Πρωτομαγιά του 1944.
Μικρό παιδί στο δημοτικό ήμουν, όταν πρώτη φορά άκουσα για τη θυσία των διακοσίων Ελλήνων Κομμουνιστών, στο σκοπευτήριο της Καισαριανής.
Η αφήγηση ήταν από έναν σύντροφο του Μπαμπά, ο οποίος ήταν εξάδελφος του Ναπολέοντα.
Του Ναπολέοντα Σουκαντζίδη του έντιμου αγωνιστή, που δεν δέχτηκε, όταν του προτάθηκε, να αντικατασταθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα, από κάποιον άλλον σύντροφό του.
Άκουγα προσεκτικά και ενώ είχα πολλές απορίες από τη διήγηση, ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί δεν ρώτησα.
Μάλλον φοβόμουν, αλλά δεν ξέρω τι.
Ίσως φοβόμουν να συνειδητοποιήσω τη σκληρότητα των ανθρώπων και μέχρι που μπορεί να φτάσουν τα όριά των.
Ίσως φοβόμουν να παραδεχτώ ότι, υπάρχουν άνθρωποι που αψηφούν ακόμα και τον θάνατο, για την ιδεολογία τους. Και τότε εγώ τι στάση θα έπρεπε να κρατήσω στον βίο μου;
Αλλά ίσως για να μην λυπήσω περισσότερο, τους δύο συντρόφους.
Προσέτρεξα ως συνήθως στον δάσκαλό μας, γιατί πίστευα ότι σαν εκπαιδευτικός, μπορεί να λύνει όλες τις απορίες των παιδιών.
Δεν ήξερε τίποτα, μου απάντησε.
Πρωτοδιόριστος ήταν στο χωριό μου και εν μέσω χούντας. Δύσκολο να εκτεθεί κάποιος.
Μετά διάβασα και έμαθα.
Η εκτέλεσής των, ήταν αντίποινα για τη θανάτωση από αντάρτες του ΕΛΑΣ, στους Μολάους της Λακωνίας στην Πελοπόννησο, του στρατηγού των ναζί Φραντς Κρεχ και τριών μελών της συνοδείας του.
Η ανακοίνωσης ήταν:
"Την 27/4/1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μιας εξ ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως ένα Γερμανό στρατηγό και τρείς συνοδούς του. Πολλοί Γερμανοί στατιώται ετραυματήσθησαν.
Ως αντίποινα θα εκτελεστή:
1) ο τυφεκισμός 200 Κομμουνιστών τήν 1/5/1944.
2) ο τυφεκισμός όλων τών ανδρών, τούς οποίους θά συναντήσουν τά γερμανικά στρατεύματα επί τής οδού Μολάοι πρός τήν Σπάρτη καί τήν έξωθεν τών χωρίων.
Υπό τήν εντύπωσιν τού κακουργήματος τούτου Έλληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς.
Ο Στρατιωτικός Διοικητής ΕΛΛΑΔΟΣ".
Εκατόν εβδομήντα από αυτούς, ήταν Ακροναυπλιώτες κρατούμενοι από την δικτατορία του Μεταξά - και που τον δρόμο για τις φυλακίσεις, τις εξορίες και τους διωγμούς των Κομμουνιστών, είχε ανοίξει ο Ελευθέριος Βενιζέλος με την ψήφιση του περίφημου ιδιωνύμου - οι οποίοι είχαν μεταφερθεί στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου και τους παρέδωσε ο συνταγματάρχης Παπαδόγγονας, στους κατακτητές ναζί.
Την επιλογή δε των διακοσίων Κομμουνιστών, είχε αναλάβει προσωπικώς, ο τότε υφυπουργός δημόσιας ασφάλειας Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, ο φοβερός και τρομερός βασανιστής.
Και παρόλο που είχαν αιτηθεί αρκετές φορές να αφεθούν ελεύθεροι, προκειμένου να μεταβούν εις το μέτωπο και να πολεμήσουν ενάντια στον εισβολέα κατακτητή, προτίμησαν να τους εκτελέσουν.
Για τη συγκεκριμένη εκτέλεση, αποφασίστηκε ότι η τιμωρία ήταν: Ένας προς πενήντα.
Δηλαδή, ένας ναζί νεκρός, άξιζε όσο πενήντα Έλληνες!
Ο απόλυτος παραλογισμός.
Και δεν ήτανε μόνο οι διακόσιοι εκτελεσθέντες στην Καισαριανή, αλλά επτακόσιοι πενήντα συνολικά Κομμουνιστές πατριώτες.
Μετά τις δημοσιοποιήσεις των φωτογραφιών, που έδωσαν πρόσωπο στην ιστορία, πολύς κόσμος και ειδικότερα νεολαίοι, κινητοποιήθηκαν, ευαιστητοποιήθηκαν και έμαθαν περισσότερα για εκείνα τα γεγονότα.
Πολλά νέα παιδιά σε συζητήσεις, εκθέτουν τις απόψεις των και τον θαυμασμό των για τα Παλικάρια.
Έμαθαν για τη θυσία και τον ηρωισμό των και ότι τα περισσότερα ήταν νέα παιδιά, που είχαν όνειρα, οράματα και φιλοδοξίες και όμως δεν τα έβαλαν πιο πάνω από την ιδεολογία, την ελευθερία και την αξιοπρέπειά των.
Και έμαθαν ότι υπάρχουν πράξεις, που δεν μπορεί να περιγραφεί το μεγαλείο τους.
Έμαθαν, για τις θηριωδίες των ναζί και τη σημασία της Αντίστασης. Ότι τις φωτογραφίες έβγαζαν οι ίδιοι οι εκτελεστές, για να αποδείξουν προφανώς, την αφοσίωσή των, στους ναζί και ίσως να τις επιδείκνυαν αργότερα στα παιδιά και τα εγγόνια των.
Και είδαν ξεκάθαρα και εκείνοι που ήταν κάποιες αμφιβολίες ότι η θεωρία των δύο άκρων δεν ισχύει. Το ότι δηλαδή εξισώνουν τον Κομμουνισμό με τον Φασισμό.
Εαν οι Κομμουνιστές ήταν ίδιοι με τους φασίστες, δεν θα τους εκτελούσαν οι ναζί, δεν θα πολεμούσαν, δεν θα οργάνωναν το ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ, ΟΠΛΑ- ΔΣΕ, για να πολεμήσουν τον κατακτητή.
Και εγώ από εκείνη την μικρή ηλικία και μέχρι σήμερα, κάθε Πρωτομαγιά, στέλνω με τα φτερά της μνήμης, ένα ματσάκι αγριολούλουδα, στο σημείο εκτέλεσης των Παλικαριών, που στάθηκαν όρθιοι, αλύγιστοι και έμειναν αθάνατοι.
Στέκομαι νοερά στο σκοπευτήριο
και ακούω εκείνον τον απόηχο, που δεν έσβησε ποτέ.
Όχι τις ριπές των πολυβόλων, μα το πείσμα
της ζωής, που στάθηκε απέναντί τους.
Και σκέφτομαι ότι εάν τους ξεχάσουμε, θα τους σκοτώσουμε ξανά.
Για αυτό θυμάμαι, από ευθύνη, γιατί η μνήμη
είναι φως.
Και το φως αυτό, ανάβει κάθε μέρα και ιδιαίτερα κάθε Πρωτομαγιά,
σε εκείνο το χώμα της Καισαριανής, εκεί όπου ο θάνατος δεν νίκησε.
Γιατί όσο υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται,
οι διακόσιοι δεν έφυγαν ποτέ, έγιναν ρίζες και φωνές, μέσα στον χρόνο.
Έγιναν το "όχι" που ψιθυρίζεται ακόμη,
όταν ο κόσμος σκοτεινιάζει.
Και τότε η Πρωτομαγιά ξαναβρίσκει το νόημά της.
Όχι μόνο ως γιορτή των λουλουδιών,
αλλά ως υπόσχεση ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Η σκέψη μου αγγίζει μια βαθιά αντίθεση, ανάμεσα σε δύο εποχές.
Τη θυσία των διακοσίων Κομμουνιστών στην Καισαριανή, την Πρωτομαγιά του 1944, που δεν ήταν μόνο μια πράξη αντίστασης, απέναντι στους ντόπιους κυβερνώντες και στους κατακτητές, αλλά μια πράξη συλλογικότητας.
Οι άνθρωποι αυτοί ήταν συνειδητοποιημένοι για το τι επρόκειτο να συμβεί. Και όμως δεν λύγισαν. Και βλέπουμε από το φωτογραφικό υλικό, ανθρώπους με ψηλά το κεφάλι, αγέρωχους, και γενναίους να προχωρούν τραγουδώντας, προς το εκτελεστικό απόσπασμα.
Κι από τα σημειώματά τους - σε ένα από αυτά ο Μήτσος Ρεμπούτζικας γράφει "όποιος πεθαίνει για τα ανώτερα ιδανικά, δεν παιθαίνει ποτέ" - , το φωτογραφικό υλικό, τις μαρτυρίες, τα γράμματα, αποδεικνύεται πως στάθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλο, μέχρι το τέλος, με αξιοπρέπεια, με υψηλό ηθικό, με αλληλεγγύη, με μια βαθιά αίσθηση του "μαζί".
Δεν ήταν απλώς ήρωες, αλλά μια ομάδα ανθρώπων, που πίστευαν σε κάτι πιο πάνω, από τον εαυτό τους, στα πανανθρώπινα ιδανικά και αξίες.
Πίστευαν σε ένα μέλλον ελπιδοφόρο. Και που "είχαν τη ζωή πάρα πολύ αγαπήσει". Άνθρωποι που "άρμεγαν με τα μάτια τους το φως της οικουμένης". Και που πίστεψαν "στο ωραίο, το μεγάλο και το αληθινό".
Που σήκωσαν τον άνθρωπο ψηλότερα, ένα μπόι.
Σήμερα όμως, μοιάζει να κυριαρχεί περισσότερο ο ατομικισμός.
Οι κοινωνίες έχουν αλλάξει. Άλλοι ρυθμοί ζωής, άλλες αγωνίες, λιγότερες συλλογικές εμπειρίες. Όμως ίσως δεν είναι ότι χάθηκε εντελώς αυτή η διάθεση, αλλά μάλλον έχει γίνει πιο σιωπηρή. Εμφανίζεται σε μικρές πράξεις, με αλληλεγγύη σε δύσκολες στιγμές, με εθελοντισμό, με ανθρώπους που στηρίζουν ο ένας τον άλλον σιωπηρά, ή ακόμα και με τη σκέψη.
Η μεγάλη διαφορά είναι ότι, τότε επέλεξαν να σταθούν "μαζί" με τρόπο απόλυτο. Σήμερα, η ανάγκη αυτή δεν είναι πάντα τόσο ορατή - και έτσι ο καθένας εύκολα κλείνεται στον δικό του κόσμο.
Ίσως όμως η μνήμη τέτοιων γεγονότων, να λειτουργεί σαν υπενθύμιση, ότι η συλλογικότητα δεν είναι κάτι που ανήκει μόνο στο παρελθόν, αλλά κάτι που χρειάζεται να το ξαναχτίζουμε, συνειδητά, την κάθε μέρα, για να επέλθει η κάθαρσης. Γιατί το παρελθόν βρίσκει πάντα διόδους, ώστε να εισχωρεί στο παρόν.
Και θέλουμε να τους πούμε ότι, κρατάμε τη σπίθα αναμμένη και θα την κάνουμε φωτιά.
Και έτσι θα δικαιωθεί ο αγώνας τους.

