Συνολικές προβολές σελίδας

Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατιούσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατιούσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2019

ΑΥΤΟΙ ΕΙΝΑΙ ΙΚΑΝΟΙ ΝΑ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΟΥΝ ΚΑΙ "ΗΘΙΚΗ ΒΛΑΒΗ ΛΟΓΩ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΚΠΟΡΝΕΥΣΗΣ" !!



Επειδή ο πόνος τους είναι τόσο πολύς για την εξαθλίωση που μας έχουν προκαλέσει και που ασύστολα και φασιστικά συνεχίζουν να μας επιβάλουν, μπορεί αυτοί οι άθλιοι να εμφανιστούν με θράσος στο μέλλον και να μας ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση για τις «ψυχικές αλγηδόνες» που ένιωσαν με την επιβολή των μνημονίων της εξαθλίωσής μας.
Δημήτρης Καντ.

Έγραφε ο Στέφανος Σαχλίκης, εκείνος ο πρωτοπόρος κρητικός ποιητής του μεσαίωνα:

«Διατὶ ἂν οὐκ ἔχει δύναμη ἡ πολιτικὴ νὰ βλάψη,
γίνεται τάχα ταπεινή, συσφίγγεται νὰ κλάψη·
ἀμὲ ὅνταν ἔχει δύναμιν, γυρεύει νὰ σὲ βλάψη
και, ἂν ἠμπορῆ, συζώντανον στὸν Ἅδη νὰ σὲ θάψη
»

Φυσικά, στο μεσαιωνικό κρητικό ιδίωμα «πολιτική» σήμαινε πόρνη, και μ’ αυτή την έννοια χρησιμοποιούσε τη λέξη ο Σαχλίκης στην ποίησή του. Μόνο που όσα έλεγε εκείνος για τη συμπεριφορά της γυναίκας που προσφέρει επαγγελματικά και έναντι αμοιβής τις ερωτικές της υπηρεσίες ταιριάζουν πολύ περισσότερο, αν όχι αποκλειστικά, στους επαγγελματίες πολιτικούς εκπροσώπους της αστικής τάξης. Άλλωστε, αυτοί οι ίδιοι έχουν αυτοχαρακτηριστεί πόρνες εδώ και κάποια χρόνια:

«Ήµασταν σαν τις πόρνες µετά την πρώτη τους φορά» έλεγε στο “Βήµα της Κυριακής” (16 Οκτωβρίου 2011) κορυφαίο στέλεχος της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ αναφερόμενος στα µέλη του Υπουργικού Συµβουλίου την ηµέρα της συνεδρίασης για την επικύρωση του µνηµονίου στις 5 Μαΐου 2010. «Κοιτάζαµε ο ένας τον άλλον και ήµασταν όλοι χλωµοί», λέει. «Αισθανόµασταν µεγάλη ντροπή, αφού δεν µπορούσαµε να πιστέψουµε ότι εµείς, το ΠΑΣΟΚ, οδηγήσαµε την Ελλάδα στο ∆ΝΤ και τεµαχίσαµε µισθούς και συντάξεις». Και κατέληγε: «Από τότε έχουµε εκπορνευτεί πλήρως. Έχουµε κάνει τα ίδια πράγµατα πολλές φορές χωρίς να αισθανόµαστε ίχνος ντροπής».

Δεν ξέρω αν οι πόρνες έχουν αισθανθεί έτσι όπως τις παρουσιάζει ο υπουργός του ΠΑΣΟΚ που δήλωσε τα παραπάνω… Είμαι βέβαιος, όμως, ότι τις προσβάλλει όταν τις παρομοιάζει με τον ίδιο και τους άλλους συνεργούς του στην τότε κυβέρνηση. Γιατί οι πόρνες δεν έβλαψαν ποτέ κανέναν άλλο με τις πράξεις τους όπως όλες οι αστικές κυβερνήσεις και συγκυβερνήσεις που κυβέρνησαν μέχρι σήμερα και που κατέστρεψαν με τα μνημόνιά τους την εργατική τάξη και τον ελληνικό λαό (χαμηλόμισθους, συνταξιούχους, νεολαία, φτωχούς αγρότες…). Κι ας μην ξεχνάμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε διακηρύξει πριν γίνει κυβέρνηση ότι θα έσκιζε αμέσως με ένα νόμο τα μνημόνια. Ίσως κι αυτοί «εκπορνεύτηκαν», όπως οι παραπάνω του ΠΑΣΟΚ, και «χωρίς να αισθάνονται ίχνος ντροπής» για τις ψευδείς προεκλογικές διακηρύξεις τους, ψήφισαν μαζί με όλους τους άλλους αστούς πολιτικούς το τρίτο μνημόνιο, που ο ΣΥΡΙΖΑ το εφάρμοσε μαζί με τα δύο προηγούμενα. Κι όπως δήλωσαν ο πρωθυπουργός και τα στελέχη του, το έκαναν με λύπη τους και ενάντια στις ηθικές και πολιτικές αριστερές τους αρχές, αλλά αναγκάστηκαν να το πράξουν για να μας σώσουν… Με άλλα λόγια, εννοούν πως εκπορνεύτηκαν εξαιτίας μας και θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να προσφύγουν στα δικαστήρια, ζητώντας μεταξύ άλλων αποζημίωση για ηθική βλάβη. Άλλωστε, δεν θα είναι η πρώτη φορά.

Δεν ξέρω αν κάποια πόρνη προσέφυγε ποτέ στα δικαστήρια για να ζητήσει αποζημίωση για «ηθική βλάβη». Δεν το ξέρω, αν και θα μπορούσα να σκεφτώ αρκετές περιπτώσεις στις οποίες θα είχε κάθε δικαίωμα να απαιτήσει δικαστικά κάτι τέτοιο. Ίσως όμως και να ντράπηκε να ασκήσει ένα τέτοιο δικαίωμά της. Υπήρξε, όμως, ένας ικανός αριθμός παλαιότερων και σύγχρονων αστών πολιτικών που προσέφυγαν τις προάλλες στη Δικαιοσύνη και ζήτησαν μαζί με τις άλλες απαιτήσεις τους αποζημίωση για… «ηθική βλάβη».

Σύμφωνα με το νόμο (Α.Κ. 932) «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης».

Ας μη νομίσει, όμως, ο λαός που βλάφτηκε, για παράδειγμα, περιουσιακά και στην υγεία του (η φτώχεια κι η αρρώστια πάνε συνήθως μαζί) από όσα εγκληματικά διέπραξαν οι «εκπορνευμένοι» αστοί πολιτικοί σε βάρος του ότι μπορεί να προσφύγει στη δικαιοσύνη ζητώντας ηθική βλάβη, επειδή πετάχτηκε άνεργος στο δρόμο ή αρρώστησε στο Σύστημα Θανάτου που λέγεται, κατ’ ευφημισμό, «Σύστημα Υγείας». Όλοι αυτοί οι αστοί πολιτικοί απλώς προστάτεψαν το καπιταλιστικό σύστημα για να σε πετάνε οι καπιταλιστές εύκολα στο δρόμο και για να πραγματοποιούν τα σκάνδαλά τους οι φαρμακευτικές εταιρίες, συνεργώντας με αστούς πολιτικούς και δωρολήπτες γιατρούς. Οι εκπορνευμένοι, όμως, αστοί πολιτικοί μπορούν ευλόγως να προσφεύγουν στα δικαστήρια και να ζητούν χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, επειδή, προφανώς, βλάφτηκε για το καλό μας η τιμή τους.

Γι’ αυτό, το αίσχος των διεκδικήσεων κάποιων εκατομμυρίων εκ μέρους των αστών αυτών πολιτικών δεν μου προξενεί καμιά κατάπληξη. Για το μόνο που κάπως διερωτώμαι είναι αυτή η απαίτησή τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω της… «ηθικής βλάβης» που έχουν υποστεί. Κι επειδή δεν είμαι ούτε δικηγόρος ούτε δικαστής, κοίταξα το άρθρο 932 του αστικού κώδικα (περί ηθικής βλάβης), το οποίο παρέθεσα στην προηγούμενη παράγραφο, και προσπάθησα να καταλάβω τη «λογική» βάση αυτής της ανήθικης απαίτησής τους. Ποια βλάβη έχουν υποστεί στην υγεία (!), στην τιμή ή στην… αγνεία τους (!!!) από τα καθυστερούμενα; (Προφανώς, ο αστικός αυτός κώδικας ως νόμος του 1941 αφορούσε την τιμή και την αγνεία των παρθένων.) Και τέλος ποιος τους στέρησε την ελευθερία να… χειροκροτούν και να ψηφίζουν υπέρ της εξαθλίωσης του λαού και του ξεπουλήματος της χώρας; Κι όμως: Όπως φαίνεται από τις δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί υπέρ τους, φαίνεται τελικά ότι οι δικαστές αναγνώρισαν πως αυτοί οι επαγγελματίες έχουν υποστεί ηθική βλάβη, γι’ αυτό και τους επιδίκασαν διάφορα ποσά. Το γιατί δεν το γνωρίζω. Γι’ αυτό αναζήτησα να βρω κάποια μελέτη που να με διαφωτίσει κάπως πάνω στο θέμα. Και να πού κατέληξα.

Οι δικαστές, λέει, έχουν διευρύνει κάπως την έννοια της ηθικής βλάβης και επιδικάζουν κάποια χρηματική ικανοποίηση ως «τίμημα των αλγηδόνων», με άλλα λόγια των «ψυχικών πόνων», που δοκίμασε το θύμα που υπέστη τη ζημιά. Κι αυτό μ’ έκανε να τρομάξω. Θυμήθηκα πόσες φορές και πόσο συχνά όλοι αυτοί οι αστοί πολιτικοί που μας κυβέρνησαν και μας κυβερνούν έχουν εκφράσει, λες κι είναι θύματα, τον πόνο τους για τα μέτρα που παίρνουν σε βάρος μας. Και σκέφτηκα ότι, επειδή ο πόνος τους είναι τόσο πολύς για την εξαθλίωση που μας έχουν προκαλέσει και που ασύστολα και φασιστικά συνεχίζουν να μας επιβάλουν, μπορεί αυτοί οι άθλιοι να εμφανιστούν με θράσος στο μέλλον και να μας ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση για τις «ψυχικές αλγηδόνες» που ένιωσαν με την επιβολή των μνημονίων της εξαθλίωσής μας.

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2019

ΓΙΑ ΤΟ ΧΑΣΙΣΙ ΠΟΥ ΠΟΛΛΟΙ "ΖΑΙΟΙ" κλπ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ... ΑΓΑΠΟΥΝ:

..τα φαινόμενα, που παρατηρούνται ήδη στην απλή χρήση, με τον καιρό επιτείνονται, επαναλαμβάνονται και γίνονται μόνιμες επιδράσεις, μέχρι να φτάσουν στις χασισικές ψυχώσεις, που είναι μορφές σχιζοφρένειας... 


Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και λοιποί συνεργάτες, υπάλληλοι της αστικής τάξης όλοι μαζί, περνούν πρόσφατα στο επόμενο βήμα της υλοποίησης ενός ακόμα σχεδίου των αφεντικών που αφορά στην αποποινικοποίηση του χασισιού, στην μετατροπή της χώρας σε ένα απέραντο θερμοκήπιο και της προβολής αυτού του υποδείγματος ως ελπιδοφόρο και αναπτυξιακό.
Σε μια προσπάθεια συμβολής στο χρόνιο μέτωπο που έχει ο λαός μας με την τοξικοεξάρτηση και τη φιλοσοφία της μαστούρας, είτε έχει άρωμα χούντας, σχήμα γλάστρας Γιωργάκη ή περιτύλιγμα φαρμάκου ΣΥΡΙΖΑ, αναπαράγουμε μέρη από το βιβλίο του βιολόγου Νίκου Νικολάου που κυκλοφόρησε από την Επιστημονική Σκέψη και τη Σύγχρονη Εποχή Μαρξισμός και Βιολογία. Ναρκωτικά (2η έκδοση, Αθήνα, 1988) το οποίο είναι δυστυχώς εξαντλημένο. 
Για τον εξαιρετικό επιστήμονα και αγωνιστή Νίκο Νικολάου επιφυλασσόμαστε να γράψουμε σε ξεχωριστό σημείωμα.
Το κείμενο που ακολουθεί ανήκει στο δεύτερο μέρος με τίτλο «Ναρκωτικά», το οποίο, όπως διαβάζουμε στον πρόλογο «αποτελείται από αποκαλυπτικά και απόλυτα κατανοητά κείμενα και ομιλίες για τα ναρκωτικά. Μια πολύτιμη συμβολή στην αντιμετώπιση ενός κοινωνικού φαινομένου του καπιταλισμού που παίρνει στις μέρες μας επικίνδυνες διαστάσεις».
Πόσο «αθώο» είναι το χασίς;
Είναι πολλά τα δημοσιεύματα που προβάλλουν αποπροσανατολιστικές θεωρίες για την «αθωότητα» μιας κατηγορίας ναρκωτικών (κυρίως του χασίς) και την υποτιθέμενη δυσκολία διάκρισής τους από τον καφέ, το τσιγάρο και το οινόπνευμα. Υπάρχει όμως καμιά επιστημονική βάση σ’ αυτές τις απόψεις;
Ας εξετάσουμε την περίπτωση του χασίς, που είναι και το πρώτο βήμα για τη ναρκομανία, όπως αποδεικνύεται από πολλές επιδημιολογικές και κοινωνιολογικές μελέτες που υπάρχουν.
Οι επιδράσεις του χασίς στον ανθρώπινο οργανισμό αποτελούν ακόμα αντικείμενο έρευνας σε πολλά εργαστήρια της Δ. Ευρώπης και των ΗΠΑ. Πού στηρίζονται οι ειδικοί, ή μη ειδικοί, που τολμούν να υποστηρίζουν πως είναι ακίνδυνο και «αθώο»;
Το χασίς – ναρκωτικό της κατηγορίας των παραισθησιογόνων ή «ψυχοδηλικών» – έχει πρωταρχική επίδραση τη διαταραχή του μηχανισμού αντίληψης των ερεθισμάτων, μια διαταραχή που στην αρχή είναι παροδική, αλλά με τον καιρό γίνεται μόνιμη. 
Το κύριο δραστικό συστατικό του, η τετραϋδροκανναβινόλη, ουσία εξαιρετικά λιποδιαλυτή, εισχωρεί εύκολα στον εγκέφαλο, αρχίζει να δρα σύντομα και αποθηκεύεται για εβδομάδες ολόκληρες, συνεχίζοντας τη βλαπτική της δράση. Επιδρά κύρια στο μέρος εκείνο του εγκεφάλου όπου γίνεται το φιλτράρισμα των ερεθισμάτων και το αδρανοποιεί, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εκλεκτική απομόνωσή τους και τα ερεθίσματα να βομβαρδίζουν σωρηδόν τον εγκέφαλο, προκαλώντας την αποδιοργάνωση των ψυχικών λειτουργιών.
Οι παραισθήσεις ή ψευδαισθήσεις, που προκαλούνται από τη χρήση της ουσίας αυτής, δεν είναι άλλο παρά αλλοιωμένες ερμηνείες των ερεθισμάτων που φτάνουν στον εγκέφαλο χωρίς να φιλτραριστούν. Έτσι διαστρεβλώνονται, παραμορφώνοντας την πραγματικότητα.
Όλα αυτά τα φαινόμενα, που παρατηρούνται ήδη στην απλή χρήση, με τον καιρό επιτείνονται, επαναλαμβάνονται και γίνονται μόνιμες επιδράσεις, μέχρι να φτάσουν στις χασισικές ψυχώσεις, που είναι μορφές σχιζοφρένειας. 
Οι χασισικές ψυχώσεις είναι ανεπανόρθωτες βλάβες της ψυχικής λειτουργίας, στις οποίες η στρεβλή ερμηνεία της πραγματικότητας είναι σταθερό φαινόμενο, ενώ το συναίσθημα και η μνήμη έχουν αποδιοργανωθεί σε τέτιο σημείο, ώστε κάθε δημιουργική, παραγωγική δραστηριότητα να είναι πια αδύνατη.
Επιστημονικά ευρήματα αποδεικνύουν ακόμα ότι το χασίς έχει σοβαρές επιπτώσεις πάνω στους κυτταρικούς μηχανισμούς, στη σύνθεση των πρωτεϊνών, στο RNA και το DNA, τα γενετικά δηλαδή υλικά, που είναι υπεύθυνα για τη μεταβίβαση των κληρονομικών χαρακτηριστικών. Ακόμα είναι διαπιστωμένο ότι το χασίς προκαλεί ελάττωση της ανοσοποιητικής ικανότητας του οργανισμού και αυξημένη ευαισθησία στις αρρώστιες, μειώνει σημαντικά την ανδρική ορμόνη τεστοστερόνη, την περιεκτικότητα των σπερματοζωαρίων σε λευκώματα και την κινητικότητά τους.
Όλα τα φαινόμενα αυτά, με κορυφαίο το γεγονός ότι η επανειλημμένη χρήση προκαλεί ισχυρή ψυχική εξάρτηση, οδηγούν το χρήστη σε εκδηλώσεις που κάθε άλλο παρά σαν αμφισβήτηση του κατεστημένου μπορούν να χαρακτηριστούν. Έτσι καταρρίπτονται οι θεωρίες για την «αθωότητα» του χασίς, ή εκείνες που υποστηρίζουν πως η χρήση του αποτελεί μέσο αμφισβήτησης και ένδειξη ριζοσπαστισμού. Γιατί λοιπόν διαδίδονται με τόση επιμονή τέτιου είδους θεωρίες, γιατί επιζητείται από κάποιους κύκλους η αποποινικοποίηση της χρήσης του;
Η χρήση του χασίς οδηγεί το άτομο σε πλήρη αδιαφορία για ό,τι συμβαίνει γύρω του, σε απάθεια και άμβλυνση αισθημάτων, σε μόνιμο ονειρικό παραλήρημα και αδυναμία συγκέντρωσης, σε ραθυμία και αποδιοργάνωση των μηχανισμών του συναισθήματος, της μνήμης και της σκέψης, σε μια κυματώδη, απότομα εναλλασσόμενη ψυχική διάθεση, σε απρόβλεπτες εκρήξεις («καταιγίδα»), κατάσταση ιδιαίτερα έντονη και βασανιστική και συχνά επικίνδυνη για τον ίδιο και για τους γύρω του, σε μείωση των ηθικών αναστολών γενικά, σε μια μόνιμη βλάβη του ψυχισμού του ατόμου. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του χασισοπότη τον καθιστούν αντικοινωνικό άτομο και τον απενεργοποιούν οριστικά. Χάνει την αίσθηση της πραγματικότητας. Αδυνατεί να διακρίνει τις πραγματικές εμπειρίες από την ονειροπόληση. Δεν μπορεί πια να έχει σωστή επίγνωση της κατάστασής του.
Πέρ’ απ’ αυτά, ο χρήστης παύει να είναι σε θέση να προφυλάξει τον εαυτό του από τα άλλα ναρκωτικά, τα οποία οι έμποροι φροντίζουν με κατάλληλες μεθοδεύσεις να του διοχετεύσουν. Το πέρασμα του σε ναρκωτικά που, εκτός από την ψυχική, προκαλούν και σωματική εξάρτηση, γίνεται πολύ εύκολο, όταν π.χ. προκληθεί τεχνητή έλλειψη χασίς στην αγορά με παράλληλη αύξηση προσφοράς άλλων ναρκωτικών. Έτσι γίνεται ξεκάθαρο πως το χασίς αποτελεί το πρώτο σκαλοπάτι για το μονόδρομο της ναρκομανίας. Αλλά κι από τις στατιστικές έχει αποδειχθεί ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ηρωινομανών ξεκίνησε κάνοντας χρήση χασίς. Επειδή, όταν, από κάποιο χρονικό σημείο και ύστερα, οι αρχικές δόσεις δεν φέρνουν πια το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, ο πειρασμός της δοκιμής άλλων ναρκωτικών γίνεται μεγάλος.
Όταν λοιπόν υποστηρίζεται από μερικούς πως το χασίς δεν είναι χειρότερο από το τσιγάρο, αυτό ίσως οφείλεται στην πλήρη άγνοια επιστημονικών δεδομένων, ή στην αδυναμία εκτίμησης των παραμέτρων που λέγονται συνειδητοποίηση του ατόμου, ικανότητα δημιουργίας και κοινωνική δραστηριότητα.
Οι γνώστες όμως των επιπτώσεων του χασίς στον άνθρωπο δεν μπορεί παρά κακόβουλα να υποστηρίζουν και να διαδίδουν τέτιες αποπροσανατολιστικές θεωρίες, υπηρετώντας έτσι συνειδητά τις δυνάμεις εκείνες, που επιδιώκουν να απενεργοποιήσουν και να περιθωριοποιήσουν κοινωνικά τη νεολαία, εισπράττοντας τα ανάλογα πολιτικά οφέλη. Γι’ αυτόν το λόγο πρέπει να αποκρούονται αποφασιστικά και τεκμηριωμένα οι διάφορες (αφελείς ή μη) απόψεις που επιμένουν στην αντιεπιστημονική διάκριση «μαλακά-σκληρά» ναρκωτικά.
Ομιλία στην ΠΑΣΕΝ, 1985
[ΠΑΣΕΝ: Πανελλήνια Συντονιστική Επιτροπή κατά των Ναρκωτικών. Ο Ν. Νικολάου ήταν στενός συνεργάτης της, ΓΛ]

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2019

ΤΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΒΑΡΚΙΖΑΣ:

Το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ για τη Συνθηκολόγηση της Βάρκιζας

Η υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας βαραίνει την ηγεσία του ΚΚΕ. Ανεξάρτητα από τις όποιες διεθνείς παραινέσεις για την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, έπρεπε να απορρίψει και την παραμικρή σκέψη για την παράδοση των όπλων και διάλυση του ΕΛΑΣ.

Ένα από τα θέματα που σίγουρα κεντρίζουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη στο νέο δοκίμιο ιστορία τους ΚΚΕ, είναι σαφώς η αποτίμηση της Συμφωνίας της Βάρκιζας. Προφανώς η αποτίμηση αυτή δεν έρχεται ως κεραυνός εν αιθρία, αλλά στη βάση αναλύσεων που είναι γνωστές και υπό επεξεργασία εδώ και χρόνια μέσα από τα κομματικά έντυπα. Η αυτοκριτική διάθεση, μακριά από τη λαθολογία, η ανάδειξη του ρόλου του διεθνούς παράγοντα με προεξάρχουσα την ΕΣΣΔ και η προβολή της εναλλακτικής που είχαν ΚΚΕ και ΕΑΜ – ΕΛΑΣ αποτελούν βασικούς άξονες της σημερινής κομματικής θεώρησης, που γλαφυρά και τεκμηριωμένα αποτυπώνεται στο σχετικό κεφάλαιο από τον τόμο Β1 του δοκιμίου, το οποίο και παρατίθεται παρακάτω:
Η δυσμενής έκβαση της μάχης στην Αθήνας και τον Πειραιά και η ανακωχή της 11ης Γενάρη κάθε άλλο παρά σήμαινε και ήττα συνολικά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, που κυριαρχούσε στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ διατηρούσαν επιρροή στην πλειοψηφία των λαϊκών μαζών, ενώ ο ΕΛΑΣ συνέχιζε να συσπειρώνει τον κύριο όγκο των δυνάμεών του.
Ο στρατηγός του ΕΛΑΣ Στ. Σαράφης αναφέρει ότι τις παραμονές της Συμφωνίας της Βάρκιζας “άρχισε μια εντατική δουλειά ανασυγκρότησης των μονάδων και τακτοποίησής τους με νέα διάταξη, ώστε στις αρχές του Φλεβάρη ο ΕΛΑΣ ήταν έτοιμος ν’ αντιμετωπίσει οποιαδήποτε νέα επίθεση”.
Ήδη από τις 22 Γενάρη, το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ ζητούσε από την Ομάδα Μεραρχιών Μακεδονίας λεπτομερείς αναφορές για την κατάσταση των δυνάμεων, τόσο της ίδιας όσο και του εχθρού, “εις Μακεδονία και ιδιαιτέρως περιοχήν Θεσ/νίκης και Καβάλας”.
Όσον αφορά την πρωτεύουσα, στις αρχές Φλεβάρη στάλθηκε πολυάριθμη ομάδα κομματικών στελεχών με επικεφαλής τον Σπ. Καλοδίκη, με σκοπό την ανασυγκρότηση των οργανώσεων του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Έως τα μέσα-τέλη Φλεβάρη είχαν ανασυσταθεί η Επιτροπή Πόλης της ΚΟΑ, όλες οι Αχτιδικές Επιτροπές και τα Γραφεία των περισσότερων ΚΟΒ. Με γοργούς ρυθμούς ακολουθούσε η ανασυγκρότηση των ΕΑΜικών και ΕΠΟΝίτικων οργανώσεων”.
Σχετικά με τη συνέχιση ή μη της ένοπλης σύγκρουσης μετά από την ήττα του ΕΛΑΣ το Δεκέμβρη, ο Π. Ρούσος αναφέρει:
“Τις μέρες της ανακωχής έγιναν στην ηγεσία του αγώνα σκέψεις για ενδεχόμενη συνέχιση του πολέμου κατά των επεμβάσεων. Ο ΕΛΑΣ διατηρούσε ακόμα σημαντικές, τις περισσότερες δυνάμεις ανέπαφες. Στη μάχη της Αθήνας είχαν δοκιμασθεί και χτυπηθεί 3 μεραρχίες 20.000 ανδρών περίπου. Διαθέταμε ακόμα 7 μεραρχίες, δύναμης περίπου 40.000. Ο ΕΛΑΣ μπορούσε να συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα του, μάλλον σαν αγώνας τριβής, με την πιθανότητα να πετύχει ευνοϊκούς όρους για το κίνημα. Μα σε κάθε περίπτωση είχαμε ανάγκη από βοήθεια, τουλάχιστον σε πολεμοφόδια. Από πού όμως; Μην ξεχνάμε πως συνεχίζεται η μεγάλη προσπάθεια των Σοβιετικών για τη συντριβή του Χίτλερ και την κατάληψη του Βερολίνου. Ο Χίτλερ μπορεί ακόμα να κάνει ζημιά στους συμμάχους (Αρδέννες). Χρειάζεται η μεγαλύτερη ενότητα των συμμάχων. Και στερέωση των νέων λαϊκών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη.
Για να ‘χει κάποια σαφήνεια και προοπτική σ’ ένα νέο ένοπλο αγώνα που θα αναλάμβανε κατά των Άγγλων, την ώρα που ο παγκόσμιος πόλεμος βάδιζε προς το τέλος του, το Πολιτικό Γραφείο έστειλε ένα τηλεγράφημα προς το Γ. Ντιμιτρόφ για να βολιδοσκοπήσει ξανά τις δυνατότητες που θα υπήρχαν στη νέα διεθνή κατάσταση και ιδιαίτερα στην κατάσταση των Βαλκανίων, που ήταν ακόμα λεπτή”.
Σε συνάντησή του με τον Κοστόβ στη Σόφια, αρχές του 1945, ο Ζέβγος έθεσε ευθέως το ζήτημα της διεθνούς υλικοστρατιωτικής ή έστω πολιτικής στήριξης προς το λαϊκό κίνημα της Ελλάδας για τη συνέχιση του ένοπλου αγώνα. “Αν θα είναι αδύνατο να έχουμε μια τέτοια ηθική υποστήριξη, πρέπει ή να συνθηκολογήσουμε, πράγμα που θα σήμαινε καταστροφή για το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα, ή να αρχίσουμε πάλι τον πόλεμο. Εμείς θα προτιμήσουμε το δεύτερο”. Ωστόσο πρόσθεσε:
“Ο λαός μας κουράστηκε (…) οι άνθρωποι πεινούν. Αυτές οι δυσκολίες έχουν αντανάκλαση στο ηθικό των συμμάχων μας, μικροαστικών ομάδων, που θέλουν να επιτευχθεί ομαλότητα με συμφωνία (…) Ο στρατός μας αριθμεί 50-60.000, το ηθικό του είναι υψηλό, θέλει να συγκρουστεί, όμως δεν έχει εξπλισμό, κυρίως αντιαεροπορικά, πυροβόλα, τανκς και αντιαρματικά πυροβόλα (…) Χρειαζόμαστε αρβύλες -το 1/2 του στρατού μας είναι ξυπόλητοι- ψωμί, ο στρατός μας πεινά”.
Με τη σειρά του ο Κοστόβ απάντησε:
“Πολιτική υποστήριξη μπορεί να έχει η Ελλάδα μόνο από τη Σοβιετική Ένωση. Εμείς θα συνεχίσουμε να εκφράζουμε στον Τύπο τις συμπάθειές μας προς εσάς, όμως μεγάλη βοήθεια δεν μπορούμε να δώσουμε (…) Μεγάλες ελπίδες δεν μπορείτε να έχετε ούτε στη Σοβιετική Ένωση, διότι η διεθνής κατάσταση είναι δυσμενής για σας. Η Γερμανία δεν έχει ακόμη συντριβεί. Είναι ανάγκη να διατηρηθεί η συμμαχία με την Αγγλία. Αν αυτή η συμμαχία καταρρεύσει, η Γερμανία μπορεί να σηκώσει και πάλι κεφάλι. Ακριβώς γι’ αυτό οι Άγγλοι επέλεξαν τη στιγμή αυτή να σας επιτεθούν. Υποθέτω ότι η Σοβιετική Ένωση δε θα μπορούσε να σας δώσει αποφασιστική βοήθεια, όμως, εννοείται, αυτό είναι υπόθεση της ίδιας της Σοβιετικής Ένωσης”
Στις 15 Γενάρη 1945, ο Λεωνίδας Στρίγκος, όντας στη Θεσσαλονίκη, απέστειλε τηλεγράφημα προερχόμενο από τη Σόφια προς το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, που τότε βρισκόταν στα Τρίκαλα.
Ανάμεσα σε άλλα ανέφερε:
“Σας μεταδίδουμε τηλ/μα που στάλθηκε από… στοπ. Αρχίζει στοπ. Ο Παππούς (Ντιμιτρόφ) νομίζει ότι με τη σημερινή διεθνή κατάσταση η ένοπλη ενίσχυση προς τους Έλληνες συντρόφους απ’ έξω γενικά αδύνατη. Βοήθεια από μέρους της Βουλγαρίας ή Γιουγκοσλαβίας, η οποία να τους δέσμευε με το μέρος του ΕΛΑΣ εναντίον ενόπλων αγγλικών δυνάμεων, σήμερα λίγο θα βοηθήσει τους Έλληνες συντρόφους, ενώ πάρα πολύ θα μπορούσε να βλάψει τη Γιουγκοσλαβία ή τη Βουλγαρία. Όλα αυτά πρέπει να τα υπολογίζουν οι φίλοι μας οι Έλληνες. Έλληνες και ΕΛΑΣ πρέπει να καθορίσουν τα περαιτέρω βήματά τους, ξεκινώντας απ’ αυτή ακριβώς την κατάσταση, όχι ευνοϊκή γι’ αυτούς. Δεν πρέπει τραβήξουν σχοινί. Αλλά να δείξουν εξαιρετική ευλυγισία και ικανότητα χειρισμών για να διατηρήσουν όσο το δυνατόν δυνάμεις τους και να περιμένουν ευνοϊκότερη στιγμή για πραγματοποίηση δημοκρατικού τους προγράμματος. Για Ελληνικό Κόμμα το σπουδαιότερο είναι να μην επιτρέψει να απομονωθεί από μάζες ελληνικού λαού και από δημοκρατικές ομάδες που ανήκουν στο ΕΑΜ. Γιατί ΕΑΜ, ΓΣΕΕ και χωριστές προσωπικότητες ηγέτες δεν απευθύνονται επίσημα στα Συνδικάτα και Εργατικό Κόμμα Αγγλίας, στις αμερικανικές μαζικές οργανώσεις και Συνδικάτα και κοινή γνώμη εξωτερικού για να διαφωτίσουν για σκοπούς και χαρακτήρα πάλης τους, για να ξεσκεπάσουν ελληνική αντιδραστική κλίκα και τους καλέσουν ενίσχυσή τους; Αυτό θα ‘πρεπε να κάνουν με όλους τους δυνατούς τρόπους και μέσα ακατάπαυστα στοπ. Πρωτότυπο στείλαμε με σύνδεσμο στοπ”.
(Κατά το Χατζή, το παραπάνω τηλεγράφημα είχε σταλεί με ημερομηνία 19 Δεκέμβρη 1944 και το είχε παραλάβει στη Μακεδονία ο Λ. Στρίγκος στις 20 Δεκέμβρη. Όμως, από λάθος στον κώδικα, ήταν αδύνατη η αποκρυπτογράφησή του, οπότε ο Στρίγκος ζήτησε επανάληψη. Το νέο τηλεγράφημα, αφού αποκρυπτογραφήθηκε, στάλθηκε στο ΠΓ με ημερομηνία 15 Γενάρη 1945, όπως προαναφέρεται. Δεν είναι γνωστό αν το δεύτερο τηλεγράφημα ήταν επανάληψη του πρώτου ή αν είχε τροποποιηθεί, με δεδομένο ότι η κατάσταση το Γενάρη είχε αλλάξει δραματικά για το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Το τηλεγράφημα παραθέτει και ο Ιορντάν Μπάεφ, ο οποίος αναφέρει ότι είχε ημερομηνία 12 Γενάρη και έφτασε στο ΠΓ στις 15 Γενάρη).
Είχε προηγηθεί συνομιλία του Ντιμιτρόφ με το Στάλιν, στις 10 Γενάρη 1945. Σύμφωνα με το Ντιμιτρόφ, ο Στάλιν του είπε:
“Συμβούλεψα την Ελλάδα να μην αρχίσουν αυτόν τον αγώνα. Τα μέλη του ΕΛΑΣ δεν έπρεπε να βγουν από την κυβέρνηση Παπανδρέου. Καταπιάστηκαν με μια δουλειά για την οποία δεν αρκούν οι δυνάμεις τους. Φαίνεται υπολόγιζαν ότι ο Κόκκινος Στρατός θα κατέβαινε ως το Αιγαίο”. Αυτό δεν μπορούμε να το κάνουμε. Δεν μπορούμε να στείλουμε και στην Ελλάδα δικά μας στρατεύματα. Οι Έλληνες έκαναν βλακεία”.
Το παραπάνω τηλεγράφημα της 15ης Γενάρη αναμφίβολα άσκησε επίδραση στην πολιτική του ΚΚΕ.
Κατά το Θ. Χατζή, στο ΠΓ και στην ΚΕ διεξαγόταν διαπάλη. Οι Σιάντος και Ζέβγος, στηριζόμενοι και στις απόψεις του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ, υποστήριζαν τη συνέχιση του αγώνα εναντίον της Αγγλίας, ενώ η πλειοψηφία του ΠΓ ήταν υπέρ της εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης. Ο Σιάντος τελικά υποχώρησε, ενώ ο Ζέβγος παρέμεινε αμετακίνητος.
Στις 2 Φλεβάρη 1045 ξεκίνησαν στη Βάρκιζα διαβουλεύσεις μεταξύ των εκπροσώπων του ΕΑΜ και της κυβέρνησης Ν. Πλαστήρα που στις 12 του μήνα κατέληξαν σε συμφωνία. Η Συμφωνία της Βάρκιζας προέβλεπε την αποστράτευση και τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, του ΕΛΑΝ και της Εθνικής Πολιτοφυλακής. Ακόμα: τη διασφάλιση των πολιτικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών, την άρση του στρατιωτικού νόμου, την άμεση απελευθέρωση των συλληφθέντων ΕΑΜιτών, με το άρθρο 3 την αμνήστευση των “πολιτικών αδικημάτων” που διαπράχτηκαν κατά τις μάχες του Δεκέμβρη (εξαιρούνταν τα “κοινά αδικήματα κατά της ζωής και της περιουσίας”, καθώς και όσοι δεν παρέδιδαν τα όπλα έως την προκαθορισμένη ημερομηνία της 15ης Μάρτη), την απελευθέρωση των ομήρων του ΕΛΑΣ (όσοι κατηγορούνται ως δωσίλογοι θα παραδίδονταν στη Δικαιοσύνη για να δικαστούν), τη συγκρότηση εθνικού στρατού, την εκκαθάριση των κρατικών υπαλλήλων και των σωμάτων ασφαλείας από δωσιλογικά στοιχεία και, τέλος, τη διενέργεια το “ταχύτερο δυνατόν” ελεύθερων και γνήσιων εκλογών και δημοψηφίσματος για το πολιτειακό.
Μιλώντας στην ΚΕ του ΚΚΕ στις 14 Φλεβάρη 1945, όπου συζητήθηκε η Συμφωνία, ο Γ. Ιωαννίδης τόνισε μεταξύ άλλων:
“Η γραμμή του Πολιτικού Γραφείου ήταν να συνάψουμε κάθε είδους συμφωνία, εκτός από μια τέτοια συμφωνία που δε θα μας άφηνε κανένα ίχνος ελεύθερου πολιτικού βίου ή θα απαιτούσε να παραδοθούμε χωρίς όρους. Ήταν απαραίτητο να συνάψουμε τη συμφωνία. Η συμφωνία συνάφθηκε στις βάσεις που προβλέψαμε. Η αλήθεια είναι ότι ορισμένα σημεία της συμφωνία θα μπορούσαν να αποσαφηνιστούν περισσότερο, αλλά αυτό δεν είναι η ουσία του όλου ζητήματος (…) Η σημερινή συμφωνία είναι αποτέλεσμα της διεθνούς κατάστασης της Ελλάδας (…) Δεν πρέπει να τρέφουμε αυταπάτες. Διεξάγουμε πόλεμο. Θα κερδίσουμε, αν θέσουμε σωστά αυτό το πράγμα. Είχαμε και έχουμε σωστή πολιτική, αλλά οι σημερινές συνθήκες δε μας επιτρέπουν να την εφαρμόσουμε. Αν αύριο οι συνθήκες αλλάξουν, θα νικήσουμε. Οι εσωτερικές αντιφάσεις της μπουρζουαζίας μας θα οξυνθούν περισσότερο και πρέπει να τις εκμεταλλευτούμε κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Μπροστά στο Κόμμα τίθενται σήμερα τα ακόλουθα καθήκοντα:
1.Να υποστηρίζουμε το συμμαχικό μέτωπο (τη συμφωνία) και να το επεκτείνουμε. Να δημιουργήσουμε πλατύ μέτωπο των δημοκρατικών δυνάμεων. Να συσπειρώσουμε στο μέτωπο αυτό όλες τις δημοκρατικές δυνάμεις, που δεν είναι φασιστικές, ακόμα και τον ίδιο τον Πλαστήρα. Θα οργανώσουμε γρήγορα το συνέδριο του ΕΑΜ.
2. Πρέπει να στρέψουμε την προσοχή στο Κόμμα μας. Πρέπει να ενισχύσουμε και να εξασφαλίσουμε τη δράση του κάτω από κάθε όρους. Το Πολιτικό Γραφείο πρέπει να μελετήσει το οργανωτικό ζήτημα και να βρει τις μεθόδους για την ποιοτική βελτίωση του Κόμματος.
3. Πρέπει να οργανώσουμε διαφωτιστική και προπαγανδιστική δραστηριότητα του Κόμματος στις τάξεις των κομματικών μελών και στο λαό (…)
Για το ζήτημα των Άγγλων: δεν πρέπει να ξεχνάμε το ζήτημα της ανεξαρτησίας της χώρας. Κάθε φορά που τίθεται το ζήτημα από τη σκοπιά αυτή, πρέπει να υπογραμμίζουμε ότι η αγγλική επέμβαση δεν εξυπηρετεί την ομαλή πολιτική ανάπτυξη της χώρας”.
Την ίδια μέρα συνεδρίασε και η ΚΕ του ΕΑΜ, η οποία ενέκρινε ομόφωνα τη Συμφωνία.
Στις 15 Φλεβάρη η ΚΕ του ΕΛΑΣ εξέδωσε προκήρυξη για την αποστράτευση του ΕΛΑΣ. «Η συμφωνία της 12ης Φλεβάρη», τόνιζε η προκήρυξη απευθυνόμενη στους μαχητές του ΕΛΑΣ, «τερματίζει τον ένοπλο αγώνα σας. Τώρα ήλθε η ώρα να καταθέσετε με τιμή τα δοξασμένα όπλα σας. Όμως το έργο σας δεν ολοκληρώθηκε. Ο δεύτερος μεγάλος σκοπός του αγώνα μας, η κατοχύρωση της λαϊκής κυριαρχίας και η δημιουργία των προϋποθέσεων εκείνων που δεν εξασφαλίζουν την ανεμπόδιστη δημοκρατική εξέλιξη του τόπου, περιμένει την πραγματοποίησή του».
Την ίδια μέρα εκδόθηκε και η σχετική Ημερήσια Διαταγή του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ.
Όπως αναφέρει ο Στ. Σαράφης, ο Άρης Βελουχιώτης, αρνήθηκε αρχικά να υπογράψει τη διαταγή. Τότε ο Σαράφης του είπε ότι, αν δεν την υπογράψει αυτός, δε θα την υπέγραφε ούτε και ο ίδιος, ζητώντας του να αποταθεί στο Κόμμα. Τελικά, ο Βελουχιώτης συνυπέγραψε τη διαταγή.
Τα άμεσα καθήκοντα των ΚΟ του ΚΚΕ τέθηκαν τηλεγραφικά στις 15 Φλεβάρη ως εξής:
«Σ’ όλα τα μέλη μας, ΕΑΜ, ΕΛΑΣ αναλυθεί συμφωνία και λόγοι που επέβαλαν υπογραφή της στοπ. Βασικές κατευθύνσεις στοπ. Πάλη για δημοκρατικές ελευθερίες και εξέλιξη Χώρας στοπ. Διατήρησε ενότητας συμμαχικά αγώνα γραμμές ΕΑΜ και δημιουργία πλατιού πανδημοκρατικού μετώπου στοπ. Διαφώτιση Κόμματος και λαού σημερινές συνθήκες πρώτιστο καθήκον στοπ. Οργανωτικά προβλήματα αποκτούν σήμερα αποφασιστική σημασία στοπ. Ανάγκη εξασφαλιστεί λειτουργία και προφύλαξη οργανώσεων και τεχνικού μηχανισμού στοπ. Πάρουμε μέτρα σ’ επιστράτευση οργανώνοντας εθνοφυλακή, κομμ. Δυνάμεις κατά υπόδειγμα παλιού ΑΜΙ στοπ. Βασική προϋπόθεση πραγματοποίησης καθηκόντων μας είναι η σύνδεσή μας με τις μάζες στοπ. Συγκεκριμένες πράξεις τρομοκρατίας κυβέρνησης Πλαστήρα πρέπει να ξεσκεπάζονται καθημερινά από οργανώσεις στοπ. Χαρακτηρισμός κυβέρνησης Πλαστήρα φασιστικής σήμερα όχι ορθός στοπ. Οργανώσεις μας με προσωπική ευθύνη γραμματέων περιοχής και σε συνεργασία καπεταναίους διαφυλάξουν σημαντικό μέρος οπλισμού στοπ. Επίσης διαφυλάξουν τρόφιμα και άλλη περιουσία ΕΛΑΣ λ/σμο Πολ. Γραφείου στοπ. Πρέπει γίνουν συνελεύσεις ανταρτών όπου εξηγηθεί γιατί διαλύθηκε ΕΛΑΣ και καθήκοντα ΕΛΑΣιτών με γυρισμό τους πόλεις και χωριά στοπ. Εξηγηθεί ΕΛΑΣίτες ότι θα δημιουργήσουμε συλλόγους αγωνιστών εθνικοαπελευθερωτικού πολέμου 1941 – 1944 όπου θα μπούνε όλοι ΕΛΑΣίτες φαντάροι αξιωματικοί.
Στις 18 Φλεβάρη η καθοδήγηση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ επέστρεψε στην Αθήνα. Στα Τρίκαλα παρέμεινε η ΚΕ του ΕΛΑΣ για την τήρηση των στρατιωτικών όρων της Συμφωνίας. Στις 20 Φλεβάρη κατέφτασε εκεί και βρετανική αντιπροσωπία. Ο Ριζοσπάστης, που ως τότε εκδιδόταν στα Τρίκαλα, άρχισε να τυπώνεται και πάλι στην πρωτεύουσα στις 20 Φλεβάρη (από τις 3-18 Φλεβάρη κυκλοφορούσε τοπική έκδοση Αθήνας του Ριζοσπάστη).
Η συγκέντρωση των όπλων του ΕΛΑΣ πραγματοποιήθηκε σε 32 πόλεις, όπου ο ΕΛΑΣ παρέδωσε περισσότερα όπλα απ’ όσα είχε δεσμευτεί: «Από τα 42.500 όπλα που είχε αναληφθή υποχρέωσε παραδίνονται 49.200». Υπήρχαν και άλλα όπλα, τα οποία έκρυψε ο ΕΛΑΣ σε διάφορες τοποθεσίες ανά την Ελλάδα, σύμφωνα και με τις παραπάνω οδηγίες προς τις ΚΟ του κόμματος.
Στις 28 Φλεβάρη 1945, ο ΕΛΑΣ αποστρατεύτηκε.
Πέντε χρόνια αργότερα, κατά την ομιλία του στην 7η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ το Μάη του 1950, ο Δ. Παρτσαλίδης αναφέρθηκε στην 3η σύσκεψη που είχε γίνει στη Μόσχα το Γενάρη του 1950 ανάμεσα στις ηγεσίες του ΚΚΣΕ (Στάλιν, Μολότοφ, Μαλένκοφ, Σουσλόφ) του ΚΚ Αλβανίας (Χότζα, Σέχου) και του ΚΚΕ (Ζαχαριάδης, Παρτσαλίδης). Σε αυτή τη σύσκεψη συζητήθηκε και η Συμφωνία της Βάρκιζας. Γι’ αυτό το θέμα ο Δ. Παρτσαλίδης ανέφερε:
«Η συφωνία της Βάρκιζας. Ο σ. Στάλιν είπε: «Είτανε λάθος, δεν έπρεπε να παραδώσετε τα όπλα.» Όταν ο σ. Ζαχαριάδης ανέφερε πως δεν παραδώσαμε όλα τα όπλα και ‘γω ότι πολεμήσαμε στην Αθήνα και ότι είχαμε και την υπόδειξη του σ. Ντιμιτρόφ για συμφωνία, ο σ. Στάλιν απάντησε: «Έπρεπε να πολεμήσετε έξω από την Αθήνα. Ο σ. Ντιμιτρόφ δεν είναι ΚΕ του Μπολσεβίκικου Κόμματος»
Η τοποθέτηση του Στάλιν το 1950, ότι το ΚΚΕ έπρεπε αν μην παραδώσει τα όπλα και να συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα έξω από την Αττική, ήταν απόλυτα σωστή, αλλά δεν υπάρχει αρχειακό εύρημα για ανάλογη τοποθέτηση το 1945. Και αυτό το ζήτημα υπάγεται σε εκείνα που παραμένουν σχετικά ανοιχτά στην παραπέρα μελέτη τους, σε συνδυασμό με πρόσβαση στο σχετικό αρχειακό υλικό.
Η υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας βαραίνει την ηγεσία του ΚΚΕ. Ανεξάρτητα από τις όποιες διεθνείς παραινέσεις για την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, έπρεπε να απορρίψει και την παραμικρή σκέψη για την παράδοση των όπλων και διάλυση του ΕΛΑΣ. Έπρεπε το κόμμα να ανασυνταχτεί και ο ΕΛΑΣ να συνέχιζε τον αγώνα έξω από την Αθήνα. Αυτή η στάση ήταν η μοναδική που θα βοηθούσε και το ΔΚΚ και πρωταρχικά τη Σοβιετική Ένωση. Η απαράδεκτη υποχώρηση, όντας σε βάρος του ΕΑΜικού κινήματος και γενικά του λαού, απέβαινε σε βάρος και του ΔΚΚ.
Οι παράγοντες που οδήγησαν στην υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, πέρα από την υποτίμηση της δύναμης του λαϊκού κινήματος και την υπερτίμηση του αντιπάλου, ήταν πρωταρχικά: Η εμμονή στον κοινοβουλευτικό στόχο της «ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης», σε συνάρτηση και με την πίεση που ασκούσαν στο ΚΚΕ οι σύμμαχοί του στο ΕΑΜ να υπογραφεί συμφωνία. Η υποχώρηση στην πίεση ήταν απόρροια της οπορτουνιστικής άποψης ότι σε αντίθετη περίπτωση το ΕΑΜ θα διαλυόταν και το ΚΚΕ θα οδηγούνταν στην απομόνωση.

Η Συμφωνία της Βάρκιζας: Τεχνικές και πολιτικές παράμετροι


Η Συμφωνία της Βάρκιζας δεν ήταν μια «τυπική», ως προς την διαδικασία της, πολιτική πράξη. Πολλά στοιχεία την διαφοροποιούσαν από την τρέχουσα πολιτική ή διπλωματική πρακτική. Ο χώρος όπου υπογράφηκε ήταν ένα από αυτά: η στέγαση των διαπραγματεύσεων σε ένα ιδιωτικό σπίτι, την «Βίλα Κανελλόπουλου», και σε όχι κάποιο δημόσιο κτίριο είχε τη δική του συμβολική σημασία. Ακόμα πιο σοβαρή παρατυπία μπορεί να θεωρηθεί η σύνθεση των εκατέρωθεν αντιπροσωπειών. Η αντιπροσωπεία της Αντίστασης είχε συγκροτηθεί στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο καθώς περιλάμβανε τον Γενικό Γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας, τον Γιώργη Σιάντο, τον Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, Δημήτρη Παρτσαλίδη, και τον Ηλία Τσιριμώκο, Γραμματέα της Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας (ΕΛΔ). Ο δε στρατιωτικός που συνόδευε την πολιτική αντιπροσωπεία ήταν ο στρατηγός Στέφανος Σαράφης, στρατιωτικός διοικητής του Ελληνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (Ε.Λ.Α.Σ.). Από την άλλη πλευρά η κυβερνητική αντιπροσωπεία είχε συγκροτηθεί σε «υπηρεσιακό» θα λέγαμε επίπεδο και δεν περιλάμβανε κανένα πολιτικό ή στρατιωτικό πρόσωπο «πρώτης γραμμής». Τη συγκροτούσαν ο υπουργός εξωτερικών, Ιωάννης Σοφιανόπουλος, ο Υπουργός εσωτερικών, Περικλής Ράλλης και ο υπουργός γεωργίας, Ιωάννης Μακρόπουλος. Στρατιωτικός σύμβουλος ήταν ο Παυσανίας Κατσώτας ο οποίος δεν βρισκόταν στην κορυφή της στρατιωτικής ιεραρχίας του κυβερνητικού στρατοπέδου.
Στο πρακτικό πεδίο η πολιτική ανισότητα ανάμεσα στις δύο αντιπροσωπείες δεν είχε ιδιαίτερη σημασία. Πίσω από την κυβερνητική αντιπροσωπεία στεκόταν ο Βρετανός Πρέσβης Ρέτζιναλντ Λήπερ ο οποίος επέβλεπε και καθοδηγούσε την πορεία των διαπραγματεύσεων. Στο ουσιαστικό όμως πεδίο, στη βάση του οποίου θα προσμετριόταν η αξία της Συμφωνίας και η αξιοπιστία της, η ανισότητα αυτή είχε καίρια σημασία. Η όλη διαδικασία της Βάρκιζας στιγματιζόταν –και ακυρωνόταν ως λύση συμβιβασμού- από ετούτη την απουσία ίσου πολιτικού βάρους ανάμεσα στις δύο αντιπροσωπείες. Ουσιαστικά αυτό τη μετέβαλε από διαπραγμάτευση ίσων σε διαπραγμάτευση νικητών με νικημένους. Προφανώς η ηγεσία του Αντιστασιακού κινήματος αποδέχθηκε ετούτη την παράμετρο και προχώρησε στην υπογραφή της Συμφωνίας.
Το ερώτημα που αυτόματα προκύπτει από την παραπάνω διαπίστωση είναι το κατά πόσο η «τεχνική», η στρατιωτική, κατάσταση του Εαμικού στρατοπέδου ήταν τέτοια ώστε να υποχρεώνει την ηγεσία του σε διαπραγματεύσεις  ηττημένου προς νικητή. Η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι εύκολη καθώς δεν διαθέτουμε τον απαραίτητο όγκο και είδος πληροφοριών που θα μας επέτρεπαν να γνωρίσουμε σε βάθος την κατάσταση του Αντιστασιακού κινήματος σε αυτές τις πρώτες εβδομάδες του 1945. Ας δούμε λοιπόν τι έχουμε με τα στοιχεία που έχουμε.
Οπωσδήποτε η μεγάλη μάχη της Αθήνας κατέληξε σε ήττα για το κίνημα. Στο στρατιωτικό πεδίο η ήττα αυτή είχε οδηγήσει στην καταστροφή του Α’ Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ της Αθήνας. Είχε καταστρέψει επίσης την ΙΙη Μεραρχία Αττικοβοιωτίας του ΕΛΑΣ, και ένα σημαντικό μέρος των δυνάμεων της ΙΙΙης Μεραρχίας Πελοποννήσου του ΕΛΑΣ που βρέθηκαν να πολεμούν στην Αθήνα. Οι μονάδες της ΧΙΙΙης Μεραρχίας της Ρούμελης είχαν υποστεί σοβαρά πλήγματα και απώλειες, η στέρεη κοινωνική βάση όμως της μονάδας αυτής δείχνει να διατήρησε τη συνοχή της μονάδας και σε κάποιο βαθμό τη μαχητική της ικανότητα. Άλλες μονάδες του ΕΛΑΣ οι οποίες οριακά μόνο ενεπλάκησαν στις συγκρούσεις της Αθήνας, είχαν απλά εξουθενωθεί από τις ατελείωτες πορείες σε χειμερινές συνθήκες είτε προς την Αθήνα, είτε προς την Ήπειρο –όπου η νικηφόρα εκστρατεία κατά του ΕΔΕΣ. Αυτό ήταν ιδιαίτερα σοβαρό για την πλέον αξιόλογη μονάδα του ΕΛΑΣ, την Ιη Μεραρχία της Θεσσαλίας και για ένα σημαντικό ποσοστό των μονάδων της βόρειας Ελλάδας.
Οι απώλειες του ΕΛΑΣ δεν ήταν καταθλιπτικές στις τριάντα τρεις ημέρες που βάσταξε η μάχη στην Αθήνα. Κρίνοντας από τη μορφή της μάχης, τις απώλειες των αντιπάλων του και τις εκταφές μετά το τέλος των μαχών, ο ΕΛΑΣ ίσως είχε κάτι ανάμεσα πεντακόσιους με χίλιους νεκρούς. Οι αριθμοί ελάχιστα μας λένε δεδομένου του τρόπου συγκρότησης των μάχιμων σχηματισμών του ΕΛΑΣ της Αθήνας ο οποίος ήταν εν μέρει μόνο στρατιωτική και εν μέρει πολιτική οργάνωση. Για την ακρίβεια η διαρκής είσοδος και η έξοδος μαχητών στους σχηματισμούς του πολύ δύσκολα θα ξεχώριζε στρατιωτικές ή πολιτικές απώλειες στις γραμμές του. Περισσότερο μετρούσε η ποιοτική διάσταση των απωλειών καθώς πολλά πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη σκοτώθηκαν στις συγκρούσεις.
Λιγότερο ικανοποιητικά ήταν τα πράγματα στον τομέα του εφοδιασμού και των αποθεμάτων. Η σύγκρουση της Αθήνας είχε απορροφήσει μεγάλο ποσοστό των αποθεμάτων που είχε σχηματίσει ο ΕΛΑΣ στην διάρκεια του αγώνα του ενάντια στους κατακτητές. Εξαιρετικά κρίσιμη ήταν η κατάσταση των πυρομαχικών όπου ολόκληρες κατηγορίες όπλων –π.χ. τα ιταλικά ελαφρά όπλα- είχαν κυριολεκτικά αχρηστευθεί από την έλλειψη πυρομαχικών. Αλλά και η κατάσταση σε τρόφιμα, υγειονομικό υλικό, υλικά στρατοπεδίας, εξάρτυσης -κυρίως υπόδησης-, βρισκόταν σε πολύ άσχημη κατάσταση. Η πρόσκαιρη απόκτηση μηχανοκίνητων μεταφορικών μέσων από τον ΕΛΑΣ στη διάρκεια της μάχης της Αθήνας –ειδικά τα φορτηγά αυτοκίνητα που κατασχέθηκαν στον Βόλο- ναι μεν ανακούφισε στη διάρκεια της μάχης τους πολεμιστές του ΕΛΑΣ στην Αθήνα, αλλά άδειασε αποθέματα και αποθήκες στην ιδιαίτερα κρίσιμη σε αυτό το πεδίο ζώνη της Θεσσαλίας.
Προβληματική ήταν επίσης η κατάσταση του ηθικού. Η ουσιαστική αδυναμία μεγάλων σχηματισμών του ΕΛΑΣ της Πελοποννήσου να εκτελέσουν διαταγές στην διάρκεια της μάχης της Αθήνας και ο συνεπακόλουθος αφοπλισμός τους ήταν μια ένδειξη για την ανομοιομορφία της σύνθεσης του ΕΛΑΣ, ιδιαίτερα μονάδων που είχαν σχηματιστεί στην τελευταία περίοδο της Κατοχής. Οι μικρές ταχύτητες μετακίνησης άλλων μονάδων του ΕΛΑΣ δεν οφείλονταν μόνο στις –πραγματικά σκληρές- κλιματικές συνθήκες. Η διαβρωτική δράση βρετανικών ή ελληνικών κυβερνητικών υπηρεσιών ήταν μια άλλη παράμετρος. Η διάλυση του Στρατηγείου της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας ως αποτέλεσμα της δράσης της ομάδας αντικατασκοπείας της 4ηςΙνδικής Μεραρχίας στη Θεσσαλονίκη, επιχείρηση με κωδικό «Scarlet Pimpernail», δημιούργησε γενικά ζητήματα αξιοπιστίας σε πολλές διοικήσεις του ΕΛΑΣ.
Το πιο σοβαρό όμως πρόβλημα βρισκόταν στο οικονομικό πεδίο. Το παραγωγικό πλεόνασμα που τροφοδοτούσε τον ΕΛΑΣ και το λαϊκό κράτος στην Ελεύθερη Ελλάδα είχε μειωθεί στη διάρκεια του 1944. Η πρώτη αιτία ήταν οι καταστροφικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών και των Ταγμάτων Ασφαλείας τον χειμώνα 1943-1944 αλλά και οι αντίστοιχες επιχειρήσεις του καλοκαιριού. Η δεύτερη ήταν ο ανταγωνισμός που υφίστατο πλέον η  τοπική παραγωγή από τα φορτία της βοήθειας που έφθανε στη χώρα μέσω του Ερυθρού Σταυρού ή των συμμαχικών αρμόδιων υπηρεσιών μετά την Απελευθέρωση. Η οικονομία των ανταλλαγών αρθρωμένη πάνω στα μαζικά οργανωτικά σχήματα του ΕΑΜ πιέστηκε εξαιρετικά στην Απελευθέρωση όταν στο ισοζύγιο προστέθηκαν οι πόλεις. Η Επιμελητεία του Αντάρτη, ο οικονομικός μηχανισμός της Ελεύθερης Ελλάδας αναζητούσε ολοένα και περισσότερο πρόσβαση στα αγαθά της ξένης βοήθειας για να αντιμετωπίσει τις  ανάγκες του ΕΛΑΣ αλλά και τις αυξημένες ανάγκες του πληθυσμού που τα τέσσερα χρόνια της Κατοχής είχαν καταδικάσει στην απόλυτη ένδεια. Στη διάρκεια της μάχης της Αθήνας η γενική κινητοποίηση του ΕΛΑΣ στηρίχθηκε περισσότερο στα αποθέματα των αποθηκών της ξένης βοήθειας παρά στην φορολόγηση της εγχώριας παραγωγής που είχε πλέον φθάσει σε οριακά επίπεδα. Οι έρανοι για την στήριξη του ΕΛΑΣ στην διάρκεια της μάχης της Αθήνας απέδωσαν, σύμφωνα με τις εκθέσεις των οργανώσεων, πενιχρά αποτελέσματα.
Η οικονομική καχεξία επιβαρυνόταν ιδιαίτερα με το βάρος ενός κρατικού μηχανισμού που πλέον, μετά την Απελευθέρωση, είχε αναπτυχθεί σε μεγέθη και αρμοδιότητες ενός κανονικού κράτους. Διοικητικοί μηχανισμοί, εκπαίδευση, δικαιοσύνη, πρόνοια, περίθαλψη, οικονομικές υπηρεσίες βάραιναν τους στενούς οικονομικούς πόρους της ελεύθερης Ελλάδας. Μετά την υποχώρηση από την Αθήνα, η διαγραφόμενη απώλεια του ελέγχου πάνω σε σημαντικές παραγωγικά ζώνες, τις πεδιάδες της Θεσσαλίας και της Κεντρικής Μακεδονίας, αναμενόταν ότι θα πίεζε ακόμα περισσότερο τους διαθέσιμους πόρους. Σε περίπτωση συνέχισης του αγώνα το διοικητικό πλέγμα της Ελεύθερης Ελλάδας θα έπρεπε να συρρικνωθεί σημαντικά. Το ίδιο αναγκαστικά θα συνέβαινε με τους στρατιωτικούς σχηματισμούς του ΕΛΑΣ που θα έπρεπε να αναδιοργανωθούν σε ελαφρύτερα σχήματα.  
Παρόλα αυτά ο ΕΛΑΣ είχε ηττηθεί, δεν είχε όμως καταστραφεί. Ο όγκος των δυνάμεών του δεν είχε εμπλακεί στις συγκρούσεις και δεν είχε φθαρεί σε αυτές. Σε τοπικό επίπεδο, όπου δηλαδή δεν χρειάζονταν μετακινήσεις και δεν ήταν αναγκαία η προάσπιση μιας σταθερής αμυντικής γραμμής, οι μαχητικές του δυνατότητες παρέμεναν σημαντικές. Πιθανότατα σε μια νέα φάση ένοπλου αγώνα δεν θα μπορούσε πλέον να παρατάξει μεραρχίες και ομάδες μεραρχιών. Στις συνθήκες της Κατοχής είχε καταφέρει να διατηρεί μια παρατακτή δύναμη 30 ως 35.000 μαχητών. Στις συνθήκες του 1945 θα ήταν απόλυτα εφικτή η ανάπτυξη 15 ως 25.000 μαχητών. Η παρουσία τους θα αποτελούσε βαρύ πολιτικό επιχείρημα που θα ανέτρεπε τους σχεδιασμούς του αντιπάλου.
Ο αντίπαλος δεν ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Ο όγκος των δυνάμεών του αποτελείτο από ένα εντυπωσιακό σε ισχύ Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα. Τον Ιανουάριο του 1945 βρίσκονταν στην Ελλάδα η 4η και η 46η Βρετανικές Μεραρχίες, η 4η Ινδική Μεραρχία, η 23η Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία και η 2ηΤαξιαρχία Αλεξιπτωτιστών, μονάδες του ναυτικού και της αεροπορίας μαζί με ένα σμήνος σχηματισμών ειδικών δυνάμεων. Ένα σύνολο 80.000 περίπου ανδρών, σαφώς υπέρτερο των δυνάμεων που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ο ΕΛΑΣ σε ένα «κλασσικό» πεδίο αναμέτρησης. Επρόκειτο όμως για μια δύναμη που δεν μπορούσε να έχει διάρκεια. Η πορεία του πολέμου επέβαλε την επιστροφή μεγάλου μέρος των μονάδων στο ιταλικό μέτωπο ενώ άλλες έπρεπε το ταχύτερο να επιστρέψουν στην Παλαιστίνη όπου η κατάσταση ήταν εκρηκτική. Μετά το τέλος της μάχης στην Αθήνα και την ανακωχή, ο σχεδιασμός πρόβλεπε την παραμονή στην Ελλάδα μόνο δύο μεραρχιών, της 4ης Ινδικής και της 46ης Βρετανικής, οι οποίες θα «έντυναν» τα όποια στρατεύματα θα μπορούσε να συγκεντρώσει η κυβέρνηση της Αθήνας.
Τα στρατεύματα που θα μπορούσε να παρατάξει η όποια κυβέρνηση στην Αθήνα δεν διέφεραν σημαντικά από τα αντίστοιχα στρατιωτικά σώματα που μπορούσε να παρατάξει η τελευταία κυβέρνηση του καθεστώτος της Ελληνικής Πολιτείας, η κυβέρνηση Ιωάννη Ράλλη δηλαδή. Η ραγδαία διόγκωση της Εθνοφυλακής στη διάρκεια των συγκρούσεων της Αθήνας δεν σήμαινε κάποια πανστρατιά του αντι-Εαμικού στρατοπέδου αλλά μόνο την ενσωμάτωση των φοβισμένων για την τύχη τους στελεχών και ανδρών των Ταγμάτων Ασφαλείας και της Χωροφυλακής στο νέο, «κεκαθαρμένο» από τα βάρη του άμεσου παρελθόντος, σχήμα. Η περαιτέρω ανάπτυξη των κυβερνητικών στρατευμάτων προσέκρουε σε δυσεπίλυτα προβλήματα. Τυχόν τυφλή επιστράτευση μιας κλάσης στρατευσίμων –εκείνης του 1936 κατά προτίμηση- θα έφερνε στο στρατό πλήθη ανθρώπων κάποιας ηλικίας –οικογενειάρχες στην πλειονότητά τους- και επιπλέον απόλυτα αβέβαιων πολιτικών πεποιθήσεων. Επρόκειτο για τη γενιά των πολεμιστών της Αλβανίας και των πρώτων κυμάτων του αντιστασιακού κινήματος. Η δε «επένδυση» σε παραστρατιωτικά σώματα –συμμορίες-  ναζιστικού ή ληστρικού χαρακτήρα όπως αυτές που στρατολογήθηκαν στην Κατοχή θα αποτελούσε απλά και μόνο μια λαμπρή ευκαιρία επίτευξης εύκολων στρατιωτικών επιτυχιών από τον ΕΛΑΣ που  θα επέλυαν μάλιστα, σε κάποιο βαθμό –από τα λάφυρα- το πρόβλημα του πολεμικού εφοδιασμού του.  
Οι βρετανικοί υπολογισμοί για την πορεία των επιχειρήσεων μετά το τέλος της ανακωχής ήταν εξαιρετικά απαισιόδοξοι. Το σχέδιο του στρατηγού Αλεξάντερ που υποβλήθηκε στις 8 Ιανουαρίου στους Αρχηγούς των Επιτελείων του Ηνωμένου Βασιλείου τόνιζε την ανάγκη ανάπτυξης των κυβερνητικών ενόπλων δυνάμεων σε 80.000 άνδρες. Θεωρούσε ότι ο έλεγχος της Αθήνας, του Πειραιά, της Αττικοβοιωτίας, της Θεσσαλονίκης, του Βόλου και της Πάτρας θα μπορούσε να αποδώσει στρατολογικά κάποιους αριθμούς αξιόπιστων στρατεύσιμων οι οποίοι μάλιστα θα βρίσκονταν κάτω από την αυστηρή «επίβλεψη» των βρετανικών δυνάμεων (FO 371/48247 R 974). Πολύ γρήγορα αποκαλύφθηκε ότι δεν επρόκειτο μόνο για ζήτημα αξιοπιστίας των στρατεύσιμων. Οι οικονομικοί πόροι της Βρετανικής Αυτοκρατορίας στο τέλος του παγκόσμιου πολέμου θα δυσκολεύονταν να στηρίξουν υλικά έναν στρατό αυτού του μεγέθους σε ένα καθεστώς που απλά συνέχιζε την παράδοση σπατάλης και διαφθοράς που του κληροδότησε το ομοαίματό του καθεστώς της Κατοχής. Οι βρετανικές φιλοδοξίες μετριάστηκαν για να καταλήξουν στην προοπτική διατήρησης των σημαντικών αυτών ζωνών ελέγχου μέχρις ότου η ροή της ξένης βοήθειας και η πολιτική της λειτουργία μεταβάλει προοδευτικά τον συσχετισμό των δυνάμεων. Σε τελευταία ανάλυση την βοήθεια την πλήρωναν οι Αμερικανοί. Το βρετανικό θησαυροφυλάκιο δεν κινδύνευε εκτροπές με αυτόν τον τρόπο.
Στο τεχνικό πεδίο η συνέχιση του ένοπλου αγώνα δεν ήταν –σύμφωνα με τα στοιχεία που παραπάνω εκθέσαμε- μια μη επιλέξιμη απόφαση. Προφανώς η παρουσία δύο βρετανικών μεραρχιών καθιστούσε αδύνατη πλέον μια καθολική επικράτηση του ΕΛΑΣ. Από την άλλη όμως τα προβλήματα του βρετανικού και του κυβερνητικού παράγοντα καθιστούσαν αδύνατη την επιβολή της εξουσίας τους στο ελληνικό λαό. Μεσοπρόθεσμα η στρατιωτική σύγκρουση ίσως ευνοούσε το στρατόπεδο των νικητών της μάχης της Αθήνας. Η ροή μιας μαζικής ξένης βοήθειας έδινε σημαντικά υλικά πλεονεκτήματα στο κυβερνητικό χώρο, πολύ περισσότερα απ’ όσα η ανάλογη βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού στην τελευταία κατοχική περίοδο είχε δώσει στην κυβέρνηση Ράλλη. Η ταξική όμως υπόσταση του νέου αστικού καθεστώτος –κάτω από οποιοδήποτε κυβερνητικό σχήμα- έφερνε νέες συνθήκες κοινωνικής ανισότητας και βαθύτατη διαφθορά σε όποιον κρατικό μηχανισμό, καταστάσεις που περιόριζαν την πολιτική εμβέλεια και λειτουργία της βοήθειας.
Οπωσδήποτε η λήψη μιας πολιτικής, όπως και στρατιωτικής, απόφασης δεν είναι αποτέλεσμα μιας νηφάλιας ανάλυσης. Πολλοί άλλοι παράγοντες υπήρχαν στο προσκήνιο ή στο παρασκήνιο του πολιτικού χάρτη. Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος δεν είχε ακόμα τελειώσει. Το τέλος του το συνόδευαν αβεβαιότητες. Η απελευθέρωση των μεγάλων αποικιακών ζωνών της Ασίας που μετέτρεψε τα εκεί ένοπλα Αντιστασιακά κινήματα σε αντιαποικιακές δυνάμεις αργούσε πολύ ακόμα σε τρόπο ώστε η ηγεσία του ΕΛΑΣ δεν είχε κάποιο «πρότυπο» να ακολουθήσει.
Όλα αυτά όμως είναι συζητήσεις και υποθέσεις. Στην ιστορία συνήθως γίνεται αυτό που έχει τις περισσότερες πιθανότητες να γίνει. Μπορούμε δε να αλλάξουμε την ιστορία μόνο στο αύριο, να γράψουμε την ιστορία που δεν έχει γραφτεί ακόμα. Να ξαναγράψουμε την ιστορία των όσων έγιναν υπερβαίνει δυστυχώς τις πολιτικές δυνατότητες των ανθρώπινων κοινωνιών.   
* Ο Γιώργος Μαργαρίτης είναι καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2019

H KATIOYΣΑ ΣΥΝΟΜΙΛΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟ !! Β'!

Τι είναι αυτό, λοιπόν, που πρέπει να καταλάβει ο κόσμος;
Ότι είναι δυνατό, ότι είναι κατορθωτό, να γίνει η ζωή του καλύτερη. Αυτό δεν προκύπτει από ένα ιδεατό σχήμα, αλλά από την ίδια την ανθρώπινη εμπειρία.



Νίκος Μπογιόπουλος: «Αν έχω μία φιλοδοξία στη ζωή μου είναι να αποδειχθώ άξιος γιος του πατέρα μου»


Συνέντευξη Ν. Μπογιόπουλου Β΄ Μέρος – «Δεν προτίθεμαι να πετάξω τίποτα από την εκατοντάχρονη κομμουνιστική μας υπόθεση»

Κατιούσα

Τα τσιγάρα είχαν αυξηθεί στο τασάκι και η ώρα περνούσε, αλλά η διάθεση για κουβέντα και συζήτηση συνέχιζε να παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Την ίδια στιγμή, η παρέα έμοιαζε να έχει αυξηθεί. Σαν να έκαναν την εμφάνισή τους, έστω και μυστικά για την ώρα, όλοι εκείνοι που «ψήλωσαν» με το παράδειγμα και τη στάση ζωής τους την ανθρωπότητα. «Νομίζω πως απώτερος σκοπός του ανθρώπου είναι να γίνει επαναστάτης», είπε ο Τσε. «Το ν’ αλλάξεις τον κόσμο, φίλε Σάντσο, δεν είναι τρέλα ούτε ουτοπία, είναι δικαιοσύνη», συμπλήρωσε ο Δον Κιχώτης. Οι φωνές τους παρεμβάλλονταν στην κουβέντα μας και δυνάμωναν την ανάγκη για δράση και κινητοποίηση. Κουνήσαμε τα κεφάλια μας όλοι μας συγκαταβατικά, χαμογελάσαμε και προχωρήσαμε παρακάτω…
Πόσο εύκολο είναι για ένα δημοσιογράφο να νικήσει τις πέντε δυσκολίες, όπως τις έχει καταγράψει ο Μπρεχτ, και να πει την αλήθεια;
Πρώτα απ’ όλα, για έναν δημοσιογράφο αυτές οι δυσκολίες είναι δύσκολο να νικηθούν, μόνο αν τις αναγνωρίζει ως τέτοιες. Αν δεν τις αναγνωρίζει ως τέτοιες ή δεν μπει ποτέ στη διαδικασία να σκεφτεί με τον τρόπο που περιγράφει ο Μπρεχτ τα πράγματα, δεν έχει καμία δυσκολία. Μεταφέρει απλώς αυτό που του λένε να πει.
Για εκείνους που έχουν συναίσθηση του τι περιέγραφε ο Μπρεχτ, πάντα ήταν δύσκολο και πάντα θα είναι δύσκολο, ειδικά όταν το τοπίο γύρω μας γίνεται όλο και πιο καταθλιπτικό. Ειδικά όταν η πραγματικότητα που προσπαθείς εσύ να μεταφέρεις, μπαίνει στις συμπληγάδες των οικονομικών και των εκδοτικών συμφερόντων.
Όσο μεγαλύτερη γίνεται αυτή η δυσκολία, τόσο μεγαλώνεις και το δικός σου χρέος να μη λογοκρίνεις τα γεγονότα.
Μέσα σε όλες αυτές τις δυσκολίες που περιγράφεις, ένας κομμουνιστής δημοσιογράφος είναι αναγκασμένος να κάνει συχνά κάποιους συμβιβασμούς, ανάλογα με το τι του επιτρέπεται να γράψει ή να μεταδώσει. Πού μπαίνει  το όριο γι’ αυτούς τους συμβιβασμούς;
Προσωπικά, αισθάνομαι τυχερός, υπό την έννοια ότι την δημοσιογραφία την ξεκίνησα και την έμαθα στον Ριζοσπάστη, όπου έλεγα και έγραφα αυτό που ήθελα. Συνεχίζω να κάνω αυτή τη δουλειά έχοντας ξεκαθαρίσει πως λέω αυτό που θέλω και πιστεύω όπως το θέλω και όπως το πιστεύω. Από αυτή την άποψη δεν είχα ποτέ το πρόβλημα των πιέσεων και των συμβιβασμών. Συνεπώς, δεν είμαι ο καταλληλότερος για να δώσω συμβουλές για το πώς αντιμετωπίζονται αυτά τα θέματα από συναδέλφους που αισθάνονται όλη αυτή την πίεση.
Φυσικά, συμβιβασμοί υπάρχουν. Εδώ ο Λένιν έκανε τον συμβιβασμό του Μπρεστ – Λιτόφσκ. Το ερώτημα είναι: τι συμβιβασμοί; Παραδεκτοί ή απαράδεκτοι; Τέτοιους απαράδεκτους συμβιβασμούς που στην περίπτωση της δημοσιογραφίας ισοδυναμούν με την ατιμία της παραπληροφόρησης, ένας δημοσιογράφος, πόσο μάλλον ένας κομμουνιστής δημοσιογράφος, δεν πρέπει να κάνει, όπου κι αν βρίσκεται όπου κι αν δουλεύει.
Σου λείπει η εφημερίδα; Το κλίμα των γραφείων, η καθημερινή σου στήλη;
Είναι γνωστό πως το υψηλότερο σκαλοπάτι δημοσιογραφίας είναι η εφημερίδα. Δεν αισθάνομαι, όμως, πως έχω πάψει να λειτουργώ σαν δημοσιογράφος εφημερίδας. Άλλωστε, αρθρογραφώ στην Real News, και φυσικά αυτό που κάνουμε στον Ημεροδρόμο όπως κι εσείς στην Katiousa είναι δουλειά εφημερίδας.
Το ΚΚΕ έκλεισε 100 χρόνια ζωής και δράσης. Τι κρατάς και τι δεν κρατάς;
Τι να πετάξεις; Δεν έχεις κάτι. Αυτά τα εκατό χρόνια είναι τα εκατό χρόνια της ύπαρξής μας, είναι η ζωή μας όλη. Δεν νομίζω πως υπάρχει άνθρωπος που θα πέταγε κάτι από τη ζωή του, ούτε καν τις θλιβερές του στιγμές, επειδή η ίδια η ζωή είναι οικοδομημένη και πάνω σε αυτές τις στιγμές.
Άρα, δεν πετάς τίποτα, στην περίπτωση πάντα που αυτή η ζωή σε γεμίζει με περηφάνια. Μόνο στην περίπτωση που δεν σε γεμίζει με το μεγαλείο της αυτή η ζωή, θα ήταν σκόπιμο να την αλλάξεις. Σε ότι με αφορά, δεν προτίθεμαι να πετάξω τίποτα από την εκατοντάχρονη κομμουνιστική μας υπόθεση.
Τι ελπίζεις για τον δεύτερο αιώνα ζωής του ΚΚΕ;
Θα ελπίζαμε, καταρχάς, να έχουμε χίλια χρόνια ζωής για να ζήσουμε και τον δεύτερο αιώνα, αλλά μάλλον δεν είναι κατορθωτό αυτό… Ελπίζουμε, λοιπόν, αυτό το οποίο παραμένει κινητήρια δύναμη από τότε που μπήκαμε σε αυτή την ωραία περιπέτεια: την εκπλήρωση των στόχων.
Για τις εκλογές, τι ελπίζεις;
Οι εκλογές αποτελούσαν ανέκαθεν ένα εργαλείο για μία μαζική παρουσίαση των θέσεών σου. Αυτό θα επιδιωχθεί και σε αυτές τις εκλογές, που σημαίνει διεύρυνση τόσο της εκλογικής όσο και της πολιτικής επιρροής των θέσεων των κομμουνιστών.
Πιστεύεις πως θα μπορούσαν να έχουν άλλη τύχη κινήματα όπως τα κίτρινα γιλέκα στη Γαλλία αν είχαν από πίσω τους ένα οργανωμένο κομμουνιστικό κόμμα;
Προφανώς, αν και ακόμα δεν ξέρουμε πως θα εξελιχθεί αυτή η ιστορία στη Γαλλία. Σίγουρα, μπορούμε να αντιληφθούμε τις ελλείψεις που υπάρχουν στα Κίτρινα Γιλέκα, που έχουν να κάνουν με την οργάνωση, την πειθαρχία και τον προσανατολισμό τους. Το ζήσαμε, άλλωστε, κι εμείς εδώ με τις πλατείες, όπως και οι άνθρωποι στην Ισπανία. Τι αποδείχτηκε σε όλες αυτές τις περιπτώσεις; Το ότι δεν αρκεί η αγανάκτηση του κόσμου για ν’ αλλάξουν τα πράγματα, χρειάζεται η οργή να μη θαμπώνει τα αίτια που προκαλούν αυτή την οργή, προκειμένου να διαμορφωθεί ένα σχέδιο δράσης που να στοχεύει στην ανατροπή αυτών ακριβώς των αιτίων.
Σε ότι αφορά τώρα τη Γαλλία, που πάντα αποτελεί ένα ενδιαφέρον εργαστήρι πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων, δεν πρέπει να ξεχνάμε τα συμπεράσματα που βγήκαν από τον Μάη του 1968. Δεν λέω πως θα γίνει τώρα ό,τι έγινε τότε, λέω απλώς να έχουμε στον νου μας ότι ο Μάης του 1968 κατέληξε με τον Σαρλ ντε Γκωλ να έχει τα ¾ της εθνοσυνέλευσης μετά από ενάμιση μήνα.
Όπως και να ’χει πάντως, αυτό που δείχνει η ιστορία είναι πως σε κάθε φάση του κινήματος αυτό που αποτελεί καθοριστικό παράγοντα είναι η ύπαρξη ή μη εκείνου του φορέα που μπορεί να προσδίδει, με οργανωμένο και πειθαρχημένο τρόπο, τα χαρακτηριστικά και τον προσανατολισμό που έχει ανάγκη το εργατικό κίνημα.
Γιατί θεωρείς ότι το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε πτώση και τι πρέπει να γίνει για ν’ αλλάξει αυτό;
Αυτό που έγινε στην ανθρωπότητα το 1989-1990 ήταν πάρα πολύ μεγάλο και σοβαρό τραύμα. Σήμερα ζούμε το μετατραυματικό σοκ εκείνης της περιόδου. Άλλωστε, τα τριάντα χρόνια που έχουν περάσει από τότε δεν είναι τίποτα μπροστά στον ιστορικό χρόνο.
Όταν ήμουν εγώ στο πανεπιστήμιο, ξέρετε, το πιο εύκολο ήταν να πείσουμε αυτούς στους οποίους μιλάγαμε ότι ο σοσιαλισμός ήταν ωραίο πράγμα, ενώ το πιο δύσκολο ήταν να τους πείσουμε πως ο καπιταλισμός ήταν κακός. Σήμερα, το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο είναι να μιλήσεις σε κάποιον για το πόσο κακός είναι ο καπιταλισμός. Το πιο δύσκολο είναι να πείσεις κάποιον για το πόσο καλός είναι ο σοσιαλισμός. Γιατί; Επειδή έχει βαρύνει στη συνείδηση αυτού του ανθρώπου ό,τι ακούει εδώ και 30 χρόνια, 365 μέρες τον χρόνο, 24 ώρες την ημέρα. Τι ακούει; Πως αυτό το σύστημα για το οποίο εσύ του μιλάς «κατέρρευσε». Έτσι του λένε. Ακόμα κι αν, λοιπόν, πείσεις κάποιον πως είναι κακό πράγμα ο καπιταλισμός – που δεν θέλει και πολύ μεγάλη προσπάθεια αφού τον ζει καθημερινά – ο λόγος σου για το μέλλον του ακούγεται σαν κάτι το νεφελώδες. Καλό μεν, αλλά αδύνατο να υπάρξει. Γιατί; Επειδή τον έχουν πείσει πως αυτό για το οποίο εσύ του μιλάς ναι μεν προϋπήρξε, αλλά έχασε, ηττήθηκε.
Άρα, λοιπόν, νομίζω πως έχει μεγάλη σημασία να δούμε αρχικά τον εξαιρετικά αρνητικό συσχετισμό δύναμης που υπάρχει αυτή τη στιγμή και να συμβάλουμε όλοι στην προσπάθεια που έχει ξεκινήσει το ίδιο το ΚΚΕ από τη δεκαετία του ‘90 να κουβεντιάσουμε τι έγινε σε εκείνες τις κοινωνίες και ύστερα με οδηγό τα εργαλεία της γνώσης, της εμπειρίας των 70 χρόνων από τις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού και την καθημερινή μας δράση, να ξαναφέρουμε στο προσκήνιο όλο αυτό που πρεσβεύει η θεωρία μας και το πολιτικό μας πρόγραμμα. Φυσικά, η ανασυγκρότηση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος δεν είναι ένα έργο που περνά μέσα από τη δράση μόνο των ελλήνων κομμουνιστών. Η συμβολή των ελλήνων κομμουνιστών είναι δεδομένη, τώρα αν θα υπάρξει κοινή περπατησιά σε ευρωπαϊκό ή παγκόσμιο επίπεδο, δεν έχει να κάνει, όπως καταλαβαίνουμε, μόνο με τη δική μας τη δουλειά.
Τι είναι αυτό, λοιπόν, που πρέπει να καταλάβει ο κόσμος;
Ότι είναι δυνατό, ότι είναι κατορθωτό, να γίνει η ζωή του καλύτερη. Αυτό δεν προκύπτει από ένα ιδεατό σχήμα, αλλά από την ίδια την ανθρώπινη εμπειρία. Η ιστορία κατέγραψε ότι είναι μπορετή η συγκρότηση μίας κοινωνίας που θα λειτουργεί με άλλους οικονομικούς όρους, χωρίς δηλαδή καταπιεστές και καταπιεζόμενους, χωρίς εκμεταλλευτές που θα προσπορίζονται τον παραγόμενο πλούτο που άλλοι δημιουργούν. Όταν, λοιπόν, αυτός ο παραγόμενος πλούτος μένει στα χέρια εκείνων που τον παράγουν είναι κατορθωτό για να το πω με απλό έως απλοϊκό τρόπο, το εξής: να δουλεύει μία χώρα 200 εκατομμυρίων ανθρώπων σαν τη Σοβιετική Ένωση και να ταΐζει τη μισή ανθρωπότητα, και παράλληλα να συντηρεί επαναστατικά κινήματα, εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και κοινωνικά κινήματα. Κι όταν λέμε συντηρούσε, αρκεί να δούμε ότι ο μισός πληθυσμός της γης είχε σπίτι και όχι funds να του το παίρνουν, είχε τροφή υψηλού επιπέδου και όχι αυτές τις ανοησίες που λένε σήμερα για τις ουρές στα supermarket, είχε δωρεάν μόρφωση, αθλητισμό και υγεία, είχε ελεύθερο χρόνο. Το κατόρθωμα, δηλαδή, των 70 χρόνων της ύπαρξης του σοσιαλισμού ήταν ότι αποδείχτηκε πως μία κοινωνία οικοδομημένη με άλλους οικονομικούς όρους στο πλαίσιο της αποτίναξης του εκμεταλλευτικού ζυγού έχει τη δυνατότητα να παράγει αυτό που οι αστοί οικονομολόγοι, για να μιλήσουμε τη γλώσσα τους, ονομάζουν οικονομίες κλίμακας.
«Ναι, αλλά ξέρεις οι ελευθερίες, τα δημοκρατικά δικαιώματα…» θα σου πει κάποιος.
Ποιοι μιλάνε γι’ αυτά; Οι απόγονοι και οι χειροκροτητές του Μακάρθυ στην καλύτερη των περιπτώσεων ή οι πραξικοπηματίες τώρα στη Βενεζουέλα.
Ακόμα κι έτσι, τι τους απαντάς;
Τους καλώ αρχικά να αμφισβητήσουν αν μπορούν πως το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα για το οποίο εμείς μιλάμε είναι ανώτερο από το δικό τους. Και είπαμε προηγουμένως από πού προκύπτει αυτό, από το γεγονός ότι η μισή ανθρωπότητα διέθετε τότε όλα αυτά που σήμερα, 30 χρόνια μετά, δεν τα έχουν τα 4/5 της ανθρωπότητας. Και, μάλιστα, όλα αυτά που σήμερα είναι ζητούμενα στην Ελλάδα και τον κόσμο, τα είχε ο σοσιαλιστικός κόσμος τότε που οι παραγωγικές δυνάμεις δεν ήταν στο ίδιο επίπεδο που είναι τώρα. Φανταστείτε, λοιπόν, τι θα μπορούσε να υπάρχει σήμερα…
Εφόσον είναι ειλικρινείς και συνομολογήσουν την παραπάνω αλήθεια, πως υπάρχει δηλαδή ανώτερο οικονομικό και κοινωνικό σύστημα από το δικό τους, τότε κι εμείς με τη σειρά μας δεν πρόκειται να αποκρύψουμε πως αυτό για το οποίο μιλάμε επιδιώκουμε να είναι ακόμα καλύτερο από το προηγούμενο. Και επειδή δεν έχουν να προτείνουν τίποτα άλλο για να γίνει καλύτερο, κι επειδή αυτό που τους λείπει είναι να πηγαίνει κάποιος στην Κόκκινη Πλατεία και να λέει ότι «ο Μπρέζνιεφ είναι μαλάκας», τους λέμε ότι κι αυτή τους την έλλειψη θα τους την ικανοποιήσουμε. Εντάξει;
Ο Ημεροδρόμος δέχθηκε πρόσφατα μία φασιστική επίθεση. Υπάρχει κάποια εξέλιξη με αυτό;
Εμείς ότι έπρεπε να κάνουμε από τη μεριά μας, το κάναμε. Καταγγείλαμε, δηλαδή, το περιστατικό στην υπηρεσία δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματος και αναμένουμε τα πορίσματά της. Όσον αφορά τώρα το περιστατικό, ναζί χάκαραν τη σελίδα μας την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και αντί να βγαίνει ο Ημεροδρόμος έβγαινε το σύμβολο της Χρυσής Αυγής, ενώ παράλληλα μας εύχονταν καλή χρονιά λέγοντάς μας πως θα μας κάνουν σαπούνια, βρίζοντας εμένα προσωπικά με αυτό το λεξιλόγιο που συνάδει με τα καταγώγια τους.
Είπαμε πως θεωρούμε τιμή μας που αυτοί οι τύποι λίγο πριν το Πρωτοχρονιάτικο τραπέζι είχαν εμάς στο μυαλό τους. Προφανώς ενοχλούνται. Σε ό,τι με αφορά, είπα και το επαναλαμβάνω κι από εδώ, πως ως δημοσιογράφος και ως μέλος του ΚΚΕ, δεσμεύομαι – έτσι κι αλλιώς θα το έκανα, δηλαδή – να φανώ αντάξιος της τιμής που μου έκαναν, με την έννοια πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή από το να σε στοχοποιεί ο ναζί.
Είσαι γενικότερα αρκετά ενοχλητικός για τους Χρυσαυγίτες. Δέχεσαι απειλές και στην εκπομπή;
Θα ήταν απειλές, αν δεν προέρχονταν από θρασύδειλα υποκείμενα, που το τελευταίο πράγμα που μου προκαλούν ως συναίσθημα είναι ο φόβος.
Το θεωρείς βάρος ή τιμή το ότι όταν ο κόσμος φωνάζει το γνωστό σύνθημα «αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι», εσύ είσαι πάντα απ’ έξω στις καρδιές τους και στη συνείδησή τους;
Καταρχάς, αυτό το σύνθημα δεν είναι ένα σύνθημα που εκτοξεύεται εν κενώ. Όλη την ευθύνη γι’ αυτό το σύνθημα την έχουν οι «αλήτες, ρουφιάνοι δημοσιογράφοι» που παριστάνουν τους δημοσιογράφους. Και υπάρχουν πολλοί τέτοιοι. Αν κάποιοι, ανάμεσα στα άλλα, έχουμε κερδίσει κάτι κάνοντας αυτή τη δουλειά, είναι πως δεν μας συμπεριλαμβάνει αυτό το σύνθημα. Μπορεί κάποιος να διαφωνεί μαζί μας, μπορεί να θεωρεί πως είμαστε πολιτικοί αντίπαλοι – με την έννοια πως εγώ δεν μπορώ να φανταστώ τη δημοσιογραφία ως κάτι λιγότερο από προέκταση πολιτικής δράσης – αλλά δεν μας συμπεριλαμβάνουν μέσα σε αυτό το σύνθημα. Κι αυτό είναι όντως τιμητικό.
Αν θέλεις κάποιος να καταγγείλει κάτι, πάντως, πολύ συχνά θα απευθυνθεί σε εσένα, επειδή ξέρει ότι δεν θα παραποιήσεις ή θα διαστρεβλώσεις την είδηση, ούτε θα προσπαθήσεις να την καρπωθείς προσωπικά.
Το θέμα εδώ, βέβαια, είναι να μη νομίζει ο κόσμος πως ο δημοσιογράφος αποτελεί γραφείο επίλυσης προβλημάτων. Ο ρόλος του δημοσιογράφου δεν είναι αυτός. Η αποστολή του είναι να πάρει το πρόβλημα, εφόσον εντοπίσει φυσικά ότι είναι τέτοιο, και να το αναδείξει, να το κάνει όσο πιο ατιμωτικό γίνεται, όπως έλεγε ο Μαρξ για το έγκλημα. Πώς; Μέσω της δημοσιοποιήσεώς του. Όχι φυσικά με όρους προσωπικής απολαβής ή με γνώμονα το αν αγγίζει τα δικά του συμφέροντα.
Για τη δημοσιογραφία, ξέρετε, υπάρχει άλλη μία θεωρία που ισχυρίζεται πως δεν πρέπει να έχει άποψη, αλλά να λέει απλώς τα γεγονότα. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα της αβασιμότητας αυτού του ισχυρισμού. Βομβαρδίζει το ΝΑΤΟ τη Γιουγκοσλαβία πριν από 20 χρόνια. Τι είναι καταγραφή του γεγονότος; Αυτό που έλεγαν τα αστικά ΜΜΕ στην Ελλάδα τότε, πως το ΝΑΤΟ έκανε «επιχειρήσεις» στη Γιουγκοσλαβία; Ή αυτό που λέγαμε εμείς στον Ριζοσπάστη, πως το ΝΑΤΟ «βομβάρδιζε» τη Γιουγκοσλαβία; Ποια είναι η καταγραφή του γεγονότος; Επιχειρήσεις έκανε το ΝΑΤΟ ή βομβάρδιζε;
Άρα, δεν υπάρχει πλευρά της δημοσιογραφίας και κομμάτι του δημόσιου λόγου που να μην είναι φορτισμένο από την αισθητική, από την ιδεολογία, από την πολιτική ματιά, από την ανθρώπινη συγκρότηση εκείνου που μεταφέρει το γεγονός. Το πώς θα το κάνεις αυτό, κουβαλάει μέσα του και τοποθέτηση απέναντι στο γεγονός. Ας τα αφήσουν, λοιπόν, αυτά περί αντικειμενικής δημοσιογραφίας. Υπάρχει η τίμια και η άτιμη δημοσιογραφία. Υπάρχει η ειλικρινής και η ανειλικρινής. Όλα τα υπόλοιπα είναι φούσκες.
Έχεις γράψει ένα βιβλίο για το ποδόσφαιρο, μαζί με τον δημοσιογράφο, Δημήτρη Μηλάκα. Θεωρείς πως έχουν μεσολαβήσει γεγονότα που θα απαιτούσαν επικαιροποιήσεις;
Νομίζω ότι το ποδόσφαιρο κινείται ακριβώς σε εκείνες τις ράγες που περιγράψαμε με τον Μήτσο τότε στο βιβλίο, στην προσπάθεια που κάναμε να διερευνήσουμε την κοινωνική του διάσταση. Γιατί, ακόμα κι αν σε κάποιον δεν αρέσει το ποδόσφαιρο, δεν μπορεί να παραβλέψει πως προκαλεί το ενδιαφέρον δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Όταν στον τελικό του παγκοσμίου κυπέλλου βλέπεις τόσους ανθρώπους μπροστά από ένα κουτί, αυτό έχει κάποια αξία. Κι αν δεν την καταλαβαίνεις εσύ, την καταλαβαίνουν για λογαριασμό σου οι κυβερνήσεις και οι πολυεθνικές, οι οποίες επεμβαίνουν στο συγκεκριμένο παιχνίδι πολλαπλώς, και για οικονομικούς λόγους και για να περάσουν την δική τους ιδεολογία στον κόσμο. Το ποδόσφαιρο προφανώς έχει κουρσευτεί από τους εκπροσώπους του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Γι’ αυτό και πρέπει κάθε φορά να διαχωρίζουμε κάποια πράγματα. Δεν ασχολείται κανείς που αγαπάει το ποδόσφαιρο ούτε με τον Μαρινάκη, ούτε με τον Μελισσανίδη, ούτε με τον Σαββίδη, ούτε αποτελούν κίνητρο όλοι αυτοί για να αγαπήσει κανείς το ποδόσφαιρο. Αν η απόρριψη του παιχνιδιού γινόταν με κριτήριο το ποιοι το ελέγχουν, τότε δεν θα βλέπαμε ούτε κινηματογραφικές ταινίες, επειδή 9 στις 10 παράγονται στο Hollywood, ούτε θα διαβάζαμε βιβλία, επειδή 9 στα 10 εκδίδονται από εκδοτικούς οίκους που ανήκουν στα χέρια των μεγιστάνων.
Είναι άλλο πράγμα να πεις «δεν μου αρέσει το ποδόσφαιρο» κι άλλο να ισχυρίζεσαι πως όποιος το αγαπάει, σημαίνει πως αγαπάει και τους επιχειρηματίες που το διαφεντεύουν. Στην Ελλάδα, σήμερα, τι γίνεται, για παράδειγμα; Ποιοι ελέγχουν το ποδόσφαιρο; Δεν είναι οι ίδιοι που ελέγχουν τα ΜΜΕ, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και συνδέονται και με το πολιτικό σύστημα με χίλια νήματα; Δεν υπάρχει περίπτωση βεβαίως να φτιάξεις μία χώρα φτιάχνοντας το ποδόσφαιρό της. Αν φτιαχτεί μία κοινωνία με άλλα χαρακτηριστικά, άλλα χαρακτηριστικά θα έχει και το ποδόσφαιρο.
Πάντως, το ποδόσφαιρο έχει έναν αδιάψευστο μάρτυρα για το πόσο αγνό είναι ως παιχνίδι. Κάντε το πείραμα που γράφουμε μέσα στο βιβλίο: πάρτε μία μπάλα, πετάξτε την σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου θέλετε σε έναν πιτσιρικά και μετά κοιτάξτε το πρόσωπο του παιδιού.
Το βιβλίο σου, το «Είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε», το αφιερώνεις στους δύο Γιάννηδες, τον πατέρα σου και τον γιο σου. Θα θέλαμε να μας πεις ποια λόγια του πατέρα σου σε συντροφεύουν μέχρι σήμερα και τι συμβουλή δίνεις εσύ στον γιο σου.
Ο πατέρας μου υπήρξε καθοριστικός για τη ζωή μου. Κι αυτό, επειδή δεν μου υπαγόρευσε ποτέ τίποτα. Η συμβουλή του ήταν η ίδια η περπατησιά του, η στάση ζωής του. Θα ήθελα, λοιπόν, να πω σε εσάς και σε όσους μας διαβάσουν, να μην κάνετε το λάθος που κάνουν πολλοί να θεωρούν δεδομένη την ύπαρξή των ανθρώπων που αγαπούν περισσότερο απ’ όλους στη ζωή τους.
Ο πατέρας μου ήξερε ότι τον αγαπάω, όπως ήξερε ότι τον θαυμάζω. Εγώ, όμως, έκανα ένα λάθος. Δεν του είπα ποτέ ότι τον αγαπάω. Αυτό το κατάλαβα μετά. Έπρεπε να του το έχω πει… Όποιον θαυμάζετε, λοιπόν, και τον αγαπάτε να του το λέτε.
Ο πατέρας μου ήταν ο άνθρωπος που οφείλω και τα καλά και τα στραβά που έχω. Κι αν έχω μία φιλοδοξία στη ζωή μου είναι να αποδειχθώ άξιος γιος του πατέρα μου. Νομίζω, αν το καταφέρω αυτό, ίσως μπουν οι βάσεις για να είμαι και άξιος πατέρας του γιου μου.

Για ΔΙΑΒΑΣΜΑ - ΜΕΛΕΤΗ:

Ένγκελς: Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το Τέλος της Κλασικής Γερμανικής Φιλοσοφίας

Φρίντριχ Ένγκελς ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΦΟΪΕΡΜΠΑΧ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΛΑΣΙΚΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ  Καρλ Μαρξ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΟΪΕΡΜΠΑΧ ΑΠΟ ΤΟ 18...