκι ούτε απέναντι στους Τσερετέλι - Τσερνόφ (...) Πολιτικά δε θα μπορούσαμε να κρατήσουμε την εξουσία στις 3 και 4 Ιούλη, γιατί ο στρατός και η επαρχία, πριν τον κορνιλοφισμό, μπορούσαν να βαδίσουν και θα βάδιζαν ενάντια στην Πετρούπολη. Τώρα η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Μας ακολουθεί η πλειοψηφία της τάξης που είναι η εμπροσθοφυλακή της επανάστασης, η εμπροσθοφυλακή του λαού, που είναι ικανή να συναρπάσει τις μάζες. Μας ακολουθεί η πλειοψηφία του λαού (...) Η νίκη μας είναι σίγουρη γιατί ο λαός έχει πια φτάσει πολύ κοντά στην απόγνωση κι εμείς προσφέρουμε σε όλο το λαό μια σίγουρη διέξοδο, γιατί του δείξαμε "στις κορνιλοφικές μέρες'' τι αξίζει η καθοδήγησή μας» (Απαντα, τόμ. 34, σελ. 244, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»)...


Οι εργάτες που πήραν ενεργό μέρος στην απεργία των οδηγών των τραμ στην πόλη Πιατιγκόρσκ στο Βόρειο Καύκασο το Σεπτέμβρη του 1917


Πλησιάζοντας ο Οκτώβρης του 1917 η κατάσταση στην ήδη επαναστατημένη Ρωσία οξυνόταν. 
Οι κυρίαρχοι κύκλοι όχι μόνο δεν μπορούσαν να κυβερνήσουν τη χώρα όπως προηγουμένως, αλλά χρεοκοπούσε με γοργούς ρυθμούς και η πολιτική εγκλωβισμού στα αστικά συμφέροντα, που ακολουθούσαν οι μενσεβίκοι και οι εσέροι.

Μόνο το Σεπτέμβρη οι αποφάσεις των Σοβιέτ της Πετρούπολης και της Μόσχας, για το πέρασμα όλης της εξουσίας στα χέρια των εργατών και της αγροτικής φτωχολογιάς, υποστηρίχτηκαν από 80 και πλέον Σοβιέτ.

Οι εξελίξεις αυτές διαμόρφωσαν, μέσα σε λίγες μόνο μέρες, μια κατάσταση την οποία ο Λένιν χαρακτήρισε «απότομη και (...) πρωτότυπη στροφή στη ρωσική επανάσταση»: Η αντεπανάσταση αποδείχτηκε αισθητά εξασθενημένη, τη στιγμή που το επαναστατικό στρατόπεδο είχε δυναμώσει μετά από τον αγώνα κατά του κορνιλοφισμού.

Ο Λένιν εκτιμούσε πως το άμεσο καθήκον είναι η ένοπλη εξέγερση για την ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης και την κατάληψη της εξουσίας. Ολη η δουλειά του Κόμματος έπρεπε να προσανατολιστεί σε αυτό το άμεσο καθήκον.

Την ίδια περίοδο, το βασικό ρόλο στις μαζικές οργανώσεις του προλεταριάτου άρχισαν να τον παίζουν οι μπολσεβίκοι. Μέσα στο προλεταριάτο, έγραφε ο Λένιν την 1η Σεπτέμβρη 1917, «παρατηρείται ολοφάνερη πτώση της επιρροής των εσέρων και των μενσεβίκων, ολοφάνερη άνοδος της επιρροής των μπολσεβίκων».



Διαδήλωση του Σεπτέμβρη στη Σιβηρία

Στη συνεδρίαση της Ολομέλειας του Σοβιέτ της Πετρούπολης με πλειοψηφία 279 ψήφων, έναντι 115 κατά και 50 λευκών, υπερψηφίστηκε η απόφαση που πρότειναν οι μπολσεβίκοι, η οποία κατέκρινε την πολιτική των κυβερνητικών συνασπισμών με τα αστικά κόμματα, καλούσε για το πέρασμα όλης της εξουσίας στα χέρια των Σοβιέτ.



Στην απόφαση αυτή το Μπολσεβίκικο Κόμμα, για πρώτη φορά μετά από το 6ο του Συνέδριο, επανήλθε στο σύνθημα «Ολη η εξουσία στα Σοβιέτ», το οποίο είχε προσωρινά αποσυρθεί μετά από τα γεγονότα του Ιούλη. 
Η αλλαγή της σύνθεσης και των συσχετισμών στη συντριπτική πλειοψηφία των Σοβιέτ της χώρας υπέρ των μπολσεβίκων είχε δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την επαναφορά του συνθήματος «Ολη η εξουσία στα Σοβιέτ!».

Δείκτης ανόδου της επιρροής των μπολσεβίκων στις μάζες αποτέλεσαν και οι εκλογές που έγιναν το Σεπτέμβρη για την ανάδειξη τοπικών συμβουλίων (τοπικές Δούμες) στις πόλεις και τις περιφέρειες.
Η ένοπλη εξέγερση στην ημερήσια διάταξη

Από τα μέσα Σεπτέμβρη το σύνθημα «Ολη η εξουσία στα Σοβιέτ!» έγινε ισοδύναμο με το σύνθημα για ένοπλη εξέγερση. Το Μπολσεβίκικο Κόμμα, υλοποιώντας τις αποφάσεις του 6ου Συνεδρίου, δούλευε εντατικά με σκοπό να ετοιμάσει προσεκτικά και ολόπλευρα τις δυνάμεις για τον ένοπλο αγώνα, αλλά και να μπορέσει σωστά να προσδιορίσει την πιο κατάλληλη στιγμή για την εκδήλωση της εξέγερσης.

Η πανεθνική κρίση φούντωνε ολοένα και περισσότερο σε όλη τη χώρα. Η κυβέρνηση είχε παραλύσει. Η κατάσταση της οικονομίας επιδεινωνόταν συνεχώς, η καταστροφή στη βιομηχανία και τις μεταφορές πήρε πανρωσικές διαστάσεις. Η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε αισθητά. Το 1917 ο όγκος της σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος ελαττώθηκε κατά 36,4%. Η παραγωγή χάλυβα και χυτοσίδηρου μειώθηκε σχεδόν 2 φορές, η εξόρυξη κάρβουνου έπεσε στο επίπεδο του 1911. Οι σιδηροδρομικές μεταφορές είχαν αποδιοργανωθεί σε μεγάλο βαθμό: Δεν επαρκούσαν τα καύσιμα, τα βαγόνια, οι ατμομηχανές, οι γραμμές καταστρέφονταν.

Σε ολόκληρη τη χώρα ξέσπασαν ταραχές εξαιτίας της πείνας. Συνολικά, το Σεπτέμβρη, στις βιομηχανικές επιχειρήσεις είχαν καταγραφεί 169 εκδηλώσεις διαμαρτυρίας με διάφορους τρόπους: 108 απεργίες, 18 εργατικές ταραχές, 33 περιπτώσεις εφαρμογής εργατικής αυτοδιεύθυνσης, 21 συλλήψεις και απομακρύνσεις της εργοστασιακής διεύθυνσης, 8 καταλήψεις επιχειρήσεων κ.λπ. Μεγάλο πολιτικό γεγονός αποτέλεσε μια από τις πιο μαζικές οικονομικές απεργίες της προοκτωβριανής περιόδου, η πανρωσική απεργία των σιδηροδρομικών (24 - 27 Σεπτέμβρη).

Οι επιχειρηματίες, για να καταπολεμήσουν το εργατικό κίνημα που μεγάλωνε, έκλειναν τα εργοστάσια. Για παράδειγμα, την 1η Σεπτέμβρη, στην περιοχή του Ιβάνοβο - Βοζνεσένσκ, οι εργοστασιάρχες πέταξαν στο δρόμο 10.000 υφαντουργούς. Στις 8 Σεπτέμβρη, η διεύθυνση του εργοστασίου χυτηρίου και μηχανουργίας «Παρβιάινεν», με τη δικαιολογία της έλλειψης καυσίμων, ανακοίνωσε την απόλυση 1.630 εργατών.

Επικεφαλής του αγώνα κατά των λοκ άουτ έμπαιναν οι μπολσεβίκοι. Οντας μέλη των εργοστασιακών επιτροπών, εξακρίβωναν το πραγματικό μέγεθος των αποθεμάτων καυσίμων και τροφίμων, εξηγούσαν στους εργάτες τις αληθινές αιτίες των αποφάσεων που έπαιρναν οι επιχειρηματίες, ξεσήκωναν το προλεταριάτο σε οργανωμένο αγώνα κατά του κεφαλαίου.

Παράλληλα, διευρυνόταν και αναπτυσσόταν και το αγροτικό κίνημα, για την κατάπνιξη του οποίου η κυβέρνηση χρησιμοποιούσε τα πιο αυστηρά μέτρα. Στις περιοχές της χώρας, όπου οι αγρότες καταλάμβαναν χωράφια, τσιφλίκια, αγροτικές περιουσίες κ.λπ., στάλθηκαν αποσπάσματα για την καταστολή τους.

Μόνο το Σεπτέμβρη, σε 68 κυβερνεία και περιοχές της Ρωσίας είχαν καταγραφεί 630 αγροτικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας: 83 περιπτώσεις λεηλασίας και 61 περιπτώσεις αρπαγής περιουσιών, 73 περιπτώσεις κατάληψης γης, 63 περιπτώσεις κατάληψης λιβαδιών, 96 περιπτώσεις κατάληψης δασών, 28 περιπτώσεις αρπαγής εργαλείων, 57 περιπτώσεις αρπαγής της σοδειάς κ.λπ.

Αισθητά οξύνθηκε και ο αγώνας των καταπιεσμένων εθνών: Απεργιακό κίνημα και αγροτικές εκδηλώσεις σε Ουκρανία, Λευκορωσία, Βαλτική, εξέγερση στις περιοχές Σεμιρέτσγιε και Τουργκάισκ, «ταραχές» στο Βόρειο Καύκασο.

Η χρησιμοποίηση του στρατού για την καταστολή των λαϊκών διαμαρτυριών γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Στις αρχές του Σεπτέμβρη, ορισμένοι λόχοι του 74ου εφεδρικού Συντάγματος Πεζικού στην πόλη Οριόλ αρνήθηκαν να επιτρέψουν τη λειτουργία πειθαρχικών δικαστηρίων στους λόχους τους και αποπειράθηκαν να συλλάβουν τον διοικητή του Συντάγματος, ο οποίος τάχτηκε υπέρ των μέτρων αυτών. Οι στρατιώτες δήλωσαν ότι δεν είχαν εκλέξει αυτοί την Προσωρινή Κυβέρνηση και τον Κερένσκι και γι' αυτό δεν τους αναγνώριζαν.
Οι αστοί τρομάξανε...

Τα σύμμαχα καπιταλιστικά κράτη ενέτειναν τις προσπάθειές τους να στηρίξουν την αδύναμη Προσωρινή Κυβέρνηση. Οι ΗΠΑ παραχώρησαν στην Προσωρινή Κυβέρνηση νέα πίστωση ύψους 125 εκατομμυρίων δολαρίων. Μεγάλο δάνειο ύψους 105 εκατομμυρίων γιεν πήρε η Ρωσία από την Ιαπωνία (70 εκατομμύρια από αυτά δόθηκαν για την πληρωμή παλιών χρεών). Η στήριξη των συμμάχων γινόταν με σκοπό την αποτελεσματική αντιμετώπιση του επαναστατικού κινήματος. Παρουσιαζόταν μια καταπληκτική ομοψυχία και των δύο εμπόλεμων ομάδων της διεθνούς αστικής τάξης απέναντι στο χτύπημα του επαναστατημένου ρωσικού λαού.

Αναζητώντας διέξοδο από την κρίση που είχε προκληθεί, η εσερο-μενσεβίκικη Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ κάλεσε στις 14 Σεπτέμβρη τη λεγόμενη «Πανρωσική Δημοκρατική Σύσκεψη», που αποφάσισε να σχηματίσει Προσωρινό Σοβιέτ της Ρωσικής Δημοκρατίας ή, όπως το είχαν ονομάσει αλλιώτικα, «Προκοινοβούλιο», ένα αντιπροσωπευτικό όργανο πλάι στην Προσωρινή Κυβέρνηση.

Ο Λένιν τάχτηκε αποφασιστικά υπέρ του μποϊκοταρίσματος του Προκοινοβουλίου, δείχνοντας πως η ουσία του συνίσταται στην εξαπάτηση των εργατών και των αγροτών, πως στοχεύει «να τους αποσπάσει από τη νέα επανάσταση που φουντώνει, να ρίξει στάχτη στα μάτια των καταπιεζόμενων τάξεων, ντύνοντας με καινούργια φορεσιά τον παλιό, δοκιμασμένο ήδη, κουρελή και πολυφθαρμένο "συνασπισμό" με την αστική τάξη» (Απαντα, τόμ. 34, σελ. 261, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»).

Στις 25 Σεπτέμβρη, ύστερα από μακρόχρονες διαπραγματεύσεις επιτεύχθηκε ο κύριος στόχος, ο σχηματισμός νέας, της τρίτης (και τελευταίας) κυβέρνησης συνασπισμού. Ο σχηματισμός της νέας κυβέρνησης δεν έσωσε τη χώρα από την πανεθνική κρίση, που όλο και πιο απειλητικά εκδηλωνόταν στην ανικανότητα της εξουσίας, στην οικονομική ερήμωση, στην άνοδο του επαναστατικού κινήματος, στην ολοκληρωτική απομάκρυνση του στρατού από την κυβέρνηση. Διαμορφωνόταν η απαραίτητη για τη νικηφόρα εξέγερση επαναστατική κατάσταση.
Εφτασε η ώρα...

«Η κρίση ωρίμασε», προειδοποιούσε ο Λένιν στις 29 Σεπτέμβρη. «Ολόκληρο το μέλλον της ρωσικής επανάστασης παίζεται κορόνα - γράμματα. Κρίνεται η τιμή ολόκληρου του Μπολσεβίκικου Κόμματος» (Απαντα, τόμ. 34, σελ. 280, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»).

Αναλύοντας το σύνολο των γεγονότων στη χώρα, ο Λένιν συμπέρανε ότι είχε φτάσει η ώρα για την άμεση προετοιμασία της ένοπλης εξέγερσης. «Στις 3 και 4 Ιούλη η εξέγερση θα ήταν λάθος: Δε θα μπορούσαμε να κρατήσουμε την εξουσία ούτε υλικά ούτε πολιτικά. Υλικά, παρά το ότι υπήρχαν στιγμές που η Πετρούπολη ήταν στα χέρια μας, γιατί οι εργάτες και οι στρατιώτες μας δε θα πολεμούσαν, δε θα πέθαιναν τότε για την Πετρούπολη: Δεν υπήρχε τέτοια "μανία'', τέτοιο άσβεστο μίσος ούτε απέναντι στον Κερένσκι ούτε απέναντι στους Τσερετέλι - Τσερνόφ (...) Πολιτικά δε θα μπορούσαμε να κρατήσουμε την εξουσία στις 3 και 4 Ιούλη, γιατί ο στρατός και η επαρχία, πριν τον κορνιλοφισμό, μπορούσαν να βαδίσουν και θα βάδιζαν ενάντια στην Πετρούπολη. Τώρα η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Μας ακολουθεί η πλειοψηφία της τάξης που είναι η εμπροσθοφυλακή της επανάστασης, η εμπροσθοφυλακή του λαού, που είναι ικανή να συναρπάσει τις μάζες. Μας ακολουθεί η πλειοψηφία του λαού (...) Η νίκη μας είναι σίγουρη γιατί ο λαός έχει πια φτάσει πολύ κοντά στην απόγνωση κι εμείς προσφέρουμε σε όλο το λαό μια σίγουρη διέξοδο, γιατί του δείξαμε "στις κορνιλοφικές μέρες'' τι αξίζει η καθοδήγησή μας» (Απαντα, τόμ. 34, σελ. 244, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»).

Ο Λένιν υποστήριζε αποφασιστικά: «Οι μπολσεβίκοι μπορούν και πρέπει να πάρουν την εξουσία». Μόνο η πολιτική γραμμή των μπολσεβίκων και η εξουσία των Σοβιέτ μπορούσαν να βγάλουν τη χώρα από την οικονομική καταστροφή, να ικανοποιήσουν τις αξιώσεις της φτωχής αγροτιάς, που στη διάρκεια εφτά μηνών της επανάστασης δεν πήρε τίποτα, παρά κενές υποσχέσεις, να αποτρέψουν τα σχέδια για κατάπνιξη της επαναστατημένης Πετρούπολης και να δώσουν στο λαό την πολυπόθητη ειρήνη.

«Μέση λύση δεν υπάρχει», υπογράμμιζε ο Λένιν. «Δεν μπορούμε να περιμένουμε. Η επανάσταση χάνεται» (Απαντα, τόμ. 34, σελ. 247, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»).

-




Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

περί: Φιλοσοφίας και Διαλεκτικής !!

Η ελευθερία ως μια έννοια του ιστορικού υλισμού είναι η πλήρης γνώση της αναγκαιότητας. 

Ιστορία της φιλοσοφίας


Το όνειρο πολλών επιστημόνων, από παλιά ήταν να βρουν μια θεωρία να εξηγεί τα πάντα. Είναι πασιφανές πως δεν πρόκειται για μιά επιστήμη αλλά για έναν τρόπο σκέψης. Αυτό θα ήταν το ζητούμενο.
        Κατά την γνώμη μου την καλύτερη περιγραφή αυτής της ιδέας την έχει δώσει ο Ενγκελς: 
Η μεγάλη θεμελιακή ιδέα οτι τον κόσμο δεν πρέπει να τον αντιλαμβανόμαστε σαν σύμπλεγμα απο έτοιμα πράγματα, αλλά σαν σύμπλεγμα απο προτσές, όπου τα πράγματα, τα φαινομενικά σταθερά, καθώς και οι ιδεατές απεικονίσεις στο κεφάλι μας, οι έννοιες, βρίσκονται σε αδιάκοπη αλλαγή, πότε εμφανίζονται και πότε εκμηδενίζονται – η μεγάλη αυτή θεμελιακή ιδέα έγινε, ιδιαίτερα απο την εποχή του Χέγκελ, σε τέτοιο βαθμό κοινή συνείδηση, που είναι ζήτημα εαν θα την αμφισβητήσει κανείς στην γενική της μορφή. Αλλο πράγμα είναι όμως να την παραδέχεσαι στα λόγια και άλλο να την εφαρμόζεις σε κάθε χωριστή περίπτωση και σε κάθε πεδίο έρευνας.”
Αυτή είναι η διαλεκτική μέθοδος.

Και συνεχίζει ο Ενγκελς:
“Για την διαλεκτική φιλοσοφία τίποτα δεν είναι μιά για πάντα καθορισμένο, απόλυτο, ιερό. Παντού και σε όλα η διαλεκτική φιλοσοφία βλέπει την σφραγίδα της αναπόφευκτης πτώσης και τίποτα δεν μπορεί να σταθεί μπροστά της, εκτός απο το αδιάκοπο προτσές της γέννησης και της εκμηδένισης, εκτός απο το ατελεύτητο ανέβασμα απο μιά κατώτερη βαθμίδα σε μια ανώτερη. Και η ίδια δεν είναι παρά μια απλή αντανάκλαση αυτού του προτσές στον σκεπτόμενο εγκέφαλο. Ετσι η διαλεκτική, σύμφωνα με τον Μάρξ, είναι η επιστήμη των γενικών νόμων της κίνησης τόσο του εξωτερικού κόσμου όσο και της ανθρώπινης νόησης.

Ολα άρχισαν στην αρχαία Ελλάδα απ’ τον Ηράκλειτο. Η κεντρική ιδέα σ’ αυτά που έλεγε είναι ότι όλα είναι ρευστά, τίποτα δεν είναι σταθερό (“Τα πάντα ρει”). Δηλαδή, δεν πρέπει τίποτα να θεωρείς ότι είναι σταθερό κι αμετακίνητο για πάντα. Ολα βρίσκονται σε κατάσταση συνεχούς μεταβολής. 
Ελεγε ο Ηράκλειτος ... ο κόσμος είναι ένας, δεν δημιουργήθηκε απο κανέναν θεό ούτε απο κανέναν άνθρωπο - ήτανε, είναι και θα είναι μια φλόγα αιώνια ζωντανή, που φουντώνει και σβήνει σύμφωνα με καθορισμένους νόμους ...

Ο Georg Wilhelm Friedrich Hegel (1770-1831) θεωρείται ο πατέρας της σύγχρονης διαλεκτικής. Ο Χέγκελ ήταν ο εισηγητής, μιας πολύ μεγάλης φιλοσοφικής σχολής, του διαλεκτικού ιδεαλισμού. Με λίγα λόγια ο ιδεαλιστής Χέγκελ πάντρεψε τον ιδεαλισμό του Immanuel Kant, (1724-1804) με την διαλεκτική. Η διαλεκτική είναι η “άρνηση της άρνησης”. Ενα φυτό αρνείται κάθε στιγμή που μεγαλώνει την προηγούμενή του κατάσταση, ώσπου φτάνει να αρνείται όλες αυτές τις διαδοχικές αρνήσεις και γίνεται κάτι άλλο, δηλ. δέντρο.
Στο φυτό που μεταβάλεται, όπως και σε όλα τα πράγματα, επιδρούν κάποιες δυνάμεις που δίνουν ώθηση σ’ αυτήν την αλλαγή.


Για να κατανοήσουμε τις σχέσεις των παραγόντων που βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση με αποτέλεσμα να προκύψει μια δεδομένη αλλαγή, πρέπει να τις αναλύσουμε. Ανάλυση λοιπόν είναι μια άλλη κομβική έννοια της διαλεκτικής. Η ανάλυση σε οδηγεί στην κατανόηση των αλληλεπιδράσεων. Οσο πιο λεπτομερής θα είναι η ανάλυση, τόσο πιο λεπτομερείς αλληλοσυσχετίσεις θα ξεδιαλύνονται.
Σε κάποιο σημείο θα αρχίσουν να διαφαίνονται οι γενικοί νόμοι της κίνησης που διέπουν την αλληλοεξάρτηση που εξετάζουμε.
 Αν αυτοί οι γενικοί νόμοι της κίνησης κατανοηθούν τότε η διαλεκτική πέτυχε τον στόχο της. Τότε η ανασύνθεση της κατάστασης που αναλύθηκε θα οδηγήσει τον εγκέφαλο να ταξινομήσει μια κατανοητή αλληλουχία συνεχούς κίνησης και μεταβολής.
Αν η ανάλυση δεν γίνει και δεν διαφανούν ξεκάθαρα οι νόμοι της κίνησης, ο εγκέφαλος θα αποθηκεύσει μια εν πολλοίς ανεξήγητη στατική κατάσταση ή ακόμα χειρότερα μια μυστηριωδώς μεταβαλόμενη κατάσταση. 
Όλα έτσι λειτουργούν. 
Καθετί αλλάζει και γίνεται κάτι άλλο, αρνείται δηλαδή τον παλιό του εαυτό. Δεν πρέπει να τον αντιλαμβανόμαστε σαν σύμπλεγμα απο έτοιμα πράγματα, αλλά σαν σύμπλεγμα απο προτσές. Τα αντίθετα μεταξύ τους πράγματα στην πραγματικότητα είναι το ίδιο πράγμα που πάει απ’ το ένα άκρο στο άλλο, σαν εκκρεμές. Αυτό μας λέει λοιπόν ότι καθετί έχει μέσα του το αντίθετό του. Κάπως έτσι θεμελίωσε την διαλεκτική ένας ιδεαλιστής.

Αυτό που τον έκανε ιδεαλιστή, ήταν ότι στηριζόταν πάνω σε όλη την κυρίαρχη σκέψη της εποχής και θεωρούσε δεδομένη την ύπαρξη του θεού ή της ανώτερης πνευματικής δύναμης ή του παγκόσμιου πνεύματος.
Η κατώτερη άψυχη ύλη κατευθυνόταν απο το παγκόσμιο πνεύμα. Αυτή η τελευταία παραδοχή, όρισε ιστορικά τον διαλεκτικό ιδεαλισμό του Χέγκελ.
Georg Wilhelm Friedrich Hegel
Και τότε η ιστορία μας "φανέρωσε" ... τον Μάρξ και τον Ενγκελς. 
Αυτοί οι δυό κύριοι αναποδογύρισαν το λογικό σχήμα των ιδεαλιστών. 
Το σχήμα πως ... η “ανώτερη” πνευματική δύναμη που καθορίζει τους γενικούς κανόνες κίνησης της “κατώτερης και άψυχης” ύλης ... θα υποστεί την λογική του αντιστροφή. Τώρα πια το αντεστραμμένο λογικό σχήμα ... πατούσε στα πόδια του: την ύλη. Εδώ ξεκινά ο διαλεκτικός υλισμός. 

Όλα τα πράγματα είναι ύλη.
 Ολα τα άυλα πράγματα, όλες οι αφηρημένες έννοιες, όλα όσα δεν υπάρχουν με υλική χειροπιαστή μορφή, προέρχονται από τη συνείδησή μας, η οποία είναι ιδιότητα του μυαλού μας, 
το οποίο είναι κι αυτό όπως όλα, υλικό πράγμα. 
Η σκέψη μας λοιπόν είναι ιδιότητα της ύλης. Η ύλη βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, μεταβάλλεται συνέχεια απ’ το ένα πράγμα στο άλλο και αυτή η διαδικασία δεν σταματάει ποτέ. 
Ακόμα κι όταν έχουμε την ψευδαίσθηση των ακίνητων πραγμάτων, πάλι υπάρχει μεταβολή αλλά σε πιο αργό χρόνο. 

Η μεταβολή αυτή, απ’ το ένα πράγμα στο άλλο, απ’ τη μια κατάσταση στην άλλη γίνεται πάντα με τον ίδιο συγκεκριμένο τρόπο, επειδή αυτός είναι ο πιο απλός τρόπος που λειτουργεί η ύλη, το σύμπαν, η φύση. Αυτός ο τρόπος μεταβολής είναι πάντα ο ίδιος και ισχύει για όλα τα πράγματα, για όλες τις καταστάσεις και για όλες τις διαδικασίες. Οταν αυτόν τον τρόπο μεταβολής τον κατανοούμε, τότε έχουμε κατακτήσει τους γενικούς νόμους της κίνησης. 

Παντού και σε όλα η διαλεκτική φιλοσοφία βλέπει την σφραγίδα της αναπόφευκτης πτώσης και τίποτα δεν μπορεί να σταθεί μπροστά της, εκτός απο το αδιάκοπο προτσές της γέννησης και της εκμηδένισης, εκτός απο το ατελεύτητο ανέβασμα απο μιά κατώτερη βαθμίδα σε μια ανώτερη.Αυτή η ένομη (με νόμους και κανόνες) κίνηση γεννά την εξέλιξη. 
Αυτός είναι ο διαλεκτικός υλισμός. Η επιστήμη των γενικών νόμων της κίνησης της ύλης.

Πλήρης ανατροπή του διαλεκτικού ιδεαλισμού ... αλλά χρησιμοποιώντας την μεθοδό του. Οι ιδεαλιστές ορίζαν πως μια πνευματική δύναμη που είναι ο θεός όπως τον ξέρουμε, έφτιαξε τον υλικό κόσμο με τη θέλησή του. Με βάση τον διαλεκτικό υλισμό και το πώς εξηγεί το τι είναι ύλη και πώς απ’ αυτή δημιουργήθηκε ο άνθρωπος και η συνείδησή του, φτάνουμε τελικά στοαντίθετο συμπέρασμα απ’ αυτό των ιδεαλιστών: ότι δηλαδή, ο θεός είναι στ ην πραγματικότητα ένα δημιούργημα του ανθρώπινου μυαλού, υπάρχει μόνο μέσα στο κεφάλι μας, που είναι υλικό αντικείμενο. Άρα ο υλικός κόσμος έφτιαξε το θεό. 
Στην ουσία ο ιδεαλισμός του Χέγκελ είχε μέσα του το στοιχείο που τον ανέτρεψε: τη διαλεκτική !!! 

Ας παρακολουθήσουμε για λίγο τον Ενγκελς: “Το μεγάλο θεμελιακό πρόβλημα κάθε φιλοσοφίας είναι το πρόβλημα της σχέσης νόησης και Είναι, πνεύματος και φύσης ... ποιό είναι το πρωταρχικό: το πνεύμα ή η φύση... Ανάλογα με το τρόπο που απαντούσαν σε αυτό οι φιλόσοφοι χωρίστηκαν σε δυό μεγάλα στρατόπεδα. Οσοι ισχυρίζονταν οτι το πνεύμα υπήρχε πριν απο την φύση και συνεπώς έτσι αναγνώριζαν την δημιουργία του κόσμου ... αποτελούσαν το στρατόπεδο του ιδεαλισμού. Οι άλλοι που θεωρούσαν σαν πρωταρχικό την φύση ανήκαν στις διάφορες σχολές του υλισμού.” 

Στην ιστορία της φιλοσοφίας τελικά η διαλεκτική ανέτρεψε τον ιδεαλισμό. Η “ύλη” και ο υλισμός πήρε τα ηνία της ιστορίας. Σε φιλοσοφικό επίπεδο επιβεβαιώθηκε το αδιάκοπο προτσές γέννησης και εκμηδένισης ... επήλθε το ατελεύτητο ανέβασμα απο μια κατώτερη βαθμίδα σε μια ανώτερη. Η ανθρώπινη νόηση είχε κάνει ένα τεράστιο βήμα ανάλυσης. Και άρχισε να αναζητά τους γενικούς κανόνες κίνησης της ύλης. Οι επιστήμες μπήκαν σε περιόδους οργιώδους ανάπτυξης και εξέλιξης. Και όσο εμβάθυνε τόσο ανακάλυπτε κρυμένους μέχρι τότε κανόνες κίνησης ... κρυμένους θησαυρούς. Χημεία, βιολογία, φυσική, μαθηματικά ... εξέλιξη ... με κατάκτηση όλο και ανώτερων βαθμίδων. Ενας δημιουργικός οργασμός που φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Ο Αινστάιν και οι συνεχιστές του ανέλυσαν το άτομο ... εκεί να δείς συνεχή κίνηση και γενικούς κανόνες κίνησης !!!

 Η ύλη συνεχώς μεταπηδά απο την μιά μορφή της στην άλλη ... μάζα και ενέργεια !!! 
Και η εμβάθυνση της ανάλυσης δεν σταματά. Η ανακάλυψη της φύσης είναι η επιβεβαίωση της διαλεκτικής. Τα πράγματα στην φύση τελικά επιτελούνται διαλεκτικά και οχι μεταφυσικά. Ανάπτυξη μέσω της εξέλιξης. 

Ας παρακολουθήσουμε για λίγο τον Μάρξ να περιγράφει την διαλεκτική οπτική της ανάπτυξης και της εξέλιξης:
  “Μια ανάπτυξη που φαίνεται σαν να επαναλαμβάνει τις βαθμίδες που διέτρεξε, μα τις επαναλαμβάνει διαφορετικά, σε ανώτερη βάση (άρνηση της άρνησης), μια ανάπτυξη μπορούμε να πούμε, σπειροειδής και οχι σε ευθεία γραμμή – μια ανάπτυξη αλματοειδής, καταστροφική, επαναστατική – διακοπές του βαθμιαίου – μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα – εσωτερικά κίνητρα της ανάπτυξης, που προέρχονται απο την αντίθεση, απο την σύγκρουση των διαφόρων δυνάμεων και τάσεων που επιδρούν πάνω σε ένα δοσμένο σώμα ή στα πλαίσια ενός δοσμένου φαινομένου ή μέσα σε μια δοσμένη κοινωνία – αλληλεξάρτηση και στενότατη, αδιάρηκτη αλληλουχία όλων των πλευρών κάθε φαινομένου (η ιστορία και η επιστήμη ανακαλύπτει ολοένα και νέες πλευρές), αλληλουχία που μας δίνει το ενιαίο, το νομοτελειακό παγκόσμιο προτσές της κίνησης – αυτά είναι ορισμένα γνωρίσματα της διαλεκτικής, της πιο πλούσιας σε περιεχόμενο θεωρίας της εξέλιξης.”

Οπως λοιπόν οι φυσικοί, οι μαθηματικοί, οι χημικοί και οι βιολόγοι βουτηχτήκαν στην ανάλυση και στην ανακάλυψη των γενικών νόμων της κίνησης της εξέλιξης της ύλης, 
έτσι και ο Μάρξ με τον Ενγκελς βουτήξαν στην ιστορία. Επρεπε να εναρμονιστεί η ιστορία με την υλιστική βάση και να "ξαναφτιαχθεί" πάνω σε αυτή την βάση.
Αν ο υλισμός εξηγεί την συνείδηση ξεκινώντας απο το υλικό Είναι και οχι αντίστροφα, έτσι και η κατανόηση της κοινωνικής ιστορίας θα πρέπει να ξεκινά απο την ανάλυση του κοινωνικού Είναι για να ανακαλύψει τους νόμους ανάπτυξης και εξέλιξης της κοινωνικής συνείδησης – της ανθρώπινης κοινωνίας και της ιστορίας της.

Σε αυτό το σημείο οι Μάρξ και Ενγκελς αρχίζουν να θεμελιώνουν την κοινωνιολογία και μάλιστα πάνω σε διαλεκτική υλιστική βάση. Αρχίζει να διαμορφώνεται ο ιστορικός υλισμός. Στην “Κριτική της πολιτικής οικονομίας” ο Μάρξ διατυπώνει: 
“Στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους οι άνθρωποι έρχονται σε καθορισμένες, αναγκαίες, 
ανεξάρτητες απο την θελησή τους
 σχέσεις – σχέσεις παραγωγής που αντιστοιχούν σε μια καθορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων. 
Το σύνολο αυτών των σχέσεων παραγωγής αποτελεί την οικονομική διάρθρωση της κοινωνίας, την πραγματική βάση που πάνω της υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και στην οποία αντιστοιχούν καθορισμένες μορφές κοινωνικής συνείδησης. 
Ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει το κοινωνικό, πολιτικό και πνευματικό προτσές της ζωής γενικά. 
Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το Είναι τους, μα αντίθετα το κοινωνικό τους Είναι τους καθορίζει την συνειδησή τους. 
Σε μια ορισμένη βαθμίδα της αναπτυξής τους οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας έρχονται σε αντίθεση με τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής 
–ή οτι αποτελεί μονάχα την νομική έκφραση αυτού του πράγματος– 
με τις σχέσεις ιδιοκτησίας, μέσα στις οποίες είχαν κινηθεί ως τώρα. 
Απο μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων οι σχέσεις αυτές μεταβάλλονται σε δεσμά τους. 
Τότε έρχεται η εποχή της κοινωνικής επανάστασης. 
Με την αλλαγή της οικονομικής βάσης ανατρέπεται, με περισσότερο ή λιγότερο γρήγορους ρυθμούς, ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα. 
Οταν εξετάζουμε τέτοιες ανατροπές, πρέπει να κάνουμε πάντα διάκριση ανάμεσα 
στην υλική ανατροπή των οικονομικών όρων της παραγωγής, που μπορούμε να την διαπιστώσουμε με ακρίβεια φυσικών επιστημών,
 και στις νομικές, 
πολιτικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές ή φιλοσοφικές, με δυό λόγια τις ιδεολογικές μορφές, με τις οποίες οι άνθρωποι αποκτούν συνείδηση αυτής της σύγκρουσης και παλεύουν ως την λύση της. 
Οπως δεν μπορούμε να κρίνουμε ένα άτομο απο την γνώμη που έχει το ίδιο για τον εαυτό του, άλλο τόσο δεν μπορούμε να κρίνουμε μια τέτοια εποχή ανατροπής απο τη συνειδησή της. 
Απεναντίας την συνείδηση αυτή πρέπει να την εξηγήσουμε απο τις αντιφάσεις της υλικής ζωής, απο την σύγκρουση που συντελείται ανάμεσα στις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής.” 

Την συνείδηση της κοινωνίας για τον εαυτό της, μας λέει ο Μάρξ, ούτε χρειάζεται ούτε μπορούμε να την κρίνουμε. 
Αλήθεια η συνείδηση που έχει η κοινωνία για τον εαυτό της ...
 τι ακριβώς είναι ?? 
Είναι το εφικτό και το επίκαιρο – δηλαδή ο υποκειμενικός παράγοντας. 
Οταν μια επανάσταση αντικειμενικά μπορεί να γίνει ... αλλά η κοινωνία δεν την κάνει ... τότε η κοινωνία έχει βγάλει το συμπέρασμα για τον εαυτό της οτι δεν είναι εφικτή ή επίκαιρη η επανάσταση.
 Και δεν την κάνει. 
Και αυτό το γεγονός, μας λέει ο Μάρξ, δεν χρειάζεται να το κρίνουμε αλλά να το εξηγήσουμε με τους αντικειμενικούς νόμους της σύγκρουσης κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής. 
Εκεί μέσα λοιπόν στις αντικειμενικές νομοτέλειες της κοινωνίας είναι κρυμμένες οι παραξενιές του εφικτού και του επίκαιρου. 

Με λίγα λόγια οι Μάρξ και Ενγκελς εφάρμοσαν τον διαλεκτικό υλισμό στην περιοχή των κοινωνικών φαινομένων, τον έμπασαν στην ιστορία.
 Μέχρι τότε οι διάφορες ιστορικές θεωρίες εξέταζαν μόνο τα ιδεολογικά κίνητρα της δράσης των ανθρώπων χωρίς να ασχολούνται με το τι είναι εκείνο που γεννά αυτά τα κίνητρα. 
Αυτές οι θεωρίες βρισκόταν κάτω απο τις επιρροές του ιδεαλισμού, όπου ο ενάρετος ή τίμιος ηγεμόνας μπορούσε να “γράψει” διαφορετικά την ιστορία απ΄ότι ένας διαφορετικός, όπου το τυχαίο μπορούσε να καθορίσει τις εξελίξεις άλλο τόσο όσο και τα πρόσωπα παρά οι μάζες.
 Ο διαλεκτικός υλισμός εισήγαγε στην ιστορία την αντίθεση τυχαίου και αναγκαίου, η οποία λύνεται κάτω απο τις επιδράσεις αντικειμενικών γενικών νόμων κίνησης και νομοτελειών στην ανάπτυξη του πλέγματος των κοινωνικών σχέσων. 
Το αντικειμενικό πεδίο πάνω στο οποίο θα επιλυθεί αυτή η αντίθεση προσδιορίζεται απο τον βαθμό και τον τρόπο ανάπτυξης της υλικής παραγωγής. 
Αρχίσαν να διαβάζουν πάλι την ιστορία αναλυτικά τώρα πιά και να διαπιστώνουν την ελαφρότητα της ιδεολογικής δράσης του ατόμου μπροστά στην θηριώδη αντικειμενική και νομοτελειακή κίνηση των κοινωνικών μαζών. Το αναγκαίο καθορίζει, παρασύρει ή και συνθλίβει το τυχαίο. 
Το τυχαίο δεν μπορεί παρά να ενισχύσει κάποιες φορές ή άλλες απλά να καθυστερήσει το αναγκαίο. 
Ο ιστορικός υλισμός, ο μαρξισμός έδειξε τον δρόμο για μια καθολική μελέτη της διαδικασίας γέννησης, ανάπτυξης και παρακμής των κοινωνικών σχηματισμών, εξετάζοντας όλες τις αντιφατικές τάσεις στο συνολό τους. 
Ο μαρξισμός έκανε την μεγάλη ιστορική αποκάλυψη. 
Ολες οι ιδέες και χωρίς εξαίρεση όλες οι τάσεις και αντιθέσεις της κοινωνίας σε κάθε δεδομένη ιστορική στιγμή, έχουν την ρίζα τους στην κατάσταση των υλικών παραγωγικών δυνάμεων. 
Και μετά την ιστορική αποκάλυψη ο μαρξισμός, έκανε την τεράστιας ιστορικής σημασίας αναγωγή. 
Παραμέρισε οποιονδήποτε υποκειμενισμό και την αυθαιρεσία των επικρατέστερων ιδεών ή των τυχαίων καταστάσεων και ανήγαγε το σύνολο των τάσεων και αντιθέσεων της κοινωνικής ιστορίας σε όρους ζωής και παραγωγής των διαφόρων τάξεων της κοινωνίας. 

Οι άνθρωποι δημιουργούν οι ίδιοι την ιστορία τους. 
Ο ιστορικός υλισμός μας έδωσε το εργαλείο ανάλυσης που μας επιτρέπει να ανακαλύψουμε τους γενικούς νόμους κίνησης της κοινωνίας ή διαφορετικά να αποκαλύψουμε την νομοτέλεια μέσα στον φαινομενικά λαβύρινθο και στο χάος της ιστορίας της ανθρωπότητας. 
Το εργαλείο είναι η θεωρία της πάλης των τάξεων. 



Η ιστορία δεν θα γράφεται πιά συγκολλώντας βιογραφίες προσώπων ή αλληλουχίες ιστορικών γεγονότων,
 αντίθετα η μελέτη του συνόλου των επιδιώξεων όλων των μελών της κοινωνίας θα επιτρέπει να καθορισθεί επιστημονικά το αποτέλεσμα αυτών των επιδιώξεων.
Και η πηγή των αντικρουόμενων επιδιώξεων είναι η διαφορά που υπάρχει στην θέση και στους όρους διαβίωσης των τάξεων στις οποίες είναι διασπασμένη η κάθε κοινωνία. 
Οταν την μαρξιστική θέση της ταξικής πάλης την εξετάσουμε απο την μεριά των εκμεταλλευόμενων της καπιταλιστικής κοινωνίας 
(και οχι απο την μεριά των εκμεταλλευτών),
 το εφικτό και το επίκαιρο όταν συμβαδίζει με το αναγκαίο τότε η ταξική πάλη για κοινωνική απελευθέρωση ... έχει ελπίδες. 
Τότε η κατάσταση είναι επανασταστική. 

Οταν το εφικτό και το επίκαιρο αντιτίθεται στο αναγκαίο, τότε η ταξική πάλη έχει προβλήματα. Η κατάσταση είναι αντιδραστική. Τότε η επανάσταση δεν υλοποιείται, αναβάλλεται. Το αναγκαίο το καθορίζει η νομοτέλεια. 
Το εφικτό το καθορίζουν οι συσχετισμοί της ταξικής πάλης. Οτιδήποτε πέρα απο αυτό είναι ... απλός ιδεαλισμός. Αυτό λέει ο μαρξισμός.

Αν δεν το έλεγε ... δεν θα καθόταν ο Κάρολος να σπάσει το κεφάλι του για το πώς θα οργανώσει πολιτικά το προλεταριάτο για το πως θα οξύνει την ταξική πάλη προς όφελος της κοινωνίας. 
Θα καθόταν στον καναπέ του και θα περίμενε το ώριμο φρούτο να πέσει ... θα περίμενε το αναγκαίο να συναντήσει το εφικτό. 
Αντίθετα πάλεψε σαν σκυλί μέχρι να πεθάνει για να πείσει την κοινωνία πως το εφικτό μπορεί μόνη της να το ωθήσει προς το αναγκαίο για να συναντηθούν. 

Πάλεψε σαν σκυλί ενάντια σε εκείνους που προσπαθούσαν να πείσουν την κοινωνία πως μπορεί να αποδιώξει και να ξορκίσει το αναγκαίο. 
Πάλεψε σαν σκυλί ενάντια σε κείνους που στο όνομα του εφικτού απαρνήθηκαν την επανάσταση ... ενάντια σε εκείνους τους επίκαιρους που θέλαν να ανατρέψουν το καπιταλισμό, κανοντάς τον πιο υποφερτό για την κοινωνία, αλλαζοντάς τον σιγά-σιγά. 
Πάλεψε ενάντια σε αυτούς γιατί γνώριζε πως με την κοινωνική τους θέση ωθούν το εφικτό μακριά απο το αναγκαίο. Μικροαστούς τους βάφτισε. Δεν τους ξόρκισε σαν ιδεαλιστής ... απλά τους εξήγησε σαν ιστορικός υλιστής πως και γιατί η κοινωνία τους κάνει μικροαστούς. 
Ελεγε: “Οι μεσαίες τάξεις, ο μικροβιομήχανος, ο μικρέμπορος, ο χειροτέχνης, ο αγρότης, όλοι τους πολεμούν την αστική τάξη, για να σώσουν την ύπαρξή τους απο τον αφανισμό σαν μεσαίες τάξεις. Συνεπώς, δεν είναι επαναστατικές, αλλά συντηρητικές. (Δηλαδή δεν θέλουν καθόλου να αλλάξουν εκ΄ βάθρων και συνεπώς επαναστατικά την κοινωνία, απλά παλεύουν για να διατηρήσουν και την καπιταλιστική κοινωνία και την θέση τους σε αυτή με τα πλεονεκτήματα που τους παρέχει αυτή η θέση.) 
Κάτι παραπάνω, είναι αντιδραστικές: προσπαθούν να γυρίσουν πρός τα πίσω τον τροχό της ιστορίας. (Να κατευθύνουν δηλαδή την κοινωνία αντίθετα απο το αναγκαίο) 
Και όταν είναι επαναστατικές, αυτό γίνεται εφόσον βρίσκονται μπροστά στο επικείμενο περασμά τους στις γραμμές του προλεταριάτου, εφόσον υπερασπίζονται οχι τα σημερινά, αλλά τα μελλοντικά τους συμφέροντα, εφόσον εγκαταλείπουν την δική τους άποψη για να πάνε με την άποψη του προλεταριάτου.” 
Τότε μόνο το εφικτό συναντά το αναγκαίο και γίνεται επανασταστικό. Διαφορετικά κινείται ενάντια στο αναγκαίο. Είναι αντιδραστικό. 


Τον μικροαστισμό κατά τον Μάρξ, ο Λένιν αναλύοντας τον ιμπεριαλισμό, τον όρισε ως οπορτουνισμό. 
Αν λοιπόν δεν ξεμπλέξουμε με τον οπορτουνισμό ... ποτέ το εφικτό δεν θα συνατήσει το αναγκαίο.
 Αν εξαιρέσουμε την ιστορία των πρωτόγονων κοινωνιών κοινοχτημοσύνης (όπως λέει ο Ενγκελς), απο την στιγμή που ο άνθρωπος συνδέθηκε με την γη (καλλιέργεια) και την ιδιοκτησίας της αρχίζει η ταξική ιστορία της ανθρωπότητας. 

Να και το διάσημο απόσπασμα απο το Κομμουνιστικό Μανιφέστο: 
“Η ιστορία όλων των ως τώρα κοινωνιών ήταν ιστορία ταξικών αγώνων. Ελεύθερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, βαρώνος και δουλοπάροικος, μάστορας και κάλφας, με λίγα λόγια, καταπιεστής και καταπιεζόμενος,
 βρισκόταν σε διαρκή ανταγωνισμό μεταξύ τους, διεξήγαγαν έναν αδιάκοπο αγώνα, 
πότε σκεπασμένο, πότε ανοιχτό, έναν αγώνα που τελείωνε κάθε φορά με τον επαναστατικό μετασχηματισμό ολόκληρης της κοινωνίας ή με την κοινή καταστροφή των τάξεων που αγωνιζόταν. ...
 Η σύγχρονη αστική κοινωνία, που πρόβαλε μέσα απο τα σπλάχνα της καταστραμένης φεουδαρχικής κοινωνίας, δεν εξάλειψε τις ταξικές αντιθέσεις. 
Αντικατάστησε απλώς τις παλιές τάξεις με νέες, τους παλιούς όρους καταπίεσης με νέους, τις παλιές μορφές πάλης με νέες. 
Ωστόσο η εποχή μας, η εποχή της αστικής τάξης, 
ξεχωρίζει απο το γεγονός οτι απλοποίησε τις ταξικές αντιθέσεις: η κοινωνία όλο και περισσότερο χωρίζεται σε δύο μεγάλα εχθρικά στρατόπεδα, σε δυό μεγάλες τάξεις που βρίσκονται αντιμέτωπες η μία στην άλλη: στην αστική τάξη και το προλεταριάτο.” 


Αυτό το ταξίδι στην ιστορία της φιλοσοφίας ξεκίνησε απο την ενστικτώδη ανάγκη του ανθρώπου, το ακατανόητο να το ταυτίσει με ιδεαλιστικά ανώτερες πνευματικές και θεικές δυνάμεις, την κίνηση της ιστορίας να την ταυτίσει με την ιστορία πεφωτισμένων και ηθικά ανώτερων αντιπροσώπων της θεικής δύναμης στο ανθρώπινο γένος ... και κατέληξε στην υλιστική ανάλυση της ιστορίας των κοινωνιών που διατυπώνει πως την ιστορία την γράφουν οι μάζες και οι ίδιες την αλλάζουν. “Ο ιστορικός υλισμός δεν περιορίζεται στο να εξηγεί τον κόσμο, αλλά και στο πως θα τον αλλάξει.” Απο αυτό το σημείο της ιστορίας της φιλοσοφίας και μετά ... ποτέ κανένας φιλόσοφος δεν μίλησε χωρίς, θετικά ή αρνητικά, να αναφερθεί στον μαρξισμό. 
Οταν η φιλοσοφία θα πάψει να ασχολείται με τον μαρξισμό, τότε αυτός θα είναι ξεπερασμένος.

 Αλλά ο μαρξισμός διαθέτει και ένα άλλο θηριώδες και ανυπέρβλητο χαρακτηριστικό: είναι δομημένη κοσμοθεωρία. Η μόνη. Εξηγεί τους νόμους κίνησης του ανθρώπινου γένους, εξηγεί την ίδια της την ύπαρξη ως κοσμοθεωρία, ορίζει τα ιστορικά πεπρωμένα των κοινωνιών. 

Ουσιαστικά η μαρξιστική διδασκαλία πρωτοδιατυπώθηκε πολιτικά με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο το 1848. Η επανάσταση του 1848 δείχνει στις κοινωνικές τάξεις την δράση. Οι εκτελέσεις των εργατών τον Ιούνη του 1848 στο Παρίσι απο τους δημοκράτες αστούς καταδείχνει οτι μόνο το προλεταριάτο είναι απο την φύση του σοσιαλιστικό. Οι φιλελεύθεροι αστοί δείχνουν να φοβούνται το προλεταριάτο παρά την ίδια την αντίδραση. Οι αγρότες “ησυχάζουν” ικανοποιημένοι με την κατάργηση των φεουδαρχικών υπολειμμάτων.

Η Παρισινή Κομμούνα του 1871 καταδείχνει την μαρξιστική ορθότητα, θέτει στα επείγοντα την ταξική πολιτική οργάνωση του προλεταριάτου και βγάζει πρακτικά πολιτικά συμπεράσματα. Ο μαρξισμός κυριαρχεί στα εργατικά κινήματα. Το προλεταριάτο μπαίνει σε φάση συγκέντρωσης και οργάνωσης των ταξικών δυνάμεων. 

Η θεωρητική νίκη του μαρξισμού αναγκάζει τους εχθρούς του να μεταμφιεστούν σε μαρξιστές. Ο σάπιος πιά φιλελευθερισμός δοκιμάζει να ξαναζωντανέψει με την μορφή του οπορτουνισμού. 
Την ώρα της συγκέντρωσης και οργάνωσης των ταξικών πολιτικών δυνάμεων, εκείνοι αρνούνται την ταξική πάλη και κηρύσσουν την “κοινωνική ειρήνη (ο Λένιν το χαρακτηρίζει δειλία) και ότι οι επαναστατικές θύελλες δεν είναι αναπόφευκτες στην κοινοβουλευτική “δημοκρατία”. 

Βρήκαν υποστηρικτές στην εργατική αριστοκρατία, στις μεσαίες τάξεις, σε ομάδες διανοουμένων. 
Θα έχουν και κείνοι μακρά πολιτική καριέρα αρνούμενοι την ταξική πάλη και την επανασταστική της έκβαση, χρησιμοποιώντας μαρξιστικές ταμπέλες. 
Ενα μόνο πράγμα πρέπει να υπογραμισθεί σε αυτό το σημείο: δεν μπορείς να αυτοπροσδιορίζεσαι ως μαρξιστής και να μην αποδέχεσαι την βασική νομοτέλεια της μαρξιστικής διδασκαλίας, οτι το προλεταριάτο με επανασταστική βία θα καταστρέψει την αστική τάξη και το οικονομικό της σύστημα και θα εγκαθιδρύσει τον σοσιαλισμό.

Εκτός απο τις πολιτικές προσπάθειες αναίρεσης του μαρξισμού στο πολιτικό τοπίο όλης της Ευρώπης και της Ασίας, εκείνα τα χρόνια ποτέ δεν σταμάτησαν και οι προσπάθειες αναίρεσης του ιστορικού υλισμού και του μαρξισμού εκ μέρους διαφόρων φιλοσόφων και θεολόγων που επιχείρησαν να ξαναεισάγουν τον ιδεαλισμό.

Στη φιλοσοφία άνθησαν οι πιο αντιδραστικές μορφές ιδεαλισμού, που αρνούνταν τον υλιστικό, νομοτελειακό χαρακτήρα της Φύσης, της κοινωνίας και της σκέψης.
 “ Όποιος έχει κάπως γνωριστεί με τα φιλοσοφικά βιβλία θα ξέρει το δίχως άλλο ότι δύσκολα θα βρεθεί έστω και ένας σύγχρονος καθηγητής της φιλοσοφίας (ή της θεολογίας), που να μην καταπιάστηκε άμεσα ή έμμεσα να αναιρέσει τον υλισμό. Εκατοντάδες και χιλιάδες φορές διακήρυξαν ότι ο υλισμός έχει αναιρεθεί και εξακολουθούν και σήμερα, για εκατοστή πρώτη και χιλιοστή πρώτη φορά, να τον αναιρούν.” ... γράφει ο Λένιν στο κεφάλαιο «Αντί Εισαγωγής» του Υλισμού και Εμπειριοκριτικισμού.

Το 1905 ξεσπά η πρώτη (αστικοδημοκρατική) ρώσικη επανάσταση.
 Ο Λένιν στην εξορία. 
Δεν έχει μόνο επείγοντα πρακτικά και οργανωτικά επαναστατικά ζητήματα να διεκπαιρεώσει, μα αναλαμβάνει και επείγοντα φιλοσοφικά καθήκοντα. 
Σαν κύριος θεωρητικός αντίπαλος του Λένιν εκείνα τα χρόνια προβάλει ένας αυστριακός, ο Ερνστ Μαχ (1838-1916), φυσικός, φιλόσοφος και υποκειμενικός ιδεαλιστής. Ο Μαχ υποστηρίχτηκε από τον Μπογκντάνοφ (1873-1928), ένα ρώσο φιλόσοφο, οικονομολόγο και σοσιαλδημοκράτη. Ο Μπογκντάνοφ μπήκε στο Μπολσεβίκικο Κόμμα το 1903 και διαγράφτηκε το 1909. 
Κάτω απο την επίδραση του διαλεκτικού υλισμού, οι φυσικές επιστήμες επιδόθηκαν σε έναν ανευ προηγουμένου αγώνα κατανόησης των γενικών νόμων κίνησης της ύλης. 
Στα τέλη του 19ου αιώνα είχαν να επιδείξουν τρομερά αναλυτικά αποτελέσματα: το 1885 ανακαλύφτηκαν οι ακτίνες Χ, το 1896 η ραδιενέργεια, το 1897 το ηλεκτρόνιο, και το 1898 η μελέτη των ιδιοτήτων του ηλεκτρονίου απεκάλυψε την ταχύτητα της ύλης σε κίνηση. Τρομερά άλματα !!! 

Κάποιοι αμετανόητοι ιδεαλιστές μέσα σε όλα αυτά βρήκαν ευκαιρία να "ανατρέψουν" τον διαλεκτικό υλισμό. 
Η ύλη μετατρέπεται σε ενέργεια. Η θεωρία του “ενεργισμού”. Η ενέργεια δεν απαιτεί πάντα έναν υλικό φορέα. Οταν η ύλη μετατρέπεται σε ενέργεια ... έχει εξαφανισθεί. Θεωρίες εξαφάνισης της ύλης. 
Καταστάσεις άνευ ύλης στην πραγματική φυσική. Αναίρεση του υλισμού. Ξανά πίσω στον ιδεαλισμό. Ο ιδεαλισμός εισχωρεί στις φυσικές επιστήμες και οι φυσικές θεωρίες εξαφάνισης της ύλης εισχωρούν στην φιλοσοφία. 
Ολα αυτά βάθυναν την κρίση στη Φυσική και έγιναν η θεωρητική πηγή του ιδεαλισμού στη Φυσική. 
Ο ιδεαλισμός στη Φυσική έδωσε μια ώθηση προς το θρησκευτικό μυστικισμό και έσπρωξε μακριά από το μαρξισμό πολλούς επιστήμονες.
Η ήττα της Ρώσικης Επανάστασης του 1905 επέδρασε στην αναπτυσσόμενη κρίση μέσα στην επιστημονική κοινότητα που αλληλεπιδρούσε με τα αντιδραστικά επακόλουθα αυτής της ήττας.
 Οι αντιδραστικοί ιδεαλιστές φιλόσοφοι νόμισαν οτι είχαν πιάσει την ευκαιρία να αναιρέσουν τον υλισμό με την συμπαράσταση των ιδεαλιστών φυσικών οπαδών του Μάχ, που τώρα πιά ένοιωθαν όλο και πιο πολύ φιλόσοφοι παρά φυσικοί.
 Απο την γνώση (που διδάσκει ο υλισμός) της ύλης ... που εξαφανίζεται ... ξανά πίσω στην πίστη ανώτερων δυνάμεων. 
Με νέα περιτύλιγμα τώρα πιά. 
Η θεωρία του Μάχ (μαχισμός) ήταν ριζωμένη σε παλιές ιδεαλιστικές απόψεις. Αφετηρία του Μαχ και των οπαδών του ήταν η αγνωστικιστική φιλοσοφία του Ντέιβιντ Χιουμ (1711-1776), για τον οποίο η πραγματικότητα δεν ήταν παρά ένα ρεύμα «εντυπώσεων», που οι αιτίες τους ήταν άγνωστες και αγνώσιμες. 
Κατά τον Χιούμ για όλες αυτές τις αιτίες δεν θα μπορέσουμε ποτέ να αποκτήσουμε γνώση (αγνωστικισμός). 

Κατά τα λοιπά η πραγματικότητα είναι αυτά που μας προσφέρουν για τον έξω κόσμο οι αισθήσεις μας (οι εμπειρίες μας). 
Ο Κάντ (1724-1804) θεωρούσε και εκείνος πως υπάρχουν περιοχές απρόσιτες κατ΄αρχήν (“πράγματα καθεαυτά”) στην ανθρώπινη γνώση. Μια τέτοια γνώση είναι δυνατή μόνο διαμέσου φαινομένων που αποκαλύπτονται στην εμπειρία μας. 
Σ’ αυτή τη σχέση, θεωρούσε τη γνώση σαν το αναγκαίο προϊόν της «πίστης», διαφοροποιώντας τα «πράγματα καθεαυτά» από τα φαινόμενα. Για τον «δυϊσμό» του Καντ υπάρχουν «δύο κόσμοι»: ο εξωτερικός κόσμος, τον οποίο θεωρούσε αγνώσιμο, και ο κόσμος των φαινομένων της σκέψης, του οποίου οι εντυπώσεις αποτελούσαν, πρωταρχικά, τη μόνη διαθέσιμη γνώση του εξωτερικού κόσμου. 

Έτσι, ο εξωτερικός υλικός κόσμος εξισωνόταν με τον θετικιστικό κόσμο της σκέψης.
 Ο θετικισμός αυτός χρονολογείται από την εποχή του ιδεαλιστή φιλοσόφου επίσκοπου Μπέρκλεϊ (1685-1753). 
Για τον Μπέρκλεϊ, η έννοια του εξωτερικού κόσμου είχε σαν αιτία της το θεό, και το αποτέλεσμα ήταν «το σύμβολο» ή η «ιδέα». Δεν απέρριπτε τη Φύση σαν τέτοια, επειδή έβλεπε τη Φύση σαν έργο του θεού. 
Ο αγνωστικισμός του Καντ άνοιξε την πόρτα στον ιδεαλισμό που χρησιμοποιούνταν για να χαρακτηρίσει τη γνώση σαν ένα προϊόν της συνείδησης, ανεξάρτητα από την πράξη. 
Ο ίδιος (ο Καντ) υποστήριζε ότι η γνώση, που αποκτάται διαμέσου της αισθητηριακής αντίληψης, είναι ανακριβής.
Για τον Καντ, ο χώρος και ο χρόνος δεν ήταν υλικές μορφές της ύλης, αλλά μορφές δημιουργημένες από τη σκέψη. 

Σε τέτοια θεωρητικά συνοθυλεύματα καταφεύγαν εκείνοι που νόμιζαν οτι αποδείξαν οτι η ύλη εξαφανίζεται και επομένως υπάρχει μόνο στο μυαλό μας - οτι η ύλη είναι μόνο ένα σύμβολο. 





Ο “Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός” του Λένιν το 1909 δηλώνει ... η διαλεκτική λογική ως θεωρία της γνώσης είναι μια επιστημονική κοσμοθεωρία. 
Αρχίζει με την πρόταση ότι η γνώση μας είναι σχετική, διαμέσου συνεχών αλλαγών που δεν συλλαμβάνονται άμεσα από τη συνείδησή μας. 
Έτσι, τα προτσές τα οποία αγνοούμε σήμερα, μπορούμε να τα συνειδητοποιήσουμε αύριο. 

Τα πράγματα υπάρχουν ανεξάρτητα και αντικειμενικά στον εξωτερικό κόσμο πέρα από το πεδίο της συνείδησης μας. 
Αυτά τα «πράγματα» ή «πράγματα-καθεαυτά» είναι «γνώσιμα» ... 
Έτσι, από την πίσσα, μπορούμε να παράγουμε την αλιζαρίνη, παρότι, όπως εξηγεί ο Λένιν: «είναι πέρα από κάθε αμφιβολία ότι η αλιζαρίνη υπήρχε και χθες μέσα στην πίσσα».
Ακόμα, επιμένει ο Λένιν, «είναι εξίσου πέρα από κάθε αμφιβολία ότι χθες δεν ξέραμε τίποτε για την ύπαρξή της αλιζαρίνης και δεν είχαμε κανένα αίσθημα απ’ αυτήν». 

«Τελικά δεν υπάρχει καμιά καταρχήν διαφορά ανάμεσα στο φαινόμενο και το πράγμα-καθεαυτό, και δεν μπορεί να υπάρχει μια τέτοια διαφορά. Η μόνη διαφορά είναι ανάμεσα σε κείνο που ήδη γνωρίζουμε και σε κείνο που δεν γνωρίζουμε ακόμα. 

Για τον υλιστή, το πραγματικό Είναι βρίσκεται πέρα από τα όρια των “αισθητηριακών αντιλήψεων”, εντυπώσεων και ιδεών του ανθρώπου, ενώ για τον αγνωστικιστή είναι αδύνατο να βγει κανείς έξω από τα όρια αυτών των αντιλήψεων. 
Οι σκέψεις του υποκειμένου γεννιούνται στην αντικειμενική πραγματικότητα. 
Υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στο υποκειμενικό και το αντικειμενικό, αλλά και αυτή έχει τα οριά της. Η σχετικότητα του αμετάβλητου αυτών των «ορίων» είναι η μετάβαση από την υποκειμενική στην αντικειμενική γνώση. 

Το απόλυτο κολυμπά στην λίμνη του σχετικού. Οι αγνωστικιστές και οι ιδεαλιστές φυλακίζονται στα όρια των αντιλήψεων, “υπερτρέφουν” το άγνωστο, το τυχαίο λαμβάνει στην αναλυσή τους υπερβατικές διαστάσεις ... θεοποιείται χωρίς κανένα κανόνα και καμμία λογική. Δεν μπορούν να διανοηθούν οτι μέσα σε αυτό το υπερβατικά τυχαίο χωρά τίποτα άλλο παρά μια ανώτερη και ανεξήγητη δύναμη με θεικούς κανόνες. Κυρίως, δεν χωρούν λογικοί νόμοι και κατανοητές νομοτέλειες. Δεν χωρούν αναγκαιότητες ... στην ακατανόητη για μας (και επομένως τυχαία) θέληση της ανώτερης δύναμης. Γονυκλισία και πίστη στο ανώτερο και τυχαίο. 
Βλασφημία η σκέψη οτι μπορούμε να αποκτήσουμε γνώση του ανώτερου άγνωστου, ακόμη μεγαλύτερη βλασφημία η σκέψη οτι θα διέπεται απο νομοτέλειες και νόμους κίνησης και συμπεριφοράς.
 Η ακραία βλασφημία: οτι κάποτε θα μπορέσουμε να αλλάξουμε την επίδραση αυτών των νόμων της κίνησης ... να επέμβουμε στην νομοτέλεια. 


Το άγνωστο, το ανώτερο, το ακατανόητο ... το τυχαίο, έμελλε να συγκρουσθεί με το αναγκαίο. 
Ο ιδεαλισμός να συγκρουσθεί με τον υλισμό. 
Η αναγκαιότητα είναι μια φιλοσοφική κατηγορία που αγκαλιάζει τον διαλεκτικό και τον ιστορικό υλισμό.
 Είναι καθολική, γιατί εκδηλώνεται στη Φύση, την κοινωνία και τη σκέψη. 

Η αναγκαιότητα στην κοινωνία. Γνώση των νόμων της αναγκαιότητας. Τι είναι όλο αυτό ?? Είναι κοινωνική επανάσταση. Απελευθέρωση των μαζών !!!
 Και ο ιδεαλισμός στην κοινωνία ?? 
Πίστη στο ανώτερο που δεν αλλάζει αλλά κινεί την ιστορία των κοινωνιών με σοφούς κανόνες που δεν θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε ποτέ. 
Και η ιστορία των κοινωνιών είχε πολύ ιδεαλισμό, πολύ πίστη, πολύ εκμετάλλευση, είχε και “πεφωτισμένους αντιπροσώπους” της ανώτερης δύναμης στο ανθρώπινο γένος, είχε ποταμούς αίματος, είχε δούλους και ανώτερα ανθρώπινα φύλα, είχε πάντα εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους. 
Ενα δεν είχε ποτέ: κοινωνική ελευθερία
Η ελευθερία είναι μια έννοια του ιστορικού υλισμού, που εκδηλώνεται μόνο στην Κοινωνία δια μέσου των πράξεων ενός ατόμου.
 Η ελευθερία ως μια έννοια του ιστορικού υλισμού είναι η πλήρης γνώση της αναγκαιότητας. 
Ελευθερία είναι η γνώση.
 Αυτό δεν μπορεί να γίνει κατανοητό παρά μόνο από τη σκοπιά της μεθόδου της υλιστικής διαλεκτικής.
 Η ελευθερία”, γράφει ο Λένιν, παραθέτοντας τον Έγκελς, δεν υπάρχει σε μια φανταστική ανεξαρτησία από τους νόμους της Φύσης,
 αλλά στη γνώση αυτών των νόμων, και στη δυνατότητα να τους κάνει κανείς να λειτουργήσουν συστηματικά για καθορισμένους σκοπούς. 
Η υλιστική διαλεκτική συσχετίζει την ελευθερία με τη σκόπιμη δραστηριότητα του ανθρώπου. 
Σαν τέτοια είναι αξεχώριστα δεμένη με τους ανθρώπους ως κοινωνικά όντα. 
Ταυτόχρονα, η πράξη των ανθρώπινων όντων απορρίπτει την απόλυτη ελευθερία της βούλησης, της οποίας η δραστηριότητα διέπεται από τους όρους κάτω από τους οποίους εργάζονται στην καθημερινή ζωή. 
Η ελευθερία δεν μπορεί να συνδυαστεί με την αυθαίρετη δράση των ατόμων πού θέλουν να δρουν σαν άτομα χωρίς να παίρνουν υπόψη την κοινωνική αναγκαιότητα. 
Η ελευθερία συνίσταται στη γνώση των διαλεκτικών νόμων της Φύσης από τον άνθρωπο και στην ικανότητά του να τους χρησιμοποιεί για την επίτευξη των πρακτικών αντικειμενικών στόχων του. 
Η γνώση της υλιστικής θεωρίας της αντανάκλασης, που επιβεβαιώνει την αλληλεπίδραση του αντικειμενικού και του υποκειμενικού μέσα στην ενότητά τους στο προτσές της γνώσης, απαιτεί αντικειμενική δραστηριότητα στην ταξική πάλη, επειδή αυτά τα προβλήματα μπορούν να λυθούν μόνο μέσα στην επαναστατική πράξη σαν την πιο σημαντική έννοια της υλιστικής διαλεκτικής.” 

Παρακολουθήσαμε πως κάποιες θεωρίες στην φυσική πυροδότησαν εκείνα τα χρόνια τις διαμάχες ιδεαλιστών και υλιστών. Οι μετέπειτα εξελίξεις στην φυσική απέδειξαν οτι η ύλη δεν εξαφανίζεται, απέδειξαν οτι η ενέργεια είναι υλική κατάσταση. Απέδειξαν οτι τελικά η ύλη αποτελεί την αντικειμενική πραγματικότητα και ότι όσο κατανοούμε τις νομοτέλειες και τους κανόνες κίνησης της ύλης τόσο η κατάκτηση της γνώσης επιβεβαιώνει τον διαλεκτικό υλισμό. 

Ο Λένιν κατανοώντας το, να πως το διατύπωσε πολλά χρόνια πριν το επιβεβαιώσει η σύγχρονη φυσική ... “Η σύγχρονη φυσική κοιλοπονά. Γεννά τον διαλεκτικό υλισμό.” Οι επιστήμες δεν μπορεί να είναι μεταφυσικές. Μπορεί να είναι μόνο διαλεκτικές. 
Τελικά η μαρξιστική πολιτική οικονομία και κοινωνιολογία διδάσκει
 πως δεν χρειαζόμαστε μεταφυσικές προυποθέσεις και περιορισμούς του τυχαίου και υπερβατικού, 
παρά επέκταση της γνώσης στις νομοτελειακές αναγκαιότητες της αντικειμενικής υλικής πραγματικότητας. 
Το βασικό λοιπόν φιλοσοφικό ερώτημα είναι: ιδεαλισμός ή υλισμός. Ολοι καταλαβαίνουμε που παραπέμπει το ένα και τι επιδιώκει το άλλο. 

Ο Εκλεκτισμός ήταν μια φιλοσοφική τάση της κλασσικής Ελληνικής φιλοσοφίας που προσπαθεί να συμβιβάσει τα ορθότερα, υποτίθεται, στοιχεία των μεγάλων θεωριών. 
Οποιαδήποτε απόπειρα συγκερασμού των αντίθετων αυτών απόψεων αποτελεί εκλεκτικισμό ... έλεγε ο Λένιν : “Αυτοί έχουν πάρει τη φιλοσοφία τους από μια εκλεκτικιστική θεόφτωχη σούπα, και συνεχίζουν να προσφέρουν στον αναγνώστη τον ίδιο αυτό χυλό. 
Παίρνουν μια στάλα αγνωστικισμό και ένα ψίχουλο ιδεαλισμό από τον Μαχ και προσθέτουν ένα κομματάκι διαλεκτικό υλισμό, κι αυτό το συνονθύλευμα το αποκαλούν ανάπτυξη του μαρξισμού.”
Ετσι τοποθετήθηκε ο Λένιν στην κριτική του για τους εμπειριοκριτικιστές της εποχής. Τους νεοιδεαλιστές των αρχών του 20ου αιώνα. Αυτών των φιλοσόφων και πολιτικών που βάλθηκαν να αναπτύξουν, να συμπληρώσουν και να εκμοντερνίσουν το μαρξισμό. Μπερνστάιν, Κάουτσκι, Πλεχάνοφ, Αντλερ είναι μερκά ονόματα πολιτικών της εποχής που επιχείρησαν να ξαναδούν (revision) …αλλοιώς τον μαρξισμό. 
Δεν κατάφεραν τίποτα παρά να θέσουν τα θεωρητικά βάθρα του οπορτουνισμού και της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας. 
Επιμέναν βέβαια οτι είναι ... μαρξιστές.
 “Μαρξιστές” οι οποίοι αντικαθιστούν την διαλεκτική μέθοδο απο την εκλεκτική. 
“Αυτή είναι η πιο συνηθισμένη, η πιο διεδεδομένη τακτική που χρησιμοποιείται στην επίσημη σοσιαλδημοκρατική φιλολογία σήμερα, ως ένδειξη σεβασμού προς τις διδασκαλίες του Μάρξ. Για την μεταστροφή του μαρξισμού σε οπορτουνισμό η αντικατάσταση της διαλεκτικής μεθόδου απο την εκλεκτική είναι ο καλύτερος τρόπος της εξαπάτησης των μαζών. 
Δίνει μια ψεύτικη ικανοποίηση.
 Φαίνεται σαν να περιλαμβάνει όλες τις απόψεις του κινήματος, όλες τις τάσεις της εξέλιξης, όλους τους αντίθετους παράγοντες, 
ενώ στην πραγματικότητα δεν μας δίνει καθόλου μια ακέραια επαναστατική άποψη της πορείας της κοινωνικής εξέλιξης” 
Λένιν στο “Κράτος και επανάσταση”. 

“Μαρξισμός” ... χωρίς διαλεκτικό υλισμό ... δεν είναι μαρξισμός. Είναι κάτι άλλο. 
Είναι οπορτουνισμός.
από antivaro !!


Διαμόρφωση κειμένου: Viva La Revolucion

Διαδώστε Το 
στούς-στίς: Εργάτες - τριες !!

Για ΔΙΑΒΑΣΜΑ - ΜΕΛΕΤΗ:

Ένγκελς: Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το Τέλος της Κλασικής Γερμανικής Φιλοσοφίας

Φρίντριχ Ένγκελς ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΦΟΪΕΡΜΠΑΧ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ  Καρλ Μαρξ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΟΪΕΡΜΠΑΧ ΑΠΟ ΤΟ 18...