| του Τάκη Κεφαλληνού |
Πήραν τον δρόμο του αγώνα και της θυσίας στους ώμους τους, για την κατάκτηση μιας ανώτερης ζωής, με κύρος, ηθική υπεροχή, γεμάτης με υψηλά ιδανικά και αξίες. Εκεί που βασιλεύει στους αιώνες η συλλογική και η προσωπική δικαίωση!
Δια τούτο, αυτά τα μοναδικά και πολύτιμα ντοκουμέντα να πάνε πρέπει στους ηρωικούς Δήμους Καισαριανής και Χαϊδαρίου και στο ΚΚΕ βεβαίως, για να πλαισιώσουν τα ήδη υπάρχοντα αντίστοιχα μουσεία, ώστε να μπορεί ο λαός μας και τα παιδιά του να καμαρώνουν για τους πατεράδες τους και συγχρόνως, να διδάσκονται και να εμπνέονται από το παράδειγμά τους.
Η απροσμέτρητη αντιστασιακή, πατριωτική και κομμουνιστική δράση τους παραμένει και ο μόνος δρόμος για την κατάκτηση μιας ανώτερης προσωπικής ζωής, με κύρος, υψηλά ιδανικά, αξίες μα και ηθική υπεροχή, αφού ποτέ τους δεν λυγίσανε στα ξερονήσια, στις φυλακές και στα βασανιστήρια, όπως και εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι κομμουνιστές, σύντροφοί τους, επίσης.
Από την άλλη πλευρά, σε καμία περίπτωση δεν δικαιώθηκαν όσοι - και ήταν πολλοί – επιχείρησαν να διαλύσουν το Κόμμα και να το μετατρέψουν σε ένα σοσιαλδημοκρατικό μόρφωμα. Το Κόμμα εύρισκε, πάντοτε, τη δύναμη να απαλλαγεί από πολιτικές επιζήμιες, να κρατήσει τον επαναστατικό του χαρακτήρα, εκπονώντας ένα σύγχρονο Επαναστατικό Πρόγραμμα. Δεν είναι τυχαίο που έφτασε σήμερα να διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στην Ελλάδα και διεθνώς.
Με την σειρά μου, νιώθω και εγώ να ζω σε ένα φανταστικό Κόσμο. Αλήθεια, χρειάζονταν μερικές φωτογραφίες, για να μάθουμε ότι αυτά που δείχνουν τα ντοκουμέντα, ήταν το σύνηθες στα κολαστήρια των κατακτητών, καθώς και των Ελλήνων Εθνικοφρόνων και των παραφυάδων αυτών! Όμως αλλοίμονο, σε ποια σχολεία διδάσκονται αυτά που τώρα θαυμάζονται; Πού θα διαβάσουμε ότι σπάγανε τα κόκκαλα του Νικηταρά από τα βασανιστήρια και τόσο άλλων πολέμαρχων του 1821. Ίσως, στα «Πειραματικά», βέβαια, που διαφημίζουνε, να μάθουμε την πραγματική μας ιστορία (sic ! ).
Συγχρόνως, η ταπεινότητά μου, ξεπερνώντας μισό αιώνα κομματικής ζωής και δράσης, μπορώ να διαβεβαιώσω ότι γνώρισα, κατέγραψα τις πολύτιμες διηγήσεις τους και συνδέθηκα με φιλία, αφοσίωση και θαυμασμό με δεκάδες στελέχη που κάθισαν χρόνια και χρόνια στις φυλακές, στις εξορίες και στα βασανιστήρια, προκειμένου να μην υπογράψουν μισή σελίδα δήλωση μετάνοιας!
Διασώζω, λοιπόν, δύο περιστατικά «θυσίας», που συνάδουν με το φρόνημα των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή και έχουν, και αυτά, μια πολυσημία συμβολική και συγχρόνως μια λυτρωτική και σωτήρια επενέργεια.
Το πρώτο μάς ανάφερε το Γενάρη του ’19, στο «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο» του Δήμου Κηφισιάς, ο ιδιαίτερος και αγαπημένος φίλος, ταξιδευτής, ιδρυτής του Ταξιδιωτικού Γραφείου Melodrakma Universal S. L. και διανοούμενος Γιάννης Λυμτσιούλης, που ζει και έχει ιδιαίτερους δεσμούς με την Ισπανία.
Διασώζω εδώ τα τελευταία λόγια της ηχογραφημένης, από εμέ, προφορικής του διάλεξης: «Μία πολύ γνώριμη σε εμέ μάνα εκεί, στη χώρα των Βάσκων, πήγε στη φυλακή, προκειμένου να αποχαιρετήσει στην τελευταία του νύκτα τον 17χρονο γιο της, ο οποίος θα εκτελείτο το επόμενο πρωί.
Ήταν η τελευταία εκτέλεση του Φράνκο. Σκύβει και του λέει: «Δεν παίρνω πίσω καμία απόφαση. Θέλω μόνο κάτι να σε θυμάμαι … ε μα… το πουκάμισο, ναι το πουκάμισο έστω … η μυρωδιά του».
Πάει να του βγάλει το πουκάμισο και τραβάει και τραβάει … είχε κολλήσει από τις πληγές και τα αίματα, τραβάει και τελικά το παίρνει μαζί της, για να τον θυμάται.
Νομίζω, συνεχίζει ο ομιλητής, ότι, κάθε φορά που ερχόμαστε σε μια τέτοια μνήμη, όλα αυτά τα πουκάμισα είναι και δικά μας πουκάμισα! Σε μια ακροβασία ανάμεσα στο θυμάμαι και στο ξεχνάω, σίγουρα αξίζει να θυμόμαστε, είναι τόσο μικρή η ζωή μας άλλωστε».
Πολυαγαπημένε μας Γιάννη, παράλληλα είχαμε και εμείς Εμφύλιο στην Ελλάδα με 17χρονο κορίτσι, την Λαμπρινή Καπλάνη, στην τελευταία εκτέλεση, στις φυλακές Αβέρωφ.
Το περιστατικό διασώζει η συγκρατούμενή της Μαρία Σιδέρη, καταδικασμένη και αυτή πέντε φορές σε θάνατο, γιατί δεν πρόδωσε συντρόφους της: …στου Αβέρωφ ο φύλακας ήταν παλιάνθρωπος. Δεν αποκάλυπτε, κατά την συνήθειά του, αμέσως ποια θα πάρει, για να ‘χουμε αγωνία. Με τα πολλά το είπε: η Λαμπρινή Καπλάνη από την Ικαρία. Εμείς τα χάσαμε, αφού δεν ήταν ομόφωνα από τους στρατοδίκες καταδικασμένη. «Μην κλάψει καμία. Εγώ θα κλείσω τους τάφους» λέει η 17χρονη Λαμπρινή. Φόρεσε το φουστάνι της, τράβηξε το φύλακα από το μανίκι κι έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω! Κλάψαμε. Δεν κρατηθήκαμε. Πιο πολύ από κάθε φορά. Μετά τραγουδήσαμε τον «ύμνο των μελλοθάνατων…»
Να σημειώσουμε, όπως μου διηγήθηκε το 2005 ο πολλά αγαπημένος μου σ. Σπύρος Χαλβατζής, η εμβληματική διευθύντρια της χορωδίας κρατουμένων των Φυλακών Αβέρωφ, Μαρία Σιδέρη, ο θρύλος των φυλακών, ήταν αυτή που, παιδούλα ακόμη, αποφύγανε να την εκτελέσουν οι Γερμανοί, όταν την έπιασαν να μεταφέρει για φύλαξη στην Κοζάνη, μέσα σε ένα καλάθι με αυγά, το πιστόλι του Μανώλη Χαλβατζή, προπολεμικού κομμουνιστή με εξορίες σε Γαύδο (1928), Φολέγανδρο (1932), Ανάφη (1937). Ήταν ο πατέρας του Σπύρου Χαλβατζή, μέλους της Κ.Ε. και γραμματέα της ΚΝΕ.
Για την τελευταία εκτέλεση, του 17χρονου κοριτσιού στις φυλακές Αβέρωφ, μάς είχε μιλήσει, από ό,τι θυμάμαι, και η κρατούμενη στου Αβέρωφ, φίλη μας ολοζωής, Μαρία Σταματάτου, αληθινή ηρωίδα (Πελαγία) του έργου: «Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι».
Με συγκίνηση θα περιγράψει σκηνές με τις μελλοθάνατες που ήθελε εκτελεστούν με το φέξιμο της επόμενης μέρας: «… ως το πρωί, τους κρατάγαμε συντροφιά, τις στολίζαμε και ανταλλάσσαμε μαζί τους λόγια αντάξια των ηρωικών αυτών στιγμών.»
Σε αυτά τα δρομολόγια, που φωτίζονταν το άρρητο, οι φυλακισμένοι με πείσμα και ακάματη επαναστατική θέληση προσπαθούσαν να κτίσουν τις ζωές των μελλοθάνατων στο φως. Η μνημοσύνη λοιπόν και το βίαιο σύμπαν των συγκρούσεων για λευτεριά και κοινωνική δικαιοσύνη σε όλα τα πλάτη της γης στέκουν ίδια και απαράλλακτα!
Είναι ζωές Επαναστατών που δεν χάνονται εδώ κι εκεί. Όμως, γιατί να τους αδικήσει η φύση, δίνοντάς τους μόνο έναν κόσμο και μια ζωή;
Τελικά, τι παραπάνω από τέτοια γεγονότα, θα μπορούσαν να εμπνεύσουν κλασικούς αρχαίους τραγωδούς; Τι περισσότερο μεγαλειώδες έπρατταν οι ήρωές τους από το να διασώζουν την περηφάνειά τους και τις ιδέες τους, ακόμη και όταν στροβιλιζόταν στο χαλασμό οι ζωές τους;
Κι ίσως ό,τι μένει να΄ ναι στην άκρη του δρόμου μας, ένα μικρό “μη με λησμόνει”, για να φωτίζει τη δύναμη του επαναστατικού ταξικού αγώνα!
Ζάκυνθος 22 Φλεβάρη του 2026